Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the new legal argument was not raised in lower courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance of Thrace's decision regarding a property dispute involving Islamic inheritance law. The appellants argued that the lower court violated substantive law by failing to apply specific provisions of the Sacred Muslim Law and provided insufficient reasoning. The court rejected these claims because the core argument regarding Islamic inheritance law was never raised during the initial trial or the appeal to the Court of First Instance, rendering it inadmissible under Article 527 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 559, 568, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An argument based on a new legal provision must have been raised in the lower courts to be admissible in an appeal; failure to do so results in inadmissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1057 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 1057/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρος Καρέλος, Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Χ.Ο. Χ.του Χ., 2.Χ. Ο. του Χ., 3. Χ. Ι.Χ., κατοίκων οικισμού ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αγαθόνικο Φουντουκίδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Σ. Μ. Μ. του Χ., 2.Σ. Μ. Χ. του Χ., κατοίκων οικισμού ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Μπορδόκα, που ανακάλεσε την από 29-10-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο. 3.Κ. Ν. του Χ. κατοίκου οικισμού ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2013 αγωγή των 1ου και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, 246/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξουσία των παρόντων αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 16/10/2018 (με αριθμό κατάθεσης 71/2018) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 246/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης, αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν η από 14/06/2016 έφεση και οι από 23/3/2017 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της 95/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 10/10/2013 διεκδικητική ακινήτων αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και είχε απορρίψει την ίδια αγωγή ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.
2. Όπως προκύπτει από την 4379β'/4-12-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης ..... που προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύσθηκε με φροντίδα των τελευταίων, οι οποίοι προς το σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της στο Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 6, τη δικάσιμο της 8/5/2019, κατά την οποία η πιο πάνω αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί (άρθρο 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20/11/2019 που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία η εν λόγω αναιρεσίβλητη όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής της (άρθρα 226 παρ.4, 498 παράγραφος 2, 575 ΚΠολΔ).
Όμως, η τελευταία δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, ωστόσο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παράγραφος 2 ΚΠολΔ).
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παράγραφος 1 και 554 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 αριθμό 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκηση της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 533 παρ. 1β' ΚΠολΔ (ΑΠ 1464/2010, ΑΠ 241/2015).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παράγραφος 1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74 και 75 παράγραφοι 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 241/2015).
Τέλος, επί διεκδικητικής αγωγής κατά περισσότερων, η ομοδικία που υπάρχει μεταξύ αυτών είναι απλή (ΑΠ 1696/2008, 1201/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Επί της από 10/10/2013 διεκδικητικής αγωγής των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και της τρίτης αναιρεσίβλητης (εναγομένων), με την οποία ζήτησαν την αναγνώριση της συγκυριότητας τους, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος, επί των περιγραφομένων σ' αυτή ακινήτων και την απόδοση σ' αυτούς των ιδανικών μεριδίων τους, εκδόθηκε η 95/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες και την απέρριψε ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες και εκδόθηκε η 246/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε την έφεση, ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης και όρισε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας κατ' άρθρο 505 παράγραφος 2 ΚΠολΔ.
Κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης άσκησαν την ένδικη αίτηση αναίρεσης οι εκκαλούντες, που ηττήθηκαν, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς την ερημοδικασθείσα τρίτη αναιρεσίβλητη (απλή ομόδικο των λοιπών αναιρεσιβλήτων), αφού αυτή δικαιούται να την προσβάλλει με ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε, άλλωστε, γίνεται σχετική επίκληση από τους παριστάμενους, είτε επίδοση προς αυτήν της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης και παρέλευση της προς άσκηση ανακοπής προθεσμίας, είτε παραίτηση αυτής από το σχετικό δικαίωμα.
Κατ' ακολουθίαν αυτών και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, καθόσον ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς αυτήν. Ως προς τους λοιπούς διαδίκους, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της οριζόμενης στο άρθρο 564 παράγραφος 1 ΚΠολΔ 30ήμερης προθεσμίας από την επίδοση της (που έλαβε χώρα την 19/9/2018, όπως προκύπτει από την 5522β'/19-9-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης Ι.
