Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding statutory holiday and leave allowances.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Technical University's appeal against a second-instance labor court judgment. The lower court ruled that the plaintiffs, who were not present, were entitled to statutory holiday and leave allowances based on a de facto employment relationship existing prior to their official status change. The Court rejected the appeal because the second-instance judgment correctly characterized the relationship as employment rather than a contract for work, making the appellant's arguments legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 para. 1 of Law 2839/2000; Art. 576 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly identifies a de facto employment relationship entitling employees to statutory benefits, rendering the appellant's arguments based on a different legal characterization invalid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1057 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1057/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθ 'ων η κλήση: 1)….. και 12)Ε. Κ., όλων κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 530/2003 του ίδιου Δικαστηρίου (η οποία διορθώθηκε με την 846/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών) και 2889/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία διορθώθηκε με την 5500/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου).
Την αναίρεση της 2889/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 5-10-2004 αίτησή του και τους από 28-11-2022 πρόσθετους λόγους. Η υπόθεση προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 28-11-2006, οπότε ματαιώθηκε και επαναφέρθηκε με την από 22-3-2022 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Νάκου ανέγνωσε την από 14-11-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μαρίου - Φωτίου Χατζηπανταζή με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 5-1-2023 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτου Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του προσθέτου λόγου σε συνδυασμό με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-3-2022 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των καθών η κλήση-αναιρεσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση η από 5-10-2004 και με αριθ. κατ. 119/7-10-2004 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 2889/24-5- 2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, λόγω ματαίωσης της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 28-11- 2006.
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάσταση του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάσταση του.
Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα ( ΑΠ 1578/2021, 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (9-5-2023), οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο , ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με αριθ. 75Θ/31-3-2022 και 1976Θ/1-3- 2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ά. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο α) της από 22-3-2022 κλήσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την ορισθείσα δικάσιμο της 17-1- 2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (9-5-2023) και της συγκοινοποιούμενης ένδικης από 5-10- 2002 αίτησης αναίρεσης β) της από 14-2-2023 βεβαίωσης αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα στο Δικηγόρο Αθηνών Αντώνη Βασδέκη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, ο οποίος κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης με αριθ. 2889/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο, ως άνω, δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή του.
Συνακόλουθα, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την παραπάνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 5-10-2004 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2889/2004 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (όπως διορθώθηκε με τη με αριθ. 5500/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) επί της από 11-6-2003 και με αριθ. κατ. 993/2003 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 530/2003 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 27-12-2002 και με αριθ. κατ. 1808/2002 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος.
Με την εν λόγω ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 27- 12-2002 αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν πριν από το έτος 1999 από το εναγόμενο Ν.Π.Ν.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΕΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ", με διαδοχικές και κατ' επανάληψη ανανεούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που εικονικά και κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου και ότι παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί και τεχνικοί υπάλληλοι μέχρι την κατάταξή τους και την ένταξη τους στις 31-12- 2001 στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου με συμβάσεις εξαρτημένης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. παράνομα και αυθαίρετα, μολονότι η εργασία τους είχε το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αρνήθηκε να τους καταβάλει τα δώρα Πάσχα Χριστουγέννων των ετών 1999, 2000 και 2001, καθώς και το επίδομα αδείας των ίδιων ετών, θεωρώντας τις μεταξύ τους συμβάσεις ως συμβάσεις έργου.
Ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν άκυρες, διότι δεν τηρήθηκαν για την κατάρτισή τους οι διατάξεις του ν. 2190/1994, ισχύουν όμως ως απλές σχέσεις εργασίας. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς για τις παραπάνω αιτίες το αντίστοιχο ποσό νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και εκείνες περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 530/2003 οριστική απόφαση δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς τους λοιπούς πλην των τρίτης και τέταρτης των εναγόντων, ως προς τις οποίες θεωρήθηκε ότι αυτή δεν ασκήθηκε κατόπιν παραδεκτής παραίτησής τους από το σχετικό δικόγραφο. Επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο από 11-6-2003 με αριθ.
κατ. 993/2003 έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 2889/2004 απόφαση του, δικάσαντος ως εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού θεώρησε καταργημένη τη δίκη ως προς την τρίτη εφεσίβλητη, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητους, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά τη διάταξή της με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τους λοιπούς πλην των τρίτης και τέταρτης των εναγόντων, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει ως προς αυτούς την αγωγή και επιδίκασε σε καθένα από αυτούς το αντίστοιχο ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης έχει κατατεθεί η από 14-11-2006 έκθεση του τότε Εισηγητή Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αυτής προεχόντως ως αόριστου.
