Legislator Case Law & Legislation
1057/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's rejection of incidental claim for reimbursement of third-party litigation costs.

Case Number 1057/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' rejection of an incidental claim for reimbursement of litigation costs. The appellant argued that the lower court incorrectly applied substantive law regarding the validity of the claim. The court found the lower court's interpretation erroneous and ruled that the appeal was admissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 926, 927 of the Civil Code; The lower court's rejection of a claim for reimbursement of litigation costs incurred by a third party is invalid if the claim is substantively lawful, requiring the appellate court to remand the case for further examination.

Keywords

AI generated
incidental claim litigation costs third party reimbursement substantive law appellate review remand

Cited Legislation

AI generated
Article 74 paragraph 1 of Law 4690/2020
Article 553 paragraph 1b of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 309 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 926 of the Civil Code
Article 927 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1057 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1057/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ... εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Λ., κατοίκου Ν. Α., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Καπούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2014 (παρεμπίπτουσα) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 24-2-2014 αγωγή του Γ. Τ. του Ν., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1291/2015 μη οριστική και 1022/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6177/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 Ν. 4690/2020 [Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης], που ισχύει από 30-5-2020, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 Κ.Πολ,Δ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή, κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω κι` αν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 848/2021), υπόκειται σε αναίρεση, μόνον, αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ.1 Κ.Πολ.Δ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ.

ΐβ Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 848/2021).Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.

Ι εδ. β` περ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (ΑΠ 848/2021). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ Ολ. 17/2013, 769/2019, ΑΠ 848/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 16-7-2020 με αριθμό δικογραφίας 972/2020 και με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών ΓΑΚ 4617/ ΕΑΚ 559/ 16-07-2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του, (άρθρα 666επ.

και 681 ΑΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του δυνάμει του Ν. Ν.4335/2015), υπ' αρ. 6177/13-12-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του ήδη αναιρεσίβλητου (τότε δεύτερου εφεσίβλητου) και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 6.12.2016 έφεση της τώρα αναιρεσείουσας ...

εταιρείας, που στρεφόταν (και) κατά του τώρα αναιρεσίβλητου, εξαφανίστηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, στη συνέχεια δε έγιναν δεκτές εν μέρει, αφενός η στρεφόμενη κατά της τώρα αναιρεσείουσας από 24.2.2014 κύρια αγωγή, αφετέρου η στρεφόμενη κατά του τώρα αναιρεσίβλητου ασφαλισμένου της παρεμπίπτουσα αγωγή της τώρα αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας.

Όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 4172 Β/25-5-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Σ. Ν., η υπ` αριθ. 6177/13-12-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε στον ερημοδικασθέντα εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο στις 25-5-2020. Η προθεσμία όμως της ανακοπής ερημοδικίας, κατά της ερήμην εκδοθείσας ως άνω απόφασης, άρχισε να τρέχει την 1-6-2020, καθόσον κατά το χρονικό διάστημα από 13-3-2020 μέχρι 31-5- 2020, είχαν ανασταλεί οι προθεσμίες σύμφωνα με το (ανωτέρω αναφερθέν) άρθρο 74 παρ.1 του Ν. 4690/2020, η προθεσμία δε αυτή, σύμφωνα με την ίδια διάταξη συμπληρώθηκε τριάντα ημέρες μετά την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 503 παρ.1 Κ.Πολ.Δ λήξη της, δηλαδή στις 15-7-2020.

Κατά την ημερομηνία, επομένως, ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στις 16-7-20, είχε συμπληρωθεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/1920, που αναφέρεται παραπάνω, χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, όπως τούτο συνομολογείται και από τον ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος παρίσταται και δεν αντιλέγει με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, κατά τα προαναφερθέντα.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 6177/13-12-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, μετά την άπρακτη παρέλευση της κατ' αυτής άσκησης ανακοπής ερημοδικίας υπό του ερήμην δικασθέντος τώρα αναιρεσίβλητου. Εν όψει όλων των ανωτέρω αναφερθέντων, η ένδικη από 16-7-2020 με αριθμό δικογραφίας 972/2020 και με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών ΓΑΚ 4617/ ΕΑΚ 559/ 16-07-2020 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 ΚΠολΔ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1136/2018, βλ.

και ΑΠ 1635/2018). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1635/2018, ΑΠ 152/2017, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).

Περαιτέρω η αγωγή εξ αναγωγής είναι κατ` άρθρο 69 παρ. 1 παρ. ε` KΠολΔ, επιτρεπτή και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο. Με την αναγωγή ο ασφαλιστής απαιτεί την καταψήφιση του εναγομένου εξ αναγωγής υποχρέου να του καταβάλει όσα αυτός θα καταβάλει στον ενάγοντα τρίτο. Ειδικότερα, με την αγωγή του ο ασφαλιστής επιτρέπεται ν` αξιώσει να του καταβάλει ο ασφαλισμένος κάθε ποσό κεφαλαίου, τόκων και εξόδων, τα οποία από την πλευρά του ο ασφαλιστής θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.