Μ., που με επίκληση προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε την 16/10/2018), έχει δε κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 35 παράγραφος 2 και 45 του νόμου 4446/2016.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παράγραφος 1β, 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που προαναφέρθηκε, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. 4. Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, επειδή με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν.2345/1920 επαναλήφθηκε, τροποποιηθείσα, η διάταξη του άρθρου 11 παρ.9 της Συνθήκης των Αθηνών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν.
ΔΣΙΓ/1913. Κατά τη διάταξη αυτή οι μουφτήδες ασκούν δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον διέπεται υπό του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου. Το διαπροσωπικό των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων δίκαιο, που καθιερώθηκε με την παραπάνω επικυρωθείσα συνθήκη, αποτελεί κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου.
Επίσης με το άρθρο 4 του ν. 147/1914 ορίσθηκε, εκτός άλλων, ότι τα των συγγενικών δεσμών των Μουσουλμάνων, διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται υπ' αυτού. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σκοπήθηκε από το νομοθέτη όπως οι κληρονομικές σχέσεις των εις την Ελλάδα Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας κτήματά τους (μούλκια), διέπονται υπό του ιερού μουσουλμανικού νόμου.
Εξάλλου, οι διατάξεις του ν. 2345/1920 δεν καταργήθηκαν με το άρθρο 1 ΕισΝΑΚ, διότι για το παραπάνω θέμα διέλαβε ειδικώς το άρθρο 6 του ίδιου νόμου, με το οποίο καταργήθηκε το παραπάνω άρθρο 4 του ν.147/1914 μόνο ως προς τους Ισραηλίτες. Επομένως και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, εφόσον δεν καταργήθηκαν οι νόμοι 147/1914 και 2345/1920, οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων, εξακολουθούν να ρυθμίζονται ως προς τα κτήματα καθαρής ιδιοκτησίας από το μουσουλμανικό νόμο (ΟλΑΠ 322/1960).
Και ναι μεν μεταγενεστέρως με το άρθρο 9 του ν. 1920/1991, με το οποίο κυρώθηκε η από 24/12/1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών" καταργήθηκε τελικά ο παραπάνω ν. 2345/1920, όμως με το άρθρο 5 παρ.2 αυτού επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η παραπάνω διάταξη του άρθρου 10 του καταργηθέντος ν. 2345/1920 και, συνεπώς ,και μετά το ν. 1920/1991 οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας ακίνητα, από τον μουσουλμανικό νόμο (ΑΠ 2113/2009).
Σύμφωνα δε με αυτόν, βάση του κληρονομικού δικαίου των μωαμεθανών, αποτελεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή, με τη σύζυγο να διαδέχεται τον τελευτήσαντα στο 1/4 της κληρονομιαίας περιουσίας, αν δεν συντρέχουν τέκνα και στο 1/8 αυτής αν συντρέχουν τέκνα και όχι η εκ διαθήκης, δεδομένου ότι στο δίκαιο αυτό, δεν προβλέπεται αντίστοιχος θεσμός, με τη μορφή και τη θέση που έχει στα σύγχρονα δίκαια, ώστε να αποτελεί λόγο κλήσεως στην κληρονομιά, παρά μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται, με άλλη διάταξη του Κορανίου, που προτρέπει τους πιστούς σε αγαθοεργίες, ήτοι ότι οι μουσουλμάνοι μπορούν, κινούμενοι από πνεύμα αγαθοεργίας, να διαθέτουν υπέρ τρίτων ποσοστό μη υπερβαίνον το 1/3 της κληρονομιάς (ΑΠ 229/2017, ΑΠ 1370/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαροστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, (με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, τα παρακάτω κρίσιμα περιστατικά: "Την 9-2-1985 απεβίωσε στο ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Χ. Ο.Χ. του Χ., ο οποίος κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγο του Χ. Ο.Ζ., καθώς και τα τέκνα του Χ. Ο. Χ.(πρώτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα), Κ.
Ν. (δεύτερη εναγόμενη και ήδη τρίτη εφεσίβλητη) και Σ. Μ. Σ., μητέρα του πρώτου και σύζυγο του δεύτερου των εναγόντων, οι οποίοι κλήθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, έκαστος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου (άρθρα 1813 και 1820 ΑΚ). Στην κληρονομιαία περιουσία του ανωτέρω κληρονομουμένου περιλαμβάνονταν κατά το χρόνο του θανάτου του δεκατέσσερα συνολικά ακίνητα, αποκλειστικής κυριότητάς του, ήτοι αγροί (τρεις ποτιστικοί και έντεκα ξερικοί).
