Legislator Case Law & Legislation
1057/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of lawyer's liability claim for negligence.

Case Number 1057/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting a lawsuit for professional negligence. The appellant sued the opposing party's lawyer for damages based on a power of attorney, arguing the lawyer failed to notice a mortgage burden in 2000, thereby missing a six-month statute of limitations. The court held that the lower court's reasoning was sufficient and that the appellant's arguments regarding the statute of limitations and the lawyer's negligence were unfounded. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 73, 559, and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments, and dismisses appeals where the lower court's reasoning is sufficient and the appellant's arguments are unfounded.

Keywords

AI generated
professional negligence statute of limitations lawyer liability mortgage burden Code of Civil Procedure inadmissible appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 714 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1057 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1057/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:... κατοίκου .., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουράκο.

Της αναιρεσιβλήτου: ... δικηγόρου, κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δεβελάσκα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Απριλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2129/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 303/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 17 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 300/19-10-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 303/9-2-2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 13610/2002 αγωγή εφέρετο δι' αυτής προς διάγνωση αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δικηγόρου, απορρέουσα από τη συνδέουσα τους διαδίκους εντολή, με θεμελίωσή της κατά επικουρική σειρά στις διατάξεις των άρθρων α) 73 ΕισΝΚΠολΔ (αγωγή κακοδικίας), β) 714 ΑΚ (εντολή) και γ) 914 ΑΚ (αδικοπραξία).

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 2129/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη κατά τις επικουρικώς διατυπούμενες βάσεις της και κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης περί παρελεύσεως της οριζομένης στην διάταξη του άρθρου 73 παρ. 5 ΕισΝΚΠολΔ εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας κατά την κύρια βάση της, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 3770/25.10.2004 έφεση του ενάγοντος, η 303/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.

Με την εν λόγω απόφαση, κατά την εκτίμηση της οποίας δεν πλήττεται με λόγο εφέσεως το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με το οποίο απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες οι επικουρικώς διατυπούμενες βάσεις της αγωγής και εντεύθεν δεν μετεβιβάσθη κατά τούτο η υπόθεση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η απομένουσα προς έρευνα κύρια αυτής βάση αξιολογήθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι δεν συντρέχει περίπτωση πλημμελούς από υπαιτιότητα ασκήσεως των καθηκόντων της από την εναγομένη δικηγόρο, και επαλλήλως, λόγω παρελεύσεως εξαμήνου από της γνώσεως από τον ενάγοντα, τουλάχιστον από 1.6.2000, της επικαλούμενης ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης μέχρι ασκήσεως της αγωγής με την επίδοσή της στις 12.4.2002, κατά τη μοναδική όμοια αιτιολογία της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, κατ' αποδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, όπως προαναφέρθηκε, στην οποία, κατά νομική αναγκαιότητα, περιορίζονταν και οι λόγοι εφέσεως και η βασιμότητα της οποίας αποτελούσε το προέχον προς έρευνα θέμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Κατά της δευτεροβάθμιας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι με βάση τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, με το ακόλουθο, κατ' ακριβή κατά τόπο αντιγραφή της περιεχόμενο, "Ο ενάγων διατηρεί στην...επιχείρηση εμπορίας πτηνοτροφικών ειδών.

Αρχές Σεπτεμβρίου 1995 με προφορική εντολή του ανέθεσε στην εναγομένη, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, την οποία αποδέχθηκε η τελευταία, να προβεί υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, σε κάθε νόμιμη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια προκειμένου να εισπράξει για λογαριασμό του διάφορες απαιτήσεις που αυτός είχε σε βάρος τρίτων, με τους οποίους διατηρούσε εμπορικές συναλλαγές.

Μεταξύ των οφειλετών του ενάγοντος περιλαμβανόταν και ο Φ1, το χρέος του οποίου προς τον ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των 410.858,40 ευρώ (140.000.000 δρχ.). Μετά από ενέργειες της εναγομένης επήλθε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μεταξύ του ενάγοντος και του Φ1. Ειδικότερα, ο ενάγων παραιτήθηκε από μέρος της απαιτήσεώς του, περιορίζοντάς την στο ποσό των 306.676,44 ευρώ (104.500.000 δρχ.), το οποίο αναγνώρισε ο Φ1 εγγράφως στο από 15-12-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό (βεβαίωση - δήλωση), που υπέγραψαν οι προαναφερόμενοι.

