Legislator Case Law & Legislation
1057/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against second defendant on procedural grounds regarding admissibility of prior plea.

Case Number 1057/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the second defendant, finding the lower court erred in dismissing a procedural objection. The second defendant had previously raised the same issue before the first instance court, which was implicitly rejected, making it admissible again as an appeal argument. Consequently, the court annulled the second instance decision regarding this defendant and remanded the case for retrial, while dismissing the appeal against the other parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 309, 321, 495, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the objection was raised before the first instance court and implicitly rejected, allowing reiteration in the appeal without violating the principle of good faith.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal procedural objection implicit rejection reiteration of plea remittal for retrial good faith principle second instance annulment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 309, 321, 495, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1057 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1057/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 38/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Λάμπρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)S. B. X. (Σ. Μ. του Τ.), κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, 2)της υπό εκκαθάριση κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ-Ι.& Δ.Τ.-Κ." και το δ.τ. "TDC-CAP", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, 3) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CAPRICE ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Κορωπί και 3) της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι.Τ.-Δ.Τ. ΣΙΑ Ο.Ε." και το δ.τ. "T. DESIGN & CONSTRUCTION-TDC", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Χρήστου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-3015 κύρια αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, την από 27-4-2017 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 137/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4715/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδάφ. α', 321, 495 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, δηλαδή εκείνες οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠολΔ, με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, ενώ, αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1242/2024, 130/2023, 792/2022, 530/2018), σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη, όμοια, με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 1242/2024, 602/2021, 692/2021).

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1242/2024, 211/2023, 45/2020). Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 1242/2024, 597/2021, ΑΠ 45/2020). Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 897/2023, 2116/2022, 508/2021, 528/2020, 1094/2019). Η άσκηση δε, δεύτερης αναίρεσης μετά την άρση του ως άνω κωλύματος (έλλειψη τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης), δεν προσκρούει στην από το άρθρο 555 ΚΠολΔ θεσπιζόμενη απαγόρευση άσκησης δεύτερης αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης από τον ίδιο διάδικο (ΑΠ 1242/2024, 692/2021, 1048/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις περιουσιακές διαφορές (άρθρα 591παρ.1. ΚΠολΔ), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην, δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιμπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει και τούτο ανεξάρτητα από την τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου να ορίσει παράβολο προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1242/2024, 897/2023, 130/2023, 45/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 § 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α` ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αυτός που δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως διάδικος θεωρείται τρίτος και δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση ή να ασκηθεί αναίρεση κατ'αυτού, σε περίπτωση, δε, άσκησης εκ μέρους του ή κατ'αυτού αναίρεσης, αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 897/2022, 439/2019, 1444/2018, 2060/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί της ασκηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 31-3-2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη πρώτου ,απολιπόμενου, αναιρεσίβλητου κατά της πρώτης εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας και άλλων εναγομένων μη διαδίκων στη παρούσα αναιρετική δίκη ,η οποία συνεκδικάστηκε με την από 27-4-2017 ανακοίνωση δίκης -παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας κατά της καθ' ης η ανακοίνωση δίκης-παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εκδόθηκε η με αριθμ.137/2021 οριστική απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κυρία αγωγή και δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: α) η από 8-9-2021 έφεση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά του κυρίως ενάγοντος - πρώτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και κατά της πρώτης εναγόμενης κοινοπραξίας-δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και β) η από 8-9-2021 έφεση των κυρίως εναγόμενων-εκκαλούντων (πλην της πρώτης κυρίως εναγόμενης κοινοπραξίας) κατά του κυρίως ενάγοντος-εφεσίβλητου.

Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάστηκαν, ερήμην του κυρίως ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ως προς την ασκηθείσα έφεση της εκκαλούσας- παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία η με αριθμ.4715/2022 προσβαλλόμενη απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η υπό στοιχ.

β) έφεση των κυρίως εναγόμενων-εκκαλούντων, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούσε την κύρια αγωγή και έγινε αυτή, εν μέρει δεκτή, ενώ απορρίφθηκε η υπό στοιχ. α) έφεση της εκκαλούσας -παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας (και επομένως επικυρώθηκε η πρωτόδικη με αριθμ. 137/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή), και ορίσθηκε ως προς τον απολιπόμενο πρώτο εφεσίβλητο ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας ,ύψους διακοσίων εννενήντα (290) ευρώ.

Συνεπώς, η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 15-09-2022, καθόσον αφορά στις διατάξεις της που συνέχονται με την κρίση της σχετικά με την προαναφερόμενη υπό στοιχ.α έφεση, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους του εν λόγω απολιπόμενου πρώτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου. Από τα έγγραφα, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από ή στον ως άνω ερήμην δικασθέντα εφεσίβλητο (πρώτο αναιρεσίβλητο), ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 του ίδιου Κώδικα, η νόμιμη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τους διαδίκους, ούτε περαιτέρω, προκύπτει ότι αυτός παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να έχει δικαίωμα άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής.