Την 14-11-1989 απεβίωσε στο ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, η Χ. Ο. Ζ., χήρα Χ., η οποία κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς τα τέκνα της Χ. Ο. Χ. (πρώτο εναγόμενο), Κ. Ν. (δεύτερη εναγομένη) και Σ. Μ. Σ., μητέρα του πρώτου και σύζυγο του δεύτερου των εναγόντων, οι οποίοι κλήθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, έκαστος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, κατ' άρθρο 1813 ΑΚ.
Στην κληρονομιαία περιουσία της ως άνω κληρονομούμενης περιλαμβάνονταν κατά το χρόνο του θανάτου της τέσσερα ακίνητα αποκλειστικής κυριότητάς της, ήτοι τρεις αγροί (ένας ξερικός και οι υπόλοιποι ποτιστικοί) και ένα οικόπεδο μετά των επ' αυτού κτισμάτων. Εξάλλου, στην κληρονομιαία περιουσία της ανωτέρω θανούσας, εκτός από τα προαναφερθέντα τέσσερα ακίνητα, περιλαμβάνονταν και το εξ αδιαθέτου ποσοστό συγκυριότητάς της (1/4 εξ αδιαιρέτου) στα δεκατέσσερα κληρονομιαία ακίνητα του προαποβιώσαντος συζύγου της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Σ. Μ. Σ., μητέρα του πρώτου και σύζυγος του δεύτερου των εναγόντων, αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά των γονέων της, δυνάμει των παρακάτω αναφερομένων δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς των συμβολαιογράφων Κομοτηνής..., που μεταγράφηκαν νόμιμα. Με τον τρόπο αυτό η Σ. Μ.
Σ. κατέστη συγκυρία, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, των προπεριγραφέντων συνολικά δεκαοκτώ ακινήτων, συγκληρονόμοι των οποίων, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, κατέστησαν και οι δυο πρώτοι εναγόμενοι, αδέλφια της, οι οποίοι ουδέποτε αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά των γονέων τους, η δεύτερη δε εναγόμενη, με τις...
πράξεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου....,, που μεταγράφηκαν νόμιμα αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά των γονέων της αναφορικά με όλα τα ανωτέρω ακίνητα, καθιστάμενη συγκυρία αυτών κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω, δυνάμει του 738/2003 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου...
νομίμως μεταγεγραμμένου, η Σ. Μ. Σ. μεταβίβασε στον πρώτο ενάγοντα, υιό της, το ποσοστό συγκυριότητάς της (1/3 εξ αδιαιρέτου) στους υπό στοιχεία Α, Α2, A3 και Α4 αγρούς, ενώ μετά το θάνατο της στις 2-9-2012,οι ενάγοντες, υιός και σύζυγος της αντίστοιχα, κλήθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στην κληρονομιαία περιουσία της, στην οποία περιλαμβάνονταν τα εξ αδιαθέτου ποσοστά συγκυριότητάς της στα υπό στοιχεία Β1 έως Β14 ακίνητα (14 συνολικά), αποδέχθηκαν δε την κληρονομιά αυτή με την ...
δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου.... νομίμως μετατεγγραμμένη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος με την υπ' αριθ. 11546/3-6-2008 πράξη γονικής παροχής αγρών της συμβολαιογράφου ..., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής (τόμος ...), μεταβίβασε στους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, υιούς του, κατά ποσοστό !4 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, μεταξύ άλλων, τους υπό στοιχεία Α1, Α2, A3, Α4, Β4, Β6, Β7 και Β11 αγρούς, δηλώνοντας ότι περιήλθαν σε αυτόν με άτυπη προφορική δωρεά από τον πατέρα του περί το έτος 1975 και ότι έκτοτε τους κατείχε και τους νέμονταν διανοία κυρίου, καλλιεργώντας τους, καθιστάμενος κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Εξάλλου, προς αντίκρουση της υπό κρίση αγωγής ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι έλαβε στην αποκλειστική κατοχή και νομή του τα υπό στοιχεία Α1, Α2, Β4, Β6, Β7, Β11, Β13 και Β14 ακίνητα, δυνάμει ατόπου διανομής μεταξύ αυτού, της δεύτερης εναγομένης (αδελφής του) και της αδελφής του Σ. Μ. Σ. κατά το έτος 1985 (μετά το θάνατο του πατρός τους Χ.
