Legislator Case Law & Legislation
1057/2011 AI generated

1057/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1057/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 84/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10.10.2005 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της υπ' αριθ. 78/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία έγινε δεκτή η από 27.10.2000 αγωγή του αναιρεσίβλητου ΚΤΕΛ και αναγνωρίσθηκε ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό το ποσό των 102.523,65 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556, 558,564,566§1 ΚΠολΔ),είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

1057/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρ. 2§9 ν. 1566/1985 για τη "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης" ορίζεται ότι "Μαθητές που κατοικούν μακριά από την έδρα του σχολείου μπορεί να μεταφέρονται δωρεάν ή να διαμένουν και να σιτίζονται δωρεάν στον τόπο που λειτουργεί το σχολείο. Αν η μεταφορά είναι αντικειμενικά αδύνατη ή δεν υπάρχουν προϋποθέσεις δωρεάν διαμονής και σίτισης, μπορεί να καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1057 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1057/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Εδρεύοντος στη Λειβαδιά Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Βοιωτίας" στη θέση του οποίου υποκαταστάθηκε ως διάδοχος από το νόμο (άρθρο 283 παρ. 2 ν. 3852/2010) το Νομικό Πρόσωπο Δημόσιο Δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Ανδρέου και Λουκά Ανέστη.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου που εδρεύει στη Θήβα με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΘΗΒΩΝ" και ήδη "ΚΤΕΛ ΘΗΒΩΝ Α.Ε", νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Γιολδασέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Οκτωβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών και εκδόθηκε η 71/2001 απόφασή του, με την οποία αυτό κηρύχθηκε κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Ακολούθως εκδόθηκαν η 78/2005 οριστική του εν λόγω Δικαστηρίου και η 84/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική 'Εδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 84/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 84/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10.10.2005 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της υπ' αριθ. 78/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία έγινε δεκτή η από 27.10.2000 αγωγή του αναιρεσίβλητου ΚΤΕΛ και αναγνωρίσθηκε ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό το ποσό των 102.523,65 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556, 558,564,566§1 ΚΠολΔ),είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Με το άρθρ. 2§9 ν. 1566/1985 για τη "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης" ορίζεται ότι "Μαθητές που κατοικούν μακριά από την έδρα του σχολείου μπορεί να μεταφέρονται δωρεάν ή να διαμένουν και να σιτίζονται δωρεάν στον τόπο που λειτουργεί το σχολείο. Αν η μεταφορά είναι αντικειμενικά αδύνατη ή δεν υπάρχουν προϋποθέσεις δωρεάν διαμονής και σίτισης, μπορεί να καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα".

Περαιτέρω με το άρθρ. 6§25 ν.2240/1994, όπως ισχύει μετά το άρθρ.10§9β ν. 2327/1995, ορίζεται ότι "Η κατά το άρθρ. 2§9 ν.1566/1985 μεταφορά των μαθητών στον τόπο που λειτουργεί το σχολείο πραγματοποιείται από τους οικείους Ο.Τ.Α. είτε με τη χρησιμοποίηση ιδιόκτητων μέσων είτε με τη χρήση των συνήθων αστικών και υπεραστικών μέσων είτε με μίσθωση ιδιωτικών μέσων μεταφοράς είτε με άλλο πρόσφορο μέσο.

Για θέματα που προκύπτουν όταν η μεταφορά αναφέρεται σε μαθητές διαφορετικών Ο.Τ.Α., αποφασίζει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών και Εσωτερικών κατανέμονται στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις οι πιστώσεις για μεταφορά μαθητών που εγγράφονται στον κρατικό προϋπολογισμό.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Εσωτερικών καθορίζονται τα κριτήρια κατανομής των πιστώσεων στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και οι σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής". Σχετικά εκδόθηκε η ΙΒ/6722/1996 (ΦΕΚ Β' 794/1996) κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που όρισε με το άρθρ.1 τα ακόλουθα: " Οι μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που κατοικούν μακριά από την έδρα του σχολείου τους, μπορεί να μεταφέρονται δωρεάν από τον τόπο της κατοικίας τους στο σχολείο που οφείλουν να φοιτούν και αντίστροφα, με δαπάνη και φροντίδα του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3,4,6,8 και 10 του παρόντος άρθρου.

