Legislator Case Law & Legislation
1057/2012 AI generated

1057/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1057/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1057/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1057 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1057/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Ν. Μ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν γνωστοποίησε τα στοιχεία του, ούτε προσεκόμισε νομιμοποιητικά έγγραφα που να νομιμοποιεί την παράστασή του.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πάπαρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουνίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 368/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 10 Μαΐου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει: 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της, 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή σχετική πληρεξουσιότητα, θεωρείται ως μη παριστάμενος.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου ή του μη παρασταθέντος νομίμως διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως η αναιρεσείουσα παραστάθηκε δια δικηγόρου χωρίς ο τελευταίος να γνωστοποιήσει τα στοιχεία του. Όπως δε προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα σχετική συμβολαιογραφική πράξη περί παροχής πληρεξουσιότητας προς πληρεξούσιο δικηγόρο με συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεώς της και τη μη προσήκουσα εμφάνισή της. Προσκομίζεται, όμως, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υπόθεσης και παριστάμενο νομίμως αναιρεσίβλητο η υπ' αριθμ. 10.304Β'/22-02-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας ..., από την οποία προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα δικάσιμο της 21-05-2012 και κλήση προς συζήτηση γι' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί η αναίρεση παρά τη δικονομική της απουσία (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν.3719/2008, "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζυγών προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά όχι από το χρόνο που είχε προσδιορισθεί αρχικά να συζητηθεί η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά από το χρόνο της μετ' αναβολή πρώτης στο ακροατήριο κατ' ουσίαν συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.

Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή7εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάστασης του συζυγικού δεσμού, και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.

Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (Ολ.ΑΠ 20/1990 ΑΠ 635/2002, ΑΠ 621/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 368/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης έγιναν δεκτά ανελέγκτως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα: " Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 26-12-1972 στον Ιερό Ναό Αγίου Σύλα στην Καβάλα. Μετά το γάμο τους απέκτησαν δύο, ήδη ενήλικα, τέκνα, τον Β. και την Ε. και εγκαταστάθηκαν στην Καβάλα, όπου συμβίωσαν. Στην αρχή η συμβίωσή τους ήταν αρμονική, στη συνέχεια όμως ανεφάνισαν προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις και ο ενάγων, που είχε ήδη συνάψει εξωσυζυγικό δεσμό με τη Χ. Τ., απεχώρησε από τη συζυγική στέγη, επί της οδού ... στην Καβάλα και εγκαταστάθηκε με την παραπάνω σύντροφό του στην οδό ... στην Καβάλα, όπου διαμένουν συνεχώς από τότε, καταβάλλοντας τους λογαριασμούς στους οργανισμούς κοινής ωφελείας και έχοντας κοινή κοινωνική ζωή, ενώ η εναγομένη παρέμεινε στη συζυγική στέγη. Από τότε (2005) οι διάδικοι σύζυγοι κατοικούν σε διαφορετικές οικίες, χωρίς να διατηρούν καμιά επαφή και επικοινωνία μεταξύ τους (πέραν της παρακάτω αναφερομένης τυπικής για τη σύνταξη της φορολογικής δήλωσης), ούτε έχουν πρόθεση επανασύνδεσης.

Συνεπώς, η συμβίωσή τους διασπάστηκε οριστικά, η δε διάστασή τους αυτή συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 17-2-2010. Την παραπάνω παραδοχή δεν αναιρεί το γεγονός ότι μέχρι το έτος 2008 ο ενάγων υπέβαλε κοινή φορολογική δήλωση με την εναγομένη σύζυγό του, δηλώνοντας ως κατοικία την οδό ..., αφού αυτό οφείλεται στο ότι τη σύνταξη και την υποβολή των φορολογικών τους δηλώσεων την επιμελούνταν η εναγομένη και δεν αποδεικνύεται άνευ ετέρου ότι οι διάδικοι σύζυγοι εξακολουθούσαν να συμβιώνουν μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2008 στη συζυγική στέγη επί της οδού ..., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη.

Επομένως, αφού από την έναρξη της διάστασης (2005) μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (17-2-2010), συμπληρώθηκε διετία, τεκμαίρεται αμάχητα ότι η έγγαμη σχέση των διαδίκων έχει κλονιστεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (λόγω του ότι η εναγομένη είχε δικασθεί ερήμην στον πρώτο βαθμό), δέχθηκε ακολούθως την αγωγή που είχε ασκήσει από το άρθρο 1439 παρ. 3 του ΑΚ ο αναιρεσίβλητος και απάγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης (ΑΚ 1439 παρ.3).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της συμπλήρωσης της διετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 2005 μέχρι την 17-02-2010 που συζητήθηκε η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της διετούς διάστασης και δικαιολογούν την απόρριψη των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.4 και 578 του ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να αναφέρονται:

α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β) τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών.

Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένο διατακτικό, δεδομένου ότι αυτοί ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να γίνεται καμιά περαιτέρω αναφορά, ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί αυτοί, τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί προτάθηκαν και ποια επίδραση ασκούσαν στο διατακτικό της αποφάσεως του Εφετείου.

Επομένως, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωση του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς, επίσης, και η επίδραση που είχαν αυτά στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη παρόλο που γίνεται επίκληση των εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι δημόσια" είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα και δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε η ουσιώδη επίδραση που είχαν αυτά στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.12 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία απ' αυτά. Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (αριθ.12 αρθρ. 559 ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ, στην αίτηση αναιρέσεως: α) να προσδιορίζεται επακριβώς το αποδεικτικό μέσο, β) να αναφέρεται η αποδεικτική δύναμη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο, γ) να αναγράφεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 354/99).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδείξεων, διότι, τα μεν προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν δημόσια, με πλήρη αποδεικτική δύναμη, δεν αξιολόγησε καθόλου ή αξιολόγησε πλημμελώς, ενώ έδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στα ιδιωτικά κυρίως έγγραφα και στους αναξιόπιστους μάρτυρες του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, αφού κανένα από τα προαναφερόμενα, στοιχεία δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, προκειμένου αυτός να καθίσταται ορισμένος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 368/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