Ο. Χ. του Χ.), τα οποία έκτοτε κατείχε και νέμονταν αποκλειστικά αυτός, διανοία κυρίου, ασκώντας τις αναλυτικά περιγραφόμενες στις προτάσεις του διακατοχικές πράξεις, αφορούσες την καλλιέργεια των ακινήτων αυτών που είναι αγροτικά, πλην του υπό στοιχεία Β13 που τυγχάνει οικόπεδο μετά κτισμάτων, στα οποία κατοικούσε με την οικογένειά του, καθιστάμενος κύριος των ακινήτων αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Όσον αφορά τους υπό στοιχεία A3 και Α4 αγρούς, ισχυρίστηκε ότι τους έλαβε στην αποκλειστική κατοχή και νομή του, δυνάμει άτυπης διανομής μεταξύ αυτού και των δύο αδελφών του κατά το έτος 1989 (μετά το θάνατο της μητέρας του Χ. Ο. Ζ., χήρας Χ.), τα οποία έκτοτε κατείχε και νέμονταν αποκλειστικά αυτός, διανοία κυρίου, ασκώντας τις αναλυτικά περιγραφόμενες στις προτάσεις του διακατοχικές πράξεις, αφορούσες την καλλιέργεια των ακινήτων αυτών που είναι αγροτικά, έως το έτος 2008, που αιτία γονικής παροχής, τα μεταβίβασε με το προαναφερθέν συμβολαιογραφικό έγγραφο, νομίμως μεταγεγραμμένο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εκ των τρίτου και τέταρτο των εναγομένων, υιούς του, οι οποίοι συνέχισαν να τα κατέχουν και να τα νέμονται διανοία κυρίου, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά συγκυριότητάς τους, ασκώντας τις προσήκουσες διακατοχικές πράξεις, γενόμενοι έτσι κύριοι των επιδίκων A3 και Α4 με έκτακτη χρησικτησία το έτος 2009, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους πρώτου εναγομένου.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί άτυπης διανομής των επίδικων ακινήτων (τόσο κατά το έτος 1985, όσο και κατά το έτος 1989) δεν κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, στην προαναφερθείσα υπ' αριθ. 11.546/3-6-2008 πράξη γονικής παροχής, ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε ότι τα υπό στοιχεία Α1, Α2, A3, Α4, Β4, Β6, Β7 και Β11 ακίνητα περιήλθαν σε αυτόν από άτυπη προφορική δωρεά από τον πατέρα του περί το έτος 1975, δήλωση που αντιφάσκει προς τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του περί ατύπων διανομών που έλαβαν χώρα κατά τα έτη 1985 και 1989 μεταξύ αυτού και των συγκληρονόμων αδελφών του.
Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος τόσο μετά το θάνατο του πατέρα του, όσο και μετά το θάνατο της μητέρας του υπέβαλε από κοινού με τους λοιπούς συγκληρονόμους δηλώσεις φόρου κληρονομιάς προς την αρμόδια Δ. Ο. Υ. κατά τα έτη 1985 και 1989, δηλώνοντας όλοι το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας εκάστου των αποθανόντων, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι.
Εξάλλου, κατά την απαλλοτρίωση του υπό στοιχείο Β10 ακινήτου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγομένου, μετά την άτυπη διανομή που έλαβε χώρα το έτος 1985 περιήλθε κατ' ισομοιρία στις δύο αδελφές του, στις σχετικές δίκες για καθορισμό προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας συμμετείχαν και οι τρεις συγκληρονόμοι, ήτοι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και η Σ.
Μ. Σ., εκπροσωπούμενοι μάλιστα από διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο έκαστος (βλ. τις υπ' αριθ. 152/1995 και 35/2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η πρώτη εκ των οποίων αφορά τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας και η δεύτερη την αναγνώριση δικαιούχων, καθώς και την υπ' αριθ. 296/1997 απόφαση του Εφετείου Θράκης που αφορά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας).