Με το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190), που, κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022 (Α* 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, ορίζεται ότι "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε πρόσθετο λόγο με το από 28-11-2022 δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθ. κατ. 153/29-11-2022 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, κατ'άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ. 1464Θ/7-12-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ά. Κ., προς τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Α. Β., ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτός και πρέπει, συνεκδικαζόμενος με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 569, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επ' αυτού έχει κατατεθεί η από 5-1-2023 έκθεση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Ολγας Σχετάκη-Μπονάτου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρόσθετου λόγου σε συνδυασμό με το μοναδικό λόγο της από 5-10-2004 αίτησης αναίρεσης.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν.2839/2000,"Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8- 1999 μέχρι 31-3-2000,στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ά και β βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα της τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31-3-2000 (α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων(24) μηνών, (β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο(2) μηνών.(γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφεξής.(δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της σύμβασης, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115Α και 55/98 (ΦΕΚ 292Α), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.2190/1994 (που ορίζουν τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών) και του άρθρου 6 του ν.2527/1997 (που απαγορεύουν την κατάρτιση συμβάσεων έργου για την αντιμετώπιση παγίων και διαρκών αναγκών), (ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.8 του ν.2839/2000. "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους, από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ.α' της παρ.1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου".
Υπό τις προαναφερόμενες δηλαδή προϋποθέσεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν.2839/2000 επιτράπηκε, μεταξύ άλλων και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου να κατατάξουν το προσωπικό που απασχολούσαν είτε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε με σύμβαση μίσθωσης έργου, σε οργανικές θέσεις, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 681 του ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της συμβατικής σχέσης (ΑΠ 732/2023).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 ν. 4505/1966, προκύπτει ότι δώρα εορτών, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι βάσει άκυρης σύμβασης, με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 128/2015).
Εξάλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως εξαρτημένης εργασίας, και δη ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος, κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθ. 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα δε του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσης δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν την έναρξη της ισχύος (στις 18-4-2001), του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη σ' αυτό των παραγράφων 7 και 8 και την ισχύ της Οδηγίας 99/70/ΕΚ (ΟλΑΠ 8/2011,19, 20/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020).
Τέλος, λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλαδή όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η απόφαση, που προσβάλλεται, δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά και από την ίδια την απόφαση προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 19/2022).
Με το μοναδικό από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του από 5-10-2004 κύριου δικογράφου, όπως συμπληρώνεται με το μοναδικό πρόσθετο λόγο του από 28-11-2022 δικογράφου το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο από 28-11-2022 δικόγραφο του πρόσθετου λόγου παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 8 ν. 2839/2000.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, αφού διέλαβε στη μείζονα πρόταση του νομική σκέψη για τα άρθρα 648,652,681 ΑΚ και 6 του Ν. 765/43 ,που κυρώθηκε με την αριθ.324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ. ΝΑΚ ,ν.2190/1994, τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν 1932/1980, του άρθρού 1 παρ.2 της 19040/1981 απόφασης Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945 και άρθρου 3 παρ. 16 του ν.4505/1966, την διάκριση μεταξύ εξαρτημένης σύμβασης εργασίας και σύμβασης έργου καθώς και την επιδίκαση στον εργαζόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και του επιδόματος άδειας απευθείας από το νόμο, στη συνέχεια δέχθηκε στην ελάσσονα πρότασή του κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν πριν από το έτος 1999 από το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΕΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" με έγγραφες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες το τελευταίο χαρακτηρίζει ως συμβάσεις μισθώσεως έργου, οι οποίες μετά την λήξη τους ανανεώνονταν για ορισμένο πάντοτε χρόνο, μέχρι και 31.12.2001, οπότε με την υπ.αριθ.19838/2001 Πρυτανική Πράξη, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν.2839/2000 εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό σε προσωρινές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί και τεχνικοί υπάλληλοι και ειδικότερα η 1η απασχολήθηκε στην καταχώρηση υδρολογικών δεδομένων, η 2η στην γραμματειακή υποστήριξη, η 5η ως βοηθητικό προσωπικό, η 6η ως τηλεφωνήτρια, η 7η στην εισαγωγή και στον έλεγχο δεδομένων, η 8η ως βοηθός βιβλιοθηκονόμος και αρχείου, ο 9ος σε βοηθητικές εργασίες στην Βιβλιοθήκη, οι 10η και 11η ως βιβλιοθηκονόμοι, ο 12ος ως τυπογράφος και η 13η και 14η, ως προγραμματιστές.
Οι ενάγοντες στο πλαίσιο των προαναφερόμενων αρμοδιοτήτων τους, εκτελούσαν την εργασία τους σε κανονικό ωράριο εργασίας όπως και το τακτικό προσωπικό του εναγομένου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων των οικείων τμημάτων του εναγομένου.