Με το ίδιο συμφωνητικό ο Φ1 ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει αιτία πωλήσεως την ευρισκόμενη στο ... διώροφη οικία του που είναι κτισμένη στο υπ' αριθμ. ... οικόπεδο, εμβαδού 1.034 τ.μ., το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, εκτάσεως 8.445 τ.μ. και ένα οικόπεδο, εκτάσεως 1.182 τ.μ. περίπου, όμορο της ως άνω διωρόφου οικίας.

Κατόπιν των ανωτέρω, ο μεν ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, κατά το ίδιο συμφωνητικό, να ματαιώσει τους πλειστηριασμούς που επαναπροσδιορίστηκαν για τις 17-12-1997, προβαίνοντας στην άρση της κατασχέσεως, ο δε Φ1 ανέλαβε την υποχρέωση να προσέλθει σε οποιονδήποτε συμβολαιογράφο που θα υποδειχθεί για να γίνουν οι παραπάνω μεταβιβάσεις.

Επίσης, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το υπόλοιπο της οφειλής του Φ1 στην Εθνική Τράπεζα και την οφειλή του προς την ΔΟΥ .... Στις 2-12-1997, δηλαδή σε προγενέστερο χρόνο από τη σύνταξη του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βαρβάρας Ελαία, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Φ1 μεταβίβασε στη σύζυγο του ενάγοντος ...

και στα παιδιά του ... και ... κατά ποσοστό 50%, 25% και 25% εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως, το παραπάνω με αριθμό ....οικόπεδο, εμβαδού 1.034 τ.μ., μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας, εμβαδού 250 τ.μ., που βρίσκεται στο ..... Στο εν λόγω συμβόλαιο φέρονται εικονικά ως αγοραστές η σύζυγος και τα παιδιά του ενάγοντος, πραγματικός όμως αγοραστής ήταν ο ενάγων, προκειμένου να μειωθεί το χρέος του Φ1 προς αυτόν κατά το ποσό των 79.236,98 ευρώ (27.000.000 δρχ.).

Έτσι, ταυτόχρονα με την ως άνω μεταβίβαση ο ενάγων παρέδωσε στον Φ1 την από 2-12-1997 εξοφλητική απόδειξη ποσού 79.236,98 ευρώ (27.000.000 δρχ.), με την οποία βεβαίωνε ότι ο προαναφερόμενος οφειλέτης του κατέβαλε σ' αυτόν το ως άνω ποσό, κατά το οποίο και μειώθηκε η από 306.676,44 ευρώ οφειλή του. Στη συνέχεια δε, κατά το χρονικό διάστημα από 5-3-1998 έως 30-4-1998, ο ενάγων κατέβαλε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των 96.845,19 ευρώ (33.000.000 δρχ.), προκειμένου να εξοφληθεί η απαίτηση της ως άνω Τράπεζας κατά του Φ1 και να εξαλειφθεί η υποθήκη που βάρυνε το εν λόγω ακίνητο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επί του ως άνω ακινήτου, που μεταβιβάστηκε από τον Φ1 στη σύζυγο και τα παιδιά του ενάγοντος, εκτός από την υποθήκη υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω, υπήρχε και άλλη υποθήκη που γράφηκε στις 10-10-1995, υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, για ποσό 117.388,11 ευρώ (40.000.000 δρχ.).

Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος, η εναγόμενη δικηγόρος, ασκώντας πλημμελώς τα καθήκοντά της, δεν προέβη, ως όφειλε και υποχρεούταν, σε πλήρη και επισταμένο έλεγχο των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, σχετικά με το ως άνω ακίνητο του οφειλέτη του Φ1 και έτσι, επιδεικνύοντας βαρεία αμέλεια, παρείχε σ' αυτόν εσφαλμένες πληροφορίες σχετικά με τη νομική κατάσταση του εν λόγω ακινήτου αφού δεν τον πληροφόρησε ότι, εκτός από το ως άνω βάρος, υπήρχε επ' αυτού και η παραπάνω υποθήκη υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας (ΑΤΕ).

Έτσι, κατά τους ισχυρισμούς του, δέχθηκε να μεταβιβασθεί σ' αυτόν το εν λόγω ακίνητο το οποίο είναι βεβαρημένο με ένα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ενυπόθηκο χρέος του προκατόχου του, ύψους 117.388,11 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε λόγω των εσφαλμένων νομικών της εναγομένης, τότε δικηγόρου του. Ερευνώντας τον ισχυρισμό του ενάγοντος, στον οποίο και στηρίζεται η αγωγή του, το Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων γνώριζε, κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου, το γεγονός της υπάρξεως της ως άνω υποθήκης υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας.