Τέλος, η κρίση του Δικαστηρίου περί αβασιμότητας του ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου αναφορικά με τις επικαλούμενες από αυτόν άτυπες διανομές των επίδικων ακινήτων, ενισχύεται και από τη δικονομική θέση απέναντι στην ένδικη αγωγή της δεύτερης εναγόμενης, αδελφής του πρώτου εναγομένου, η οποία με τις προτάσεις της δήλωσε ότι ουδέποτε έλαβε χώρα άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας των γονέων της μεταξύ της ιδίας και των αδελφών της, παρά μόνο συμφωνήθηκε να διανεμηθούν μεταξύ τους τα ακίνητα αυτά μόνο κατά χρήση.
Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος από το έτος 1985 έως και το έτος 2008 δήλωνε ως ιδιόκτητα τα παραπάνω δέκα (10) ακίνητα στις ατομικές δηλώσεις καλλιέργειας που υπέβαλε ετησίως στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Ροδόπης για την προμήθεια γεωργικών εφοδίων και στη συνέχεια για την χορήγηση επιδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε από το γεγονός ότι από το έτος 1997 ο ίδιος και μετά το έτος 2008 οι τρίτος και τέταρτος των εναγομένων δήλωναν τα ως άνω (δέκα) ακίνητα στο έντυπο Ε9 της φορολογικής τους δήλωσης, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η βούληση του πρώτου εναγομένου, να νέμεται ο ίδιος αποκλειστικά ολόκληρα τα εν λόγω ακίνητα, καθώς και η ίδια βούληση των τρίτου και τέταρτου των εναγομένων, κατέστησαν γνωστές στη Σ.
Μ. Σ., δικαιοπάροχο των εναγόντων. Αντίθετα, η βούληση αυτή του πρώτου εναγομένου κατέστη γνωστή στους ενάγοντες και τη δικαιοπάροχο τους εντός του έτους 2012, πριν το θάνατο της τελευταίας, όταν επισκέφτηκαν τον πρώτο εναγόμενο, για να συζητήσουν το ζήτημα της διανομής όλων των επίκοινων κληρονομιαίων ακινήτων, ενώ οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν τη γενόμενη το έτος 2008 γονική παροχή του πρώτου εναγομένου προς τους τρίτο και τέταρτο, υιούς του, μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου τους.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ούτε ο πρώτος εναγόμενος κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία των υπό στοιχεία Α1, Α2, Β4, Β6, Β7, Β11, Β13 και Β14 ακινήτων, ούτε οι τρίτος και τέταρτος των εναγομένων κατέστησαν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογίζοντας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους πρώτου εναγομένου, των υπό στοιχεία A3 και Α4 ακινήτων, απορριπτόμενων των σχετικών ισχυρισμών τους ως ουσιαστικά αβάσιμων.
Περαιτέρω, από όλα τα ανωτέρω αποδείχτηκε ότι οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων αμφισβητούν την κυριότητα των εναγόντων στα υπό στοιχεία Α1, Α2, A3, Α4, Β4, Β6, Β7, Β11, Β13 και Β14 ακίνητα και ότι τους απέβαλαν από το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί αυτών, το οποίο κατέχουν οι ίδιοι και ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος απέβαλε τους ενάγοντες, κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους, από τα υπό στοιχεία Β13 και Β14 ακίνητα, ενώ οι τρίτος και τέταρτος των εναγομένων απέβαλαν τους ενάγοντες, κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους, από τα υπό στοιχεία Α1, Α2, A3, Α4, Β4, Β6, Β7 και Β11 ακίνητα.
Συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστεί η συγκυριότητα: α) του πρώτου ενάγοντος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου των περιγραφόμενων στο σκεπτικό της παρούσας υπό στοιχεία Α1, Α2, A3 και Α4 ακινήτων, β) του πρώτου ενάγοντος κατά ποσοστό 3/12 εξ αδιαιρέτου και του δεύτερου ενάγοντος κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου των περιγραφόμενων στο σκεπτικό της παρούσας υπό στοιχεία Β4, Β6, Β7, Β11 και Β14 ακινήτων και γ) του πρώτου ενάγοντος κατά ποσοστό 12/48 εξ αδιαιρέτου και του δευτέρου ενάγοντος κατά ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στο σκεπτικό της παρούσας υπό στοιχεία Β13 ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν στους συγκυρίους τα ως άνω ποσοστά των ως άνω επιδίκων ακινήτων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που ομοίως έκρινε δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης. Περαιτέρω, με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την υπό κρίση σε βάρος τους αγωγή, καθόσον έπρεπε να εξετάσει παρεμπιπτόντως το ζήτημα της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων, τα οποία είναι μούλκια και να εφαρμόσει ως προς αυτά το κληρονομικό καθεστώς των μουσουλμάνων και δη το Ιερονομικό Κληρονομικό των Μωαμεθανών Δίκαιο ΦΕΡΑΙΖ, εκ του οποίου προκύπτουν διαφορετικά ποσοστά συγκυριότητας για τις αδελφές του πρώτου των εκκαλούντων και δικαιοπαρόχου των πρώτου και δευτέρου των εφεσιβλήτων.
