Legislator Case Law & Legislation
1057/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on distribution contract, upholding lower court's finding of non-exclusive distribution.

Case Number 1057/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a distribution contract dispute. The appellant argued the contract was exclusive, but the court found the facts showed only simple distribution without binding exclusivity clauses. Consequently, the court ruled the First Instance Court correctly applied the law and rejected the claim for customer compensation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews substantive law violations by examining whether the lower court misinterpreted or failed to apply mandatory legal provisions regarding contract exclusivity.

Keywords

AI generated
distribution contract exclusive distribution customer compensation substantive law violation appeal admissibility non-exclusive agreement legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 4(1), 288, 361 of the Civil Code
Articles 4(1), 9 and 10(1), 2 of Presidential Decree 219/1991
Article 14(4) of Law 3557/2007

Cited Case Law

AI generated
Case 191/2016
Case 11/2017
Case 10/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1057 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1057/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής Ά. Χ. του Ι.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας σιγαρέττων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Ελένη Παπακωνσταντίνου και 2) Γεώργιο Ρισβά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 1216/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκουσία εκδοθείσας υπ’ αριθ. 1216/2017 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένως, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 11/2017, 10/2011).

Η ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής( ΑΠ 191/2016).

Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, θεμελιούμενη στην συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) και στην υπό του άρθρου 361 AK προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές τού αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 191/2016, 852/2015,165/2015).

Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενη σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995.

Στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Πλην, παρά την διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής δύνανται να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τόσο οι διατάξεις του προμνημονευθέντος Π.Δ/τος, εφ’ όσον εναρμονίζονται προς την φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης αυτής συμβατικής μορφής, όσον και εκείνες περί εντολής του ΑΚ (ΑΠ 812/1991), υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ.

ι του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστεως που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσεως του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξεως στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ’ όψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου, όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενο του, δ) εάν το πελατολόγιο του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασεως διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέα και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.

Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π. δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα αναλήψεως υποχρεώσεως μη ανταγωνισμού και προωθήσεως διαρκώς και αποκλειστικώς των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 804/2015, 1909/13).

Εν προκειμένω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε στο δικόγραφο της αγωγής, σε σχέση με την μεταξύ αυτής και της εναγόμενης συμβατική σχέση, όπως δέχθηκε και το Πολυμελές Πρωτοδικείο τα εξής: ότι διατηρεί πρατήριο σιγαρέτων και εν γένει καπνικών προϊόντων στο ... και ότι δυνάμει άτυπης συμβάσεως που συνήψε με την εναγόμενη καπνοβιομηχανία από το έτος 1975 ανέλαβε τη διανομή των προϊόντων της τελευταίας σε λιανοπωλητές που βρίσκονται προεχόντως στις περιοχές πλησίον του τόπου εγκαταστάσεως της, ήτοι στις περιοχές ..., με εμπορικό κέρδος που αντιστοιχεί στη διαφορά της τιμής (χονδρικής) αγοράς και της τιμής πωλήσεως (ποσοστό κέρδους 2,8% περίπου), έχοντας την υποχρέωση, με βάση προφορικώς συμφωνηθέντες όρους λειτουργίας τής μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως διανομής, οι οποίοι αποτυπώθηκαν και κωδικοποιήθηκαν στην από 18-4-2006 εγκύκλιο της εναγομένης, να ακολουθεί τις οδηγίες της ως προς την εκτέλεση χρονοδιαγράμματος παραδόσεων και την ύπαρξη των αναγκαίων αποθεμάτων για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, να αποστέλλει σε τακτά χρονικά διαστήματα αναλυτικά στοιχεία για το πελατολόγιο της, να ακολουθεί τη διαφημιστική και πιστωτική πολιτική της εναγομένης, να τηρεί τη δασμολογική και φορολογική νομοθεσία, διαθέτοντας προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων μέσω του δικτύου διανομής και μεταφοράς που έχει αναπτύξει με δικές της δαπάνες στην ως άνω γεωγραφική περιοχή’ ότι η ενάγουσα τήρησε όλους τους συμφωνηθέντες όρους και προώθησε με επιτυχία τα προϊόντα των σημάτων της εναγόμενης, ακολουθούσε τις οδηγίες και υποδείξεις της εναγόμενης ως προς τον τρόπο διανομής των προϊόντων, ανέχθηκε όλους τους ελέγχους εκ μέρους της εναγόμενης και συμμορφώθηκε σε όλες τις απαιτήσεις της και έδινε όλες τις πληροφορίες που ζητούσε για την εμπορική της δραστηριότητα, ότι η εναγόμενη, παρότι γνώριζε κατά την έναρξη της συνεργασίας, αλλά και κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυτής, ουδεμία αντίρρηση έφερε για το ότι η ενάγουσα διένειμε και τσιγάρα και εν γένει καπνικά προϊόντα άλλων σημάτων άλλων προμηθευτών, διότι προφανώς δεν βλαπτόταν’ ότι με την από 23 Νοεμβρίου 2012 επιστολή της, η εναγομένη εταιρεία ενημέρωσε την ενάγουσα ότι αποφάσισε να προχωρήσει στην αναδιοργάνωση του συστήματος διανομής των προϊόντων της στις περιοχές της ...