Η κρίση του αυτή στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Μ1, δικαστικού επιμελητή, ο οποίος, μετά από εντολή της εναγομένης δικηγόρου, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του Φ1 στην οποία περιλαμβάνεται και το ως άνω οικόπεδο μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας, υπέρ των εταιριών με την επωνυμία "Νιτσιάκος ΑΒΕΕ" και "....", με έδρα τα ..., των οποίων εταιριών αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος στη Θεσσαλονίκη ήταν ο ενάγων.

Ειδικότερα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος είχε προσωπική αντίληψη του θέματός του και η κατάθεσή του κρίνεται πειστική λόγω της θέσεώς του ως τρίτου στην προκειμένη υπόθεση, ο ενάγων, ως ενταύθα αντιπρόσωπος των εταιριών αυτών και άμεσα ενδιαφερόμενος, γνώριζε για την ύπαρξη της εν λόγω υποθήκης από τότε που αυτός επέβαλε την κατάσχεση στα ως άνω ακίνητα, δηλαδή από το μήνα Σεπτέμβριο του 1996.

Επίσης, όπως κατέθεσε ο ίδιος, σε σχετικές συναντήσεις τους με τον ενάγοντα στο γραφείο της εναγομένης, που έγιναν μετά την επιβολή της κατασχέσεως, δηλαδή το έτος 1997, και οι τρεις συζητούσαν για την ύπαρξη των ως άνω βαρών στο ως άνω ακίνητο του οφειλέτη Φ1 μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η υποθήκη υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας.

Εκτός τούτου, από μία σειρά γεγονότων, για τα οποία γίνεται λόγος στη συνέχεια, προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση, μετά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου και πριν από το χρόνο που αναφέρει στην αγωγή του (τέλη Οκτωβρίου 2001), ο ενάγων γνώριζε την ύπαρξη της ως άνω υποθήκης. Συγκεκριμένα, πρώτον, όταν διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων, ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη στις 14.4.1999 την από 13.4.1999 εξώδικη δήλωσή του, που υπογράφεται από τον ίδιο, με την οποία την καλούσε να του αποδώσει ανάλυση του λογαριασμού του και στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος των παραπάνω εταιριών, ("Νιτσιάκος ΑΒΕΕ" και "...

ΟΕ "), που εδρεύουν στα ...., οι οποίες με τα υπ' αριθμ. .... και .... πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Ιωαννίνων Π. Κίτνη και Ελ. Μόσχου Πουλοπούλου, αντιστοίχως, του έδωσαν την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί στην άρση των υπ' αριθμ. ... και ... αναγκαστικών κατασχέσεων σε βάρος της περιουσίας του Φ1. Από τις κατασχέσεις αυτές, η πρώτη αφορά την πτηνοτροφική μονάδα του οφειλέτη και η δεύτερη, που επιβλήθηκε υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "...ΟΕ", αφορά το υπ' αριθμ. ...

οικόπεδο μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας, που μεταβιβάστηκε σ' αυτόν με το παραπάνω συμβόλαιο, επί της οποίας υπήρχε η παραπάνω υποθήκη υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας.

Συνεπώς, εφόσον ο ενάγων αναλαμβάνει και επιμελείται να άρει τις εν λόγω κατασχέσεις, η μία από τις οποίες είχε γραφεί στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε σ' αυτόν από τις 2.12.1997, είναι βέβαιο ότι έστω από τότε (Δεκέμβριος 1998) λαμβάνει γνώση και της ως άνω υποθήκης υπέρ της ΑΤΕ, που είχε γραφεί στο εν λόγω ακίνητο. Δεύτερον, από το έτος 1998 ο ενάγων συνεργάζεται επιχειρηματικά με τον Φ1 . Μάλιστα, ο υιός του (ενάγοντος) ... είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Πτηνοτροφεία Βαθυλάκκου Θεσσαλονίκης ΑΕΒΕ" και το διακριτικό τίτλο "CHICK TO CHICK", που συστάθηκε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου, στην οποία ο Φ1 μεταβίβασε τα ακίνητά του (βλ. τα υπ' αριθμ. ..., ..., ... και .... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Mαρίας Ατσαλά), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. .... κληροτεμάχιο, εκτάσεως 8.445 τ.μ., το οποίο υποσχέθηκε να μεταβιβάσει ο Φ1 στον ενάγοντα, για τη ρύθμιση των χρεών του προς αυτόν (βλ. το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό).