Ο πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τον μουσουλμανικό νόμο (Ιερονομικό Κληρονομικό των Μωαμεθανών Δίκαιο ΦΕΡΑΙΖ), βάση του κληρονομικού δικαίου των μουσουλμάνων αποτελεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή και όχι η εκ διαθήκης, ενώ, κατά τα αναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά όλες οι κληρονομικές διαδοχές στην υπό κρίση αγωγή βασίζονται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή και καμία σε εκ διαθήκης διαδοχή εκ της οποίας θα προέκυπτε ακυρότητα σύμφωνα με το Ιερονομικό Κληρονομικό των Μωαμεθανών Δίκαιο ΦΕΡΑΙΖ.
Εξάλλου, κατά την αντίκρουση της αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη, ο πρώτος εκκαλών-εναγόμενος ουδόλως αμφισβήτησε την κυριότητα κατά τα ως άνω ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής των Σ. Σ. και Κ. Ν. επί των ανωτέρω ακινήτων, επικαλούμενος τον μουσουλμανικό νόμο, αλλά αντιθέτως ισχυρίστηκε ότι έλαβε στην αποκλειστική κατοχή και νομή του τα υπό στοιχεία Α1, Α2, Β4, Β6, Β7, Β13 και Β14 ακίνητα, δυνάμει ατύπου διανομής μεταξύ αυτού, της δεύτερης εναγομένης (αδελφής του) και της αδελφής του Σ.
Μ. Σ. κατά το έτος 1985, τα οποία έκτοτε κατείχε και νέμονταν αποκλειστικά αυτός, διανοία κυρίου, καθιστάμενος κύριος των ακινήτων αυτών με έκτακτη χρησικτησία. Όσον αφορά τους υπό στοιχεία A3 και Α4 αγρούς, ισχυρίστηκε.... Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά οι εκκαλούντες συνομολόγησαν την εξ αδιαθέτου διαδοχή όλων των τέκνων του αρχικού τους δικαιοπαρόχου και επικαλέστηκαν μόνο ότι έχουν γίνει κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας....
Επομένως, και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα λόγου έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπό κρίση έφεση, καθώς και ο πρόσθετος λόγος έφεσης". Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση και τον πρόσθετο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι (σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου), με τον μοναδικό από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 19, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης παράλειψης εφαρμογής του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, που συνίσταται, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο αναιρετήριο, στο ότι "προέβη στην απόρριψη του πρόσθετου λόγου εφέσεως χωρίς να αιτιολογήσει ειδικώς δια ποίον λόγον υπολόγισε τα ιδανικά μερίδια των εξ αδιαθέτου κληρονόμων επί τη βάσει των διατάξεων του Αστικού Κώδικος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, μολονότι αποδέχθηκε την ύπαρξη εξ αδιαθέτου κληρονομικών διαδοχών μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, καθώς επίσης δια ποίον λόγον δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του Μουσουλμανικού Νόμου, οι οποίες ρυθμίζουν τις κληρονομικές σχέσεις μεταξύ των μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων και διαφοροποιούν το ποσοστό συγκυριότητας των διαδίκων επί των κληρονομιαίων επιδίκων ακινήτων".
Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι ο Ιερός Μουσουλμανικός Νόμος αναφέρεται στις κληρονομικές σχέσεις Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμάνων στο θρήσκευμα, όταν η κληρονομιαία περιουσία αφορά ακίνητα "καθαρής ιδιοκτησίας", ενώ δεν υπάρχει τέτοια παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού τα κληρονομιαία ακίνητα χαρακτηρίζονται σε αυτή ως αγροί και, συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ένα όμως μέλος του δικαστηρίου και συγκεκριμένα η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ζαμπέτα Στράτα είχε την γνώμη ότι: Κατά το άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από τη ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος και το τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000), αφού οι απαράδεκτοι και μη νόμιμοι ισχυρισμοί δεν είναι ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 64/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης εκτίθενται τα εξής: Οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των αναιρεσειόντων και της τρίτης αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης την ένδικη από 10/10/2013 διεκδικητική ακινήτων αγωγή, επικαλούμενοι, ως προς την κτήση της συγκυριότητάς τους επ' αυτών, παράγωγο τρόπο και, συγκεκριμένα, ο μεν πρώτος εξ αυτών για ορισμένα (τέσσερα συνολικά) ακίνητα σύμβαση γονικής παροχής, που καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικώς και νόμιμα μεταγράφηκε, σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, αμφότεροι δε για τα υπόλοιπα δεκατέσσερα (14) ακίνητα, κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας το έτος 2012 κυρίας αυτών, μητέρας και συζύγου αυτών, αντιστοίχως, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκαν με τις αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, νομίμως μεταγεγραμμένες, σύμφωνα με τα άρθρα 1710, 1813, 1820, 1846 και 1193 ΑΚ.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής οι αναιρεσείοντες- τότε εναγόμενοι-ισχυρίστηκαν α) ότι κατέστησαν κύριοι των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων στο χρόνο νομής τους το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους, πρώτου αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 1045 και 1051 του ΑΚ, και β) ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος είναι καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 95/2015 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι άσκησαν κατά της εν λόγω απόφασης την από 14/6/2016 έφεση, καθώς και τους από 23/3/2017 πρόσθετους λόγους εφέσεως, με τους οποίους (πρόσθετους λόγους) προέβαλαν, για πρώτη φορά, τον πραγματικό ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, καθώς και οι δικαιοπάροχοι τους, ήταν Έλληνες υπήκοοι Μουσουλμάνοι το θρήσκευμα και οι κληρονομικές σχέσεις αυτών ρυθμίζονται, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) ακίνητα, όπως είναι τα επίδικα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 του νόμου 2345/1920 και 5 παράγραφος 2 του νόμου 1920/1991, από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο και, ειδικότερα, από το Ιερονομικό Κληρονομικό Δίκαιο των Μωαμεθανών ΦΕΡΑΙΖ, κατά το οποίο τα κληρονομικά μερίδια των δικαιοπαρόχων τους επί των επιδίκων ακινήτων σε κάθε εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή ήταν μικρότερα εκείνων, που προσδιορίστηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα.
Γι' αυτό ζήτησαν την, κατά παραδοχή του πρόσθετου αυτού λόγου εφέσεως, μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή για τα προκύπτοντα από την εφαρμογή του Ιερονομικού Κληρονομικού Δικαίου των Ελλήνων Μουσουλμάνων ιδανικά μερίδια των εναγόντων επί των επίδικων ακινήτων.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 246/2018 απόφασή του, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, στην κρίση του δε αυτή, ειδικά ως προς την απόρριψη του ως άνω προβληθέντος ισχυρισμού, κατέληξε με τις παραδοχές ότι "κατά την αντίκρουση της αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη ο πρώτος εκκαλών-εναγόμενος ουδόλως αμφισβήτησε την κυριότητα κατά τα ως άνω ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής των Σ.Σ.
και Κ. Ν. επί των επίδικων ακινήτων, επικαλούμενος τον μουσουλμανικό νόμο...". Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα, οι πλημμέλειες : α) από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και β) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον προαναφερόμενο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό.
Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι, όπως συνομολογείται από τους αναιρεσείοντες, αλλά και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, ο προταθείς με τον πρόσθετο λόγο εφέσεως, ισχυρισμός, επί του οποίου στηρίζονται αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης, απαραδέκτως, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ προβλήθηκε στο Εφετείο, δεδομένου ότι δεν προτάθηκε στην πρωτόδικη δίκη και δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι συνέτρεχε κάποια, από τις αναφερόμενες στην ως άνω διάταξη, περιπτώσεις του παραδεκτού της κατ' εξαίρεση προβολής του για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειόντων, που το κατέθεσαν (άρθρο 495 παράγραφος 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/10/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 246/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο και?
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