με την καθιέρωση και στις περιοχές αυτές συστήματος αποκλειστικής διανομής ανάλογου με εκείνο που εφαρμόζει στην υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ με το από 26-11-12 έγγραφο κατήγγειλε τη σύμβαση με ισχύ την 31-5-13. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει νομιμοτόκως:

α) ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 99.262,45 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 23%, β) ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη του επομένου από τη λήξη της ένδικης σύμβασης εξαμήνου, το ποσό των 44.450,42 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 23%, το οποίο αντιστοιχεί στις προμήθειες που θα εισέπραττε η ενάγουσα αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά της εναγομένης, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1, 18α ν. 146/1914, επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 914, 919 ΑΚ, όλως δε επικουρικά με βάση της ενδοσυμβατική ευθύνη της (άρθρα 8 παρ. 4, 9 παρ. 1γ Π.Δ. 219/1991 αναλογικά εφαρμοζόμενες)...".

Με την προσβαλλομένη απόφαση η αγωγή - ως προς τα αγωγικά αιτήματα καταβολής αποζημιώσεως πελατείας του άρθρου 9 Π.Δ. 219/1991 και διαφυγόντων κερδών ως προς την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί βάση των άρθρων 8 και 9 Π.Δ. 219/1991 - κρίθηκε ως μη νόμιμη, κατά τη θεμελίωσή της στις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ’ όσον, κατά τις παραδοχές της, "...δεν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις αναλογικής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Τούτο διότι, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση, δεν ομοιάζει κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και ούτε συνιστά σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ώστε να επιβάλλεται και για αυτήν η αναλογική εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του Π.Δ. 219/1991, καθόσον οι διαλαμβανόμενοι στο δικόγραφο της αγωγής συμβατικοί όροι δεν καθιστούν την ενάγουσα αποκλειστικό διανομέα, ενεργούντα ως τμήμα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης παραγωγού- προμηθεύτριας καπνικών ειδών.

Ειδικότερα η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας δεν είναι εκείνη της αποκλειστικής διανομής, καθόσον ελλείπει το ουσιώδες στοιχείο της αποκλειστικότητας, ... που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο της συμβάσεως της αποκλειστικής διανομής, ήτοι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή ...

Όμως, στην υπό κρίση περίπτωση, κατά τα ρητώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα διακινούσε "προεχόντως" στις περιοχές ... εμπορεύματα της εναγομένης, επειδή οι περιοχές αυτές ήταν πλησίον του τόπου εγκατάστασής της και ουχί επειδή υπήρχε σχετική συμβατική δέσμευση, ενώ, επίσης, στις ανωτέρω περιοχές διέθετε προς μεταπώληση και ανταγωνιστικά προς τα επίδικα συμβατικά προϊόντα άλλων παραγωγών-προμηθευτών της, ήτοι δεν είχε αναλάβει συμβατική υποχρέωση, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις, διαθέτοντας στους πελάτες του δικτύου της αποκλειστικά και μόνο τα συμβατικά προϊόντα της εναγομένης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή για τον χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης το γεγονός ότι τούτο - όπως επικαλείται η ενάγουσα - γινόταν χωρίς βλάβη της εναγομένης, λόγω της έλλειψης εναλλαξιμότητας των σιγαρέττων στην σχετική αγορά.

Εξάλλου, τα διαλαμβανόμενα στο υπό κρίση δικόγραφο πραγματικά περιστατικά (δημιουργία αποθεμάτων, αποστολή πελατολογίου, συγκεκριμένη διαφημιστική και πιστωτική πολιτική της εναγομένης, τήρηση δασμολογικής και φορολογικής νομοθεσίας), κυρίως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, κατά τα ρητώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, ελλείπει το στοιχείο της αποκλειστικότητας για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την προαναφερόμενη έννοια, δεν συνιστούν συμβατικές υποχρεώσεις επαρκείς, ώστε να καταστήσουν τον διανομέα αποκλειστικό, αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού, εντεύθεν να επιβάλλεται η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 219/1991 περί τακτικής καταγγελίας και αποζημιώσεως πελατείας...".

Κατ’ ακολουθίαν, το Πρωτοδικείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε ότι η ένδικη συμβατική σχέση υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά είναι αυτή της απλής διανομής και στη συνέχεια έκρινε απορριπτέο ως μη νόμιμο το ανωτέρω κονδύλιο καταβολής αποζημιώσεως πελατείας ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ 1 Σ, 288, 361 ΑΚ, 4 παρ. 1, 9 και 10 παρ. 1, 2 ΠΔ 219/1991 και 14 14§4 του ν. 3557/2007,συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, εντεύθεν ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1216/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