Δικαίωμα δωρεάν μεταφοράς έχουν οι μαθητές που κατοικούν μακριά από την έδρα του σχολείου και σε απόσταση μεγαλύτερη από τα 1200 μέτρα για μαθητές Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, 2500 μέτρα για μαθητές Γυμνασίου και 4000 μέτρα για μαθητές Λυκείου (§1). Εφόσον οι Δήμοι και οι Κοινότητες δεν διαθέτουν ιδιόκτητα μεταφορικά μέσα, η μεταφορά των μαθητών γίνεται με τα οικεία ΚΤΕΛ, τα τραίνα και τα λεωφορεία του ΟΣΕ και τα θαλάσσια συγκοινωνιακά μέσα ...

Οι μαθητές που μεταφέρονται δωρεάν με το μέσο αυτό εφοδιάζονται με Ειδικό Μαθητικό Δελτίο (Ε.Μ.Δ.) ... Η αξία του Ε.Μ.Δ. θα υπολογίζεται στο 50% της κανονικής τιμής του εισιτηρίου της διαδρομής που θα διακινείται ο μαθητής από την κατοικία του στην έδρα του σχολείου και αντίστροφα (§3) ... §§4-10... Στις περιπτώσεις των §§ 3, 4, 6, 8 και 10 η δαπάνη μεταφοράς των μαθητών βαρύνει την οικεία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και καταβάλλεται απ' αυτή.

Στις περιπτώσεις των §§ 2 και 5 η δαπάνη βαρύνει τους οικείους ΟΤΑ και καταβάλλεται απ' αυτούς (§11)". Η ίδια υπουργική απόφαση όρισε με το άρθρ. 4 και τα ακόλουθα: "Η καταβολή της δαπάνης μεταφοράς των μαθητών στους δικαιούχους ενεργείται από τους υπόχρεους σ' αυτό στο τέλος κάθε μήνα ή όπως ειδικότερα ορίζεται στις επιμέρους συμβάσεις με βάση τα νόμιμα δικαιολογητικά.

Εκτός αυτών απαιτείται και βεβαίωση του Διευθυντή του οικείου σχολείου, στην οποία περιλαμβάνεται ο αριθμός των διατεθέντων κατά μήνα ειδικών μαθητικών δελτίων, η συνολική αξία τους σε δραχμές και η κατά μήνα πραγματοποίηση μεταφοράς των μαθητών αυτών, εφόσον πρόκειται για μεταφορά που πραγματοποιείται με Ε.Δ.Μ., ή βεβαίωση του Διευθυντή του οικείου σχολείου ότι πραγματοποιήθηκε κατά μήνα η μεταφορά των μαθητών του σχολείου με μισθωμένα μέσα δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης".

Επίσης κατά το άρθρ. 2§24 ν. 2621/1998: "α) Από 1.9.1998 για τη μεταφορά των μαθητών των δημόσιων σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εγγράφονται σχετικές πιστώσεις στους προϋπολογισμούς εξόδων κάθε Περιφέρειας του άρθρ. 1 ν. 2503/1997. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας επιχορηγούνται οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις αυτής για την αντιμετώπιση των δαπανών μεταφοράς των μαθητών, β) η μεταφορά των μαθητών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 ν. 2446/1996.

Κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απευθείας ανάθεση της μεταφοράς σε λεωφορεία των ΚΤΕΛ ή ΡΟΔΑ και αν δεν υπάρχουν τουριστικά λεωφορεία, εφόσον ο διενεργούμενος δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός αποβαίνει άγονος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρ. 2§§12 και 13 ν. 2286/1995 και των άρθρ. 79 μέχρι 85 ν. 2362/1995, γ)...

δ) με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες για τη μεταφορά ή την επιδότηση των μαθητών και ο τρόπος των καταβαλλόμενων δαπανών στους δικαιούχους και το ύψος των επιδοτήσεων, ε) κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της § 9 του άρθρ. 2 ν. 1566/1985 και η § 25 του άρθρ. 6 ν. 2240/1994".

Εξ άλλου με τις διατάξεις του άρθρ. 41 ν.δ. 496/1974 "περί Κώδικος Λογιστικού των ΝΠΔΔ", ορίζεται ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ΝΠΔΔ που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [και μεταγενέστερα κατά την υπ' αριθ. 2054839/452/0026/3-9.7.1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 447/1992) 150.000 δραχμών ή 440,20 ευρώ, ήδη δε κατά την υπ' αριθ. 2/59649/ 0026/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1427/2001) 2500 ευρώ] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής αν εκπληρωθεί η σύμβαση.