Συνεπώς σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί στη προηγηθείσα νομική σκέψη, στις 27-03-2023, οπότε ασκήθηκε η κρινόμενη από 27.3.2023 με αριθμ. κατ. 2798/265/2023 αίτηση αναίρεσης, με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή δεν είχε καταστεί τελεσίδικη και συνακόλουθα προσβλητή με αναίρεση ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο.

Κατόπιν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη ως προς τον προαναφερόμενο πρώτο, απολιπόμενο αναιρεσίβλητο ,ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παρασταθεί, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμ. ....2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Δ.

Δ. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων, ως προς τον διάδικο αυτό, δεν θα συμπεριληφθεί στο διατακτικό της παρούσας λόγω της ερημοδικίας του . Περαιτέρω, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης με αριθμ. 4715/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και των δικογράφων της από 31-3-2015 αγωγής, της από 27-4-2017 ανακοίνωσης δίκης -προσεπίκλησης -παρεμπίπτουσας αγωγής και των από 8-9-2021 εφέσεων, προκύπτει ότι η τρίτη και η τέταρτη αναιρεσίβλητες εταιρίες, δεν ήταν διάδικοι τόσο στην πρωτοβάθμια, όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ως προς τις παραπάνω αναιρεσίβλητες, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 § 2 Κ.Πολ.Δ) και κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) να καταδικασθεί στη δικαστική τους δαπάνη, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης καθ' μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 15-9-2022 μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 27-3-2023 δεν έχει συμπληρωθεί η ως άνω διετής προθεσμία.

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 3.1 Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Εξάλλου με τη διάταξη της παρ. 5 εδ.α του άρθρου 7 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης", ενώ με την παρ. 6 εδ.α του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων".

Η ειδική αυτή ρύθμιση της παρ.6 εδ.α του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, η οποία ως απαλλακτική ρήτρα, μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων και η απόκλιση από το βαθμό της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνο όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 5 του ως άνω άρθρου προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφρά αμέλειά τους (ΟλΑΠ 18/2015, 19/2015, ΑΠ 735/2024, 131/2023, 1078/2023, 246/2022, 767/2021) ή μόνο σε αντικειμενική ευθύνη (ΑΠ 735/2024).

Μία τέτοια συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή είναι και η συμφωνία των μερών ότι "ο ασφαλισμένος υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή ατυχημάτων σαν να μην υπήρχε ασφάλιση και να τηρεί χωρίς παρέκκλιση τους σχετικούς με την ασφάλεια του κοινού και του προσωπικού νόμους και διατάξεις".

Η υποχρέωση αυτή αποτελεί συμβατική υποχρέωση, η τήρηση της οποίας ενεργοποιεί την ευθύνη του ασφαλιστή και η παράβασή της επιτρέπει την απαλλαγή του τελευταίου (ασφαλιστή) από την ασφαλιστική κάλυψη (AΠ 735/2024, 1078/2023, 131/2023, 767/2021). 3.2 Με το άρθρο 591 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) ορίζεται ότι στις ειδικές διαδικασίες, "τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ` αυτές, [...]".Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η προαναφερόμενη καταλυτική ένσταση απαλλαγής του ασφαλιστή από την υποχρέωση για καταβολή του ασφαλίσματος, επικαλούμενος σχετικό όρο απαλλαγής της ασφαλιστικής σύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 3 και 6 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997 (ΑΠ 735/2024,1529/2022, 677/2013), με τις προτάσεις τους και να προτείνουν αυτούς και συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση με καταχώρησή τους στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν κατατεθούν έγγραφες προτάσεις, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 235/2019) και κατά συνέπεια απαιτείται να προκύπτει η προβολή αυτών ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών (πρακτικών) και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής τους είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 914/2024, 907/2022, 235/2019).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 1/1999, AΠ 916/2024, 270/2015) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαράδεκτα (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 593/2024, 1841/2023, 920/2023, 447/2020).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα απέρριψε τον λόγο της έφεσής της ,με τον οποίο προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε απορρίψει (σιγή) την, εκ μέρους της ως παρεμπιπτόντως εναγομένης προβληθείσα συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση με καταχώρησή της στα πρακτικά, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ένστασή της περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος με την αιτιολογία ότι αυτή, απαραδέκτως, προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, ενώ αυτή είχε ισχυρισθεί παραδεκτά τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ'έφεση ότι αν αποδεικνυόταν η βασιμότητα του ισχυρισμού του κυρίως ενάγοντος το περιεχόμενο του οποίου συμπεριλαμβανόταν στο ενσωματωμένο στην παρεμπίπτουσα αγωγή δικόγραφο της αγωγής του, περί μη λήψης από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα κοινοπραξία κατά την εκτέλεση των εν λόγω οικοδομικών εργασιών, των προβλεπόμενων ,από το άρθρο 9 του ΠΔ/τος 778/1980 κατάλληλων μέτρων ασφαλείας, για την αποτροπή του ένδικου τραυματισμού του, τότε σύμφωνα με τους προβλεπόμενους στην ασφαλιστική σύμβαση όρους (άρθρα 7,10 αυτής) αυτή απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της για καταβολή του ασφαλίσματος.

Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τ' ακόλουθα: Με την από 31-3-2015 αγωγή του ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας και άλλων μη διαδίκων στη προκείμενη αναιρετική δίκη, ζητούσε να του καταβάλλουν ως χρηματική ικανοποίηση ,λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον σοβαρό τραυματισμό του στις 31-7-2014, κατά τη διάρκεια ης εργασίας του ως οικοδόμου σε υπό ανέγερση οικοδομή, στη Βούλα Αττικής, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης, από την οποία είχε προσληφθεί με προφορική σύμβαση εργασίας, ο οποίος (τραυματισμός) οφειλόταν στην αποκλειστική υπαιτιότητα όλων των εναγόμενων, λόγω παράλειψης τους να λάβουν τα ,αναφερόμενα ειδικότερα σε αυτή, κατάλληλα ασφαλείας για την αποτροπή ατυχήματος (τοποθέτηση τριών ικριωμάτων, συνολικού πλάτους τουλάχιστον 0,60 ).

Η ως άνω πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία (δεύτερη αναιρεσίβλητη) άσκησε κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, την από 27-4-2017 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση -παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία, αφού ενσωμάτωσε στο δικόγραφό της την ως άνω κύρια αγωγή, εξέθετε ότι υφίσταται μεταξύ αυτής και της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση και ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση (τραυματισμός του κυρίως ενάγοντος), ζήτησε να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγόμενη (αναιρεσείουσα) να της καταβάλει ό,τι η ίδια θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής.

Επί των παραπάνω αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας) που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η προαναφερόμενη με αριθμ.137/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια και κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, απορρίφθηκε η έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της παρεμπιπτόντως ενάγουσας-δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την ενδιαφέρουσα τον αναιρετικό έλεγχο κρίση της, ότι η ένσταση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της στην ένδικη περίπτωση από την καταβολή του ασφαλίσματος στη εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, απαραδέκτως προβλήθηκε, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη.

Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των από 10-10-2017 πρωτόδικων προτάσεων της παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και από το επίσημο αντίγραφο των με αριθμ. 137/2021 πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις ,προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ως παρεμπιπτόντως εναγόμενη είχε προβάλει παραδεκτά με τις πρωτόδικες προτάσεις της την ένσταση περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος στην ασφαλισμένη σ' αυτήν παρεμπιπτόντως ενάγουσα κοινοπραξία (δεύτερη αναιρεσίβλητη) σε περίπτωση που αποδειχθεί η βασιμότητα του ισχυρισμού του ενάγοντος της κύριας αγωγής, ότι ο ένδικος τραυματισμός του οφειλόταν στη μη λήψη των αναφερόμενων στη κύρια αγωγή, κατάλληλων μέτρων ασφαλείας για την αποτροπή ατυχήματος του εργατοτεχνικού προσωπικού, σύμφωνα με προβλεπόμενο όρο του ασφαλιστηρίου και παράλληλα έλαβε χώρα συνοπτική πρόταση αυτής (ένστασης) στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου, και καταχώρησή της στα πρακτικά και ως εκ τούτου, κατά τα προαναφερόμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη, προβλήθηκε παραδεκτά (άρθρο 591 παρ.1 στοιχ.δ ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η ένδικη υπόθεση υπαγόταν στις ειδικές διαδικασίες των περιουσιακών διαφορών.

Η δε ενδοιαστική διατύπωση της ένστασης αυτής αναφέρεται στην εξάρτηση της παρεμπίπτουσας αγωγής από την κύρια αγωγή ,υπό την έννοια ότι μόνο αν η πρώτη εναγόμενη της κυρίας αγωγής και προσεπικαλούσα και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ηττηθεί, αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και δεν συνιστά ενδοιαστική επίκληση της σχετικής παράλειψης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης προς λήψη των αναφερομένων αναγκαίων μέτρων προς αποφυγή του ατυχήματος.

Επομένως. το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ,που με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της παρεμπιπτόντως εναγόμενης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι η προταθείσα από αυτή ένσταση απαραδέκτως προβλήθηκε ενώπιόν του για πρώτη φορά, χωρίς την επίκληση συνδρομής προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, εφόσον δεν είχε προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εσφαλμένα έκρινε και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Και τούτο διότι η ως άνω ένσταση, όπως προεκτέθηκε, είχε προβληθεί παραδεκτά από την παρεμπιπτόντως εναγόμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και λόγω της σιωπηρής απόρριψής της, είχε επαναφερθεί παραδεκτά από αυτή ως εκκαλούσα με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας.

Συνακόλουθα ,μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα που να αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (δεδομένου ότι δεν διερευνάται ο πρώτος λόγος αναίρεσης καθότι με αυτόν προσάπτονται αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που δέχθηκε την κυρία αγωγή του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αναίρεση ως απαράδεκτη), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο ως άνω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Τέλος, πρέπει η δεύτερη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.3.2023 με αριθμ. κατ. 2798/265/2023 αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθμ. αριθμ. 4715/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτο ,τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της τρίτης και της τέταρτης των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την με αριθ. 4715/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