Επί των άνω ποσών δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει και τόκους, που δεν απαγορεύονται από την Α.Κ. 296 και πρέπει να υπολογίζονται από την καταβολή στον τρίτο και όχι από την επίδοση της αγωγής στον ασφαλισμένο (ΑΠ 1357/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 2-5-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή της, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέθετε ότι στις 7-3-2014 της κοινοποιήθηκε αντίγραφο της (ενσωματωμένης στην παρεμπίπτουσα αγωγή της) από 24-2-2014 και με αυξ. αριθμό 1052/2014 κύριας αγωγής αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα του (τρίτου προς τους διάδικους της δίκης αυτής) ενάγοντα Γεωργίου Τσιτλακίδη, που στρεφόταν κατ' αυτής (ήδη αναιρεσείουσας) και κατά του ασφαλισμένου της (ήδη αναιρεσίβλητου), οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν (τώρα αναιρεσείουσα) ζημιογόνου δίκυκλου μοτοποδήλατου, ιδιοκτησίας του (ως προς τον οποίο ο ως άνω κυρίως ενάγων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της εν λόγω κύριας αγωγής του) και ζητούσε (η αναιρεσείουσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα), όπως προκύπτει από το δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής της (άρθρο 561 παρ.2 KΠολΔ), να αναγνωριστεί η υποχρέωση του παρεμπιπτόντως εναγόμενου -ήδη αναιρεσίβλητου- ασφαλισμένου της [ως προς τον οποίο συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, καθόσον οδηγούσε το ζημιογόνο όχημά του, χωρίς την προβλεπόμενη εκ του νόμου για την κατηγορία του οχήματός του άδεια οδήγησης, η οποία είχε λήξει κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος], να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει, ως εναγομένη, στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, αποτελούμενο από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, με το νόμιμο τόκο επιδικίας όλων των ως άνω επί μέρους κονδυλίων από την καταβολή αυτών μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε τα εξής σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο οικείο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα (βλ. το 25ο φύλλο αυτής): "... Όπως αναφέρθηκε στην ανωτέρω οικεία νομική σκέψη στην αξίωση της αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου, που αναφέρεται στη μετακύλιση, εν όλω ή εν μέρει, από τον καταβαλλόντα σε άλλο συνυπόχρεο του ποσού της αποζημιώσεως που καταβάλλεται στο δικαιούχο, δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα της προηγούμενης δίκης που διεξήχθη από το δικαιούχο κατά ενός συνυποχρέου, τα οποία βαρύνουν τον τελευταίο ως συνέπεια της δίκης και όχι ως τμήμα της αποζημιώσεως, ούτε τα έξοδα της δίκης και τους τόκους υπερημερίας που οφείλει να καταβάλει ένας συνυπόχρεος στο δανειστή του.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την συνεκκαλούμενη υπ' αριθ. 1291/2015 εν μέρει οριστική του απόφαση έκρινε όμοια και απέρριψε ως μη νόμιμο το ανωτέρω αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής περί αναγνώρισης του παρεμπιπτόντως εναγομένου να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, πλην της αποζημίωσης που η ίδια ενδέχεται να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, και τα δικαστικά έξοδα και τους τόκους που θα οριστούν στη δίκη επί της τελευταίας, ορθά και όχι λανθασμένα την παρεμπίπτουσα αγωγή εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε.

Ακολούθως, ο δεύτερος λόγος της, αναφερόμενης στη δίκη επί της παρεμπίπτουσας αγωγής, υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι λανθασμένα η ως άνω εκκαλούμενη απέρριψε το προαναφερόμενο αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ...". Ακολούθως το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 6-12-2016 έφεση της τώρα αναιρεσείουσας, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες υπ'αρ.1022/2016 και 1291/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάζοντας κατ' ουσία επί της ως άνω κύριας αγωγής και της ως άνω από 2.5.2014 παρεμπίπτουσας αγωγής δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμες την κύρια αγωγή κατά τα στην εν λόγω απόφαση εκτιθέμενα (που δεν προσβάλλεται ως προς τις παραδοχές της αυτές), δέχθηκε ότι η από 2.5.2014 παρεμπίπτουσα αγωγή "είναι εν μέρει νόμιμη..." και στην συνέχεια ως προς την από 2.5.2014 παρεμπίπτουσα αγωγή (που ενδιαφέρει την προκείμενη αναιρετική δίκη) έκρινε, σύμφωνα με τα αυτολεξεί στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατιθέμενα (βλ.

το 25ο φύλλο αυτής) ότι: " Επίσης η παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε ποσό που θα καταβάλει η ίδια ως αποζημίωση στον ενάγοντα της ένδικης κύριας αγωγής σε εκτέλεση της παρούσας απόφασης, νομιμοτόκως από την επίδοση της όχλησης περί της καταβολής .....".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, απέρριψε ως μη νόμιμο το ανωτέρω αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής της τώρα αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της υποχρέωσης του παρεμπιπτόντως εναγομένου (τώρα αναιρεσίβλητου) να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, (εκτός από την αποζημίωση που η παρεμπιπτόντως ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής), και τα δικαστικά έξοδα και τους τόκους που θα υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως ενάγουσα (τώρα αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής νομιτόκως από την εκ μέρους της καταβολή αυτών.

Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας, η παρεμπίπτουσα αγωγή, ως προς το αίτημα αυτό, ήταν νόμιμη. Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει αυτό το αίτημα, ως μη νόμιμο, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 926, 927 ΑΚ και πρέπει ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών ΓΑΚ 4617/ ΕΑΚ 559/ 16-07-2020 αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των διατάξεων αυτών, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, και να αναιρεθεί, κατά το μέρος αυτό, δηλαδή κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε εν μέρει ως μη νόμιμη, κατά τα προαναφερθέντα, η από 2.5.2014 παρεμπίπτουσα αγωγή, η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ` ακολουθίαν των προεκτεθέντων, κατά παραδοχή του μοναδικού αναιρετικού λόγου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαιά της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ.

ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στη δίκη αυτή πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6177/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιά της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700 ευρώ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