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με τις διατάξεις του άρθρ. 84 ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και ήδη με τις διατάξεις του άρθρ. 80 του νέου ν. 2362/ 1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" (που αντικατέστησε το προηγούμενο ν.δ.), συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό ΝΠΔΔ ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159§1 ΑΚ άκυρη τη σύμβαση και συνεπώς θεωρούμενη κατά το άρθρ.180 ΑΚ ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 1626/1995, ΑΠ 181/2004, ΑΠ 1161/2009, ΑΠ 1135/2010).

Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης και παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος (ΑΠ 541/1978, ΑΠ 1646/1995, ΑΠ 250/2006).

Ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρ. 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη που μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε αντιστρόφως ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994), η οποία διαφορετικά θα συνέβαινε και τέτοια είναι προπάντων η περίπτωση αποφυγής δαπανών, στις οποίες ο υπόχρεος ήταν για πραγματικούς λόγους αναγκασμένος να προβεί ή όφειλε από το νόμο ή τη σύμβαση να έχει προβεί.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1627/2010).

Στοιχεία της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη, είναι γενικώς η ύπαρξη περιουσιακής ωφέλειας σε κάποιο πρόσωπο, η αιτία για την οποία αυτή επήλθε και η ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 273/1993, ΑΠ 673/1999).

Έτσι αν η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αφορά αναζήτηση ωφέλειας που προήλθε από την εκτέλεση άκυρης σύμβασης, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να προσδιορίζονται τα στοιχεία της σύμβασης και ο λόγος της ακυρότητάς της, εξ αιτίας της οποίας ο αντίστοιχος πλουτισμός είναι νομικά αδικαιολόγητος (ΟλΑΠ 22/2003).

Αντίθετα δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής αυτής η διατήρηση του πλουτισμού εξακολουθητικά στον λήπτη, αφού όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 909 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος και εναπόκειται συνεπώς στο λήπτη του πλουτισμού να επικαλεσθεί ως εναγόμενος και να αποδείξει κατά το άρθρ. 338§1 ΚΠολΔ το γεγονός της απώλειας ή της μείωσης του αρχικού πλουτισμού του (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 1484/2008).

Τέλος κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου ( ΟλΑΠ 20/2005).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1225/2008, ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΝοΒ 1982.1054, ΑΠ 874/1996, 1452/2007).

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004, ΑΠ 506/2010) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, όπως αυτή περιορίσθηκε και παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ, ισχυριζόμενο ότι σε εκτέλεση προφορικών και συνεπώς ακύρων συμβάσεων, που σύναψε με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, μετέφερε με λεωφορεία του κατά τα σχολικά έτη 1996-1997, 1997-1998 και 1998-1999 μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από την ευρύτερη περιοχή της Θήβας προς και από τα Γυμνάσια και Λύκεια της ίδιας περιοχής, έναντι κομίστρου που είχε συμφωνηθεί στο μισό του κανονικού εισιτηρίου, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ οφείλει σ' αυτό και υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 3.538.700 δραχμών και ήδη 103.852,38 ευρώ, που αντιστοιχεί στο συμφωνημένο κόμιστρο, το οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν κατέβαλε και ωφελήθηκε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας του, αφού εξασφάλισε τη μεταφορά των μαθητών της περιοχής ευθύνης του χωρίς αντίστοιχη από την πλευρά του δαπάνη, στην οποία διαφορετικά, δηλαδή στο πλαίσιο έγκυρων συμβάσεών τους, θα ήταν υποχρεωμένο από τις συμβάσεις τους, αλλά και από το νόμο, να προβεί.

Με τις πρωτόδικες προτάσεις του, αλλά και με λόγους της έφεσής του, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτή, όπως θα έπρεπε, αφενός μεν η απόσταση μεταξύ της κατοικίας των μεταφερόμενων μαθητών και των σχολείων στα οποία αυτοί μεταφέρθηκαν, ώστε να μπορεί να κριθεί αν είχαν δικαίωμα δωρεάν μεταφοράς και αφετέρου αν σώζεται ο επικαλούμενος πλουτισμός του.