Με βάση τα ανωτέρω, οι συμβάσεις των εναγόντων (από προφανή παραδρομή αναφέρεται των εναγομένων) με το εναγόμενο μέχρι την ένταξη τους στο τακτικό προσωπικό ,με βάση συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως προεκτέθηκε φέρουν τον χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, διότι υπήρχε νομική εξάρτηση των εναγόντων, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του εναγομένου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία στην εργασία τους και να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής αυτής με την αντίστοιχη υποχρέωση των εναγόντων να συμμορφώνονται με τις παρεχόμενες οδηγίες και υποδείξεις των προϊσταμένων των οικείων τμημάτων του εναγομένου.
Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθρου 17 παρ.8 εδ. β' του ίδιου νόμου ,ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των εναγόντων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι συμβάσεις αυτές έχουν τον χαρακτήρα μισθώσεως έργου είναι αβάσιμος.
Οι επίδικες, όμως, συμβάσεις είναι άκυρες, αφού έγιναν, χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις, που τάσσουν οι διατάξεις του ν. 2190/94, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης. Μετά ταύτα, οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας και συνεπώς δικαιούνται εκ του νόμου δώρου Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας .Ενόψει δε του ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν στα μη ειδικώς ως προς το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού τους, αμφισβητούμενα από το εναγόμενο ποσά, οι ενάγοντες δικαιούνται για δώρο Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2000 και 2001 [άρθρα 1 παρ. 1 ν. 1082/1980 1 παρ.2 της Υ.Α 19040/1981 και 3 του αν.ν.539/Ι945 και ν. 1346/1983 ] τα παρακάτω ποσά : 1] η 1η ενάγουσα 3.521.64 ευρώ 2] η 2η 2.699.92 ευρώ, 3) η 5η το ποσό των 3.177,07 ευρώ, 4] η 6η 4.828,32 ευρώ, 5) η 7η 3.175,34 ευρώ, 6) η 8η 3.185,40 ευρώ, 7) ο 9ος 3.426,96 ευρώ, 8] η 10η και η 11η 3.462,96 ευρώ η καθεμιά, 9) η 12η 2.934.72 ευρώ, 10) η 13η 4.964 ευρώ και 11) ο 14ος 3.122,52 ευρώ.
Τα αντίθετα, επομένως, υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα". Τέλος αφού δέχθηκε ως βάσιμο το δεύτερο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρείοντος περί παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων για επίδομα άδειας του έτους 1999, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης επιδίκασε στους ενάγοντες τα παραπάνω ποσά με βάση την απλή σχέση εργασίας που τους συνέδεε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον για δώρα εορτών των ετών 1999, 2000 και 2001 και επίδομα αδείας των ετών 2000 και 2001.
Με βάση τα προεκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αξιολόγησε τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, προέβη στο νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους για το χρονικό διάστημα πριν τις 31-12- 2001, οπότε έλαβε χώρα κατάταξη των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, με βάση τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 2839/2000, στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους, ως σύμβασης έργου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χαρακτήρισε αυτήν, με βάση τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως άνω, παραδοχές, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω δε της ακυρότητας αυτής, επειδή έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν. 2190/1994, ως απλή σχέση εργασίας.
Κατ' επέκταση δε της παραδοχής αυτής, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται για το πριν την 31-12-2001 χρονικό διάστημα δώρα εορτών και επίδομα αδείας, στηρίζοντας αποκλειστικά την κρίση του περί της ύπαρξης του εν λόγω δικαιώματος στη συνδέουσα τους διαδίκους έως τις 31-12-2001 απλή σχέση εργασίας και όχι στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 8 ν. 2839/2000.
Επισημαίνεται ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 8 εδ. β του ν. 2839/2000 αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου, χωρίς όμως να υπάρχει παραδοχή ότι το δικαίωμα των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση σ' αυτούς των επιδομάτων εορτών και αδείας απορρέει από την εν λόγω διάταξη.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με το μοναδικό πρόσθετο λόγο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος να απορριφθούν. Ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων δεν τίθεται, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι, που νίκησαν, δεν παραστάθηκαν στο Δικαστήριο και δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.
Μετά δε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου, το υποβαλλόμενο με τις προτάσεις αίτημα του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, διότι προϋπόθεση της αποδοχής του αποτελεί η αναίρεση της απόφασης (άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 5-10-2004 με αριθ. κατ. 119/7-10-2004 αίτηση και τον πρόσθετο αυτής λόγο που ασκήθηκε με το από 28-11-2022 με αριθ. κατ. 153/29-11 -2022 δικόγραφο για αναίρεση της με αριθ. 2889/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με τη με αριθ. 5500/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
-Απορρίπτει το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