Η ένσταση αυτή αοριστίας της ένδικης αγωγής απορρίφθηκε τόσο με την πρωτόδικη όσο και με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, με τη σκέψη ότι δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή η χιλιομετρική απόσταση μεταξύ της κατοικίας των μαθητών και των σχολείων στα οποία αυτοί μεταφέρθηκαν, αφού η αγωγή δεν στηρίζεται στη σύμβαση, αλλά στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής ο ισχυρισμός ότι κατά την άσκησή της σωζόταν ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, αλλά θεμελιώνει καταλυτική της αγωγής ένσταση ο αντίθετος μ' αυτόν ισχυρισμός, δηλαδή ότι ο πλουτισμός δεν σωζόταν κατά την άσκηση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν συνιστά πράγματι στοιχείο της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση διατήρησης του πλουτισμού στον λήπτη και κατά το χρόνο της άσκησής της, ενώ εξ άλλου δεν συνιστά στοιχείο της ένδικης αγωγής ούτε η χιλιομετρική απόσταση μεταξύ της κατοικίας των μαθητών και των σχολείων στα οποία αυτοί μεταφέρθηκαν με τα λεωφορεία του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, αλλά στοιχείο καταλυτικής και πάλι ένστασης του αγωγικού δικαιώματος, αφού κατά τις διατάξεις των άρθρ. 2§9 ν.1566/1985, 6§25 ν. 2240/1994, 1§§1,3&11,4 της ΙΒ/6722/1996 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και 2§24 ν. 2621/1998 η συμβατική αξίωση του μεταφορέα των μαθητών για απόδοση σ' αυτόν του οφειλόμενου κομίστρου και κατ' επέκταση η αντίστοιχη αξίωσή του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν η σύμβαση είναι άκυρη, θεμελιώνεται στην περίπτωση της §3 της ως άνω υπουργικής απόφασης, δηλαδή όταν η μεταφορά γίνεται με λεωφορεία των ΚΤΕΛ, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στο γεγονός αυτό καθαυτό της μεταφοράς μαθητών εφοδιασμένων με το Ειδικό Μαθητικό Δελτίο, που εκδόθηκε από τον Διευθυντή του σχολείου τους, εναπόκειται δε στην οικεία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, που είναι υπόχρεη προς καταβολή της αντίστοιχης δαπάνης, να αμφισβητήσει το δικαίωμα των μαθητών για δωρεάν μεταφορά, ισχυριζόμενη ότι παρά τον εφοδιασμό των μαθητών με το Ε.Μ.Δ. (που δεν θα πρέπει πάντως να οφείλεται σε υπαιτιότητα των δικών της υπηρεσιών) η δωρεάν μεταφορά τους δεν δικαιολογείται στην πραγματικότητα από την απόσταση μεταξύ της κατοικίας τους και του σχολείου τους.

Εφόσον συνεπώς στο αυτό συμπέρασμα κατέληξε και το Εφετείο, έστω και με ελλιπείς εν μέρει αιτιολογίες, που όμως δεν παραβλάπτουν την ορθότητα της αντίστοιχης κρίσης του (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

3. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια ότι μολονότι με τον τέταρτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ διατυπώθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης παράπονο και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση ειδικότερα με την ουσιαστική κρίση της ότι υπήρξε πλουτισμός του και ότι σε κάθε περίπτωση ο πλουτισμός αυτός σωζόταν κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, το Εφετείο άφησε αδίκαστο το λόγο αυτό της έφεσής του και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει πράγματι η διατύπωση αντίστοιχου παραπόνου κατά της πρωτόδικης απόφασης, το οποίο δεν ερευνήθηκε από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, αφού αυτή, που παραδεκτά επίσης επισκοπείται, δεν ασχολήθηκε με την ουσία της υπόθεσης. Το σφάλμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι καθοριστικό για την έκβαση της δίκης και ιδρύει λόγο αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 8 του άρθρου αυτού (ΑΠ 140/1996, Δ 2006.686, ΑΠ 845/2009).

Συνεπώς είναι βάσιμοι οι αντίστοιχοι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως υπό άλλη σύνθεση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ). Το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), στο οποίο όμως η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του θα επιδικασθεί κατά τα άρθρ. 99§1 π.δ. 30/1996 και 283§2 ν. 3852/2010 μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (πρβλ. ΟλΑΠ 1114/1986).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 84/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