Συνεπώς, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι ο ενάγων πληροφορήθηκε από τότε (Δεκέμβριος 1998) την ύπαρξη του ένδικου βάρους. Και τρίτον, σε κάθε περίπτωση ο ενάγων έλαβε γνώση της ύπαρξης του βάρους αυτού την 1.6.2000, όταν κοινοποιήθηκε η υπ' αριθ. καταθ. 18856/2000 αγωγή του Μ1, δικαστικού επιμελητή, κατά της εταιρίας με την επωνυμία "....

ΟΕ" (βλ. την από 1-6-2000 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ..., στο σώμα της αγωγής), της οποίας ενταύθα αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος ήταν αυτός (ενάγων) και η οποία αφορούσε αμοιβές του δικαστικού επιμελητή, για το χρονικό διάστημα από 12-3-1996 μέχρι 20-1-1999, για την εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του Φ1 και συγκεκριμένα σε βάρος του παραπάνω ακινήτου που μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα.

Μεταξύ δε των ενεργειών του δικαστικού επιμελητή που αναφέρονται στην αγωγή περιλαμβάνονται και σειρά επιδόσεων στις ενυπόθηκες δανείστριες ΕΤΕ και ΑΤΕ. Από το περιεχόμενο δε της εν λόγω αγωγής, του οποίου έλαβε γνώση και ο ενάγων, προκύπτει σαφώς ότι υφίστατο η εν λόγω υποθήκη επί του συγκεκριμένου ακινήτου.

Σημειώνεται ότι για τις ενέργειες του αυτές ο δικαστικός επιμελητής έλαβε στις 20-1-1999 ένα μέρος της αμοιβής του, από τον ενάγοντα, ως πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο της ως άνω (εναγομένης) εταιρίας. Τέλος, εκτός από τα παραπάνω, ο ενάγων δεν δίνει κάποια εξήγηση για ποιο λόγο η εναγόμενη απέκρυψε την ύπαρξη του ως άνω βάρους, ούτε και για ποιο λόγο ο ίδιος μέχρι σήμερα δεν στράφηκε κατά του Φ1 ο οποίος, ενώ με το ως άνω συμβόλαιο υποσχέθηκε να του μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο ελεύθερο παντός βάρους, στην πραγματικότητα όμως τούτο βαρυνόταν και με την ως άνω υποθήκη υπέρ της ΑΤΕ, την οποία και αυτός απέκρυψε.

Περαιτέρω, πρέπει να λεχθούν και τα παρακάτω. Το γεγονός ότι στην ως άνω από 15-12-1997 βεβαίωση - δήλωση αναγνωρίσεως χρέους του Φ1 που συντάχθηκε από την εναγόμενη τότε δικηγόρο του ενάγοντος, δεν γίνεται αναφορά στην υποθήκη της Αγροτικής Τράπεζας, ενώ γίνεται αναφορά μόνο στην υποθήκη της Εθνικής Τράπεζας και σε ένα χρέος προς τη ΔΟΥ ...

δεν αναιρεί την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, περί της γνώσεως του ενάγοντος σχετικά με το παραπάνω βάρος. Από το περιεχόμενο της εν λόγω δηλώσεως προκύπτει ότι σκοπήθηκε κυρίως ο προσδιορισμός της συνολικής οφειλής του Φ12 προς τον ενάγοντα και η ανάληψη της υποχρεώσεως από τον τελευταίο του χρέους του Φ1 προς την ΕΤΕ και προς τη ΔΟΥ ...

και όχι η καταγραφή της νομικής καταστάσεως του υπ' αριθ. 115 οικοπέδου μετά της επ' αυτού οικίας, ως και του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου εκτάσεως 8.445 τ.μ. και του οικοπέδου εκτάσεως 1.142 τ.μ., που βρίσκονται στο ... και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει αιτία πωλήσεως ο Φ1 στον ενάγοντα, προκειμένου να εξοφλήσει την οφειλή του.

Και τούτο γιατί, εάν αυτοί είχαν την πρόθεση αυτή, να καταγράψουν δηλαδή τη νομική κατάσταση των εν λόγω ακινήτων, έπρεπε να αναφέρουν στην εν λόγω δήλωση και τα υπόλοιπα βάρη, όπως την από 19-3-1996 αναγκαστική κατάσχεση που ενεγράφη επί του υπ' αριθμ. ... οικοπέδου κατά του Φ1 και υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "...

ΟΕ" (βλ. το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του υποθηκοφυλακείου ...), ως και τα παρακάτω βάρη που ενεγράφησαν επί του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου και συγκεκριμένα, τις υποθήκες υπέρ της ΑΤΕ που ενεγράφησαν στις 28-12-1982, 13-1-1988, 27-2-1989, αντιστοίχως, κατά του Φ1 την προσημείωση υποθήκης υπέρ της ΕΤΕ που ενεγράφη στις 12-10-1988 κατά του ιδίου, την υποθήκη υπέρ της ΕΤΕ που ενεγράφη στις 19-11-95 κατά του ιδίου και την υποθήκη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου που ενεγράφη στις 20.5.1997 κατά του ιδίου (βλ.

το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου ...) για τα οποία βάρη δεν υπήρχε λόγος να μην περιληφθούν στην εν λόγω δήλωση. Ούτε, τέλος, αναιρείται η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου (περί της γνώσεως του ενάγοντος) από το γεγονός ότι ούτε στο ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που συντάχθηκε με επιμέλεια και την παρουσία της εναγομένης, γίνεται μνεία του εν λόγω βάρους.

Τούτο γιατί, στο εν λόγω συμβόλαιο δεν αναφέρεται κανένα βάρος, δηλαδή όχι μόνο η υποθήκη υπέρ της ΑΤΕ αλλά ούτε και οι προσημειώσεις και υποθήκες υπέρ της ΕΤΕ, ως και η αναγκαστική κατάσχεση υπέρ της εταιρίας ".... ΟΕ" (βλ. το ως άνω ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου ...). Τονίζεται ιδιαίτερα, ότι η ως άνω δήλωση βεβαίωση του Φ1 στην οποία γίνεται αναφορά της οφειλής προς την ΕΤΕ, συντάχθηκε στις 15-12-1997, δηλαδή μετά την κατάρτιση του παραπάνω συμβολαίου αγοραπωλησίας, που έγινε στις 2-12-1997, και συνεπώς κατά τη σύνταξη του συμβολαίου δεν υπήρχε λόγος να μη γίνει αναφορά των βαρών υπέρ της ΕΤΕ.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων γνώριζε την ύπαρξη του εν λόγω βάρους υπέρ της ΑΤΕ, κατά το χρόνο συντάξεως του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και συνεπώς, δεν υπάρχει θέμα αμέλειας ή πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων της εναγομένης δικηγόρου. Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, αυτός έλαβε γνώση της ύπαρξης του βάρους αυτού το Δεκέμβριο του 1998 ή την 3-6-2000 και επομένως η κρινόμενη αγωγή κακοδικίας έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 13 παρ. 5 του ΕισΝΚΠολΔ, δεδομένου ότι παρήλθε εξάμηνο από της γνώσεως του ενάγοντος της ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης (Ολ.

ΑΠ 20/2000, ΕλλΔ/νη 2001.55) μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής στις 12-4-2002 (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...), κατά τη βάσιμη ένσταση της εναγομένης".

Ειδικότερα:

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση, κυρίως ή επικουρικώς, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την έφεση η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους.

Με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στην αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αριθ. 9, αντί του ορθού 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη και παρέλειψε να ερευνήσει τις βάσεις της αγωγής περί εντολής και αδικοπραξίας, που επικουρικώς θεμελίωναν το διατυπούμενο δι' αυτής αίτημα.

Από την επιτρεπτή, όμως, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει ότι δεν πλήττεται με λόγους εφέσεως το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με το οποίο οι εν λόγω επικουρικές βάσεις αξιολογήθηκαν ως μη νόμιμες και απορρίφθηκαν, και εντεύθεν δε μεταβιβάσθηκε κατά τούτο η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προϋπόθεση για να ληφθούν υπόψη και, σε περίπτωση παραλείψεως, να ιδρυθεί ο προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, κατά συνέπεια, ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙ. Όπως προκύπτει από το άρθρο 73 παρ. 1 και 5 ΕισΝΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη, που επικαλείται ο ενάγων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει".

Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι και η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας, κατά δικηγόρου, μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία και δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (άρθρο 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954), προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Έτσι οι περιορισμοί στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών, αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη.

Καθίσταται όμως υπέρμετρος περιορισμός η πιο πάνω εξάμηνη προθεσμία, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, στο σημείο, που τοποθετεί την έναρξή της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο εντολέας, που ζημιώθηκε.

Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με το χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος. Η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝΑΚ αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του δικηγόρου.

Αντίθετα, δεν είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914) ούτε η επίκληση του άρθρου 8 ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες (Ολ. ΑΠ 18/1999, 20/2000). Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αριθ. 1, 14, 13 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας α) κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος εφάρμοσε τις αντικείμενες στην εν λόγω συνταγματική επιταγή διατάξεις του άρθρου 71 παρ. 1, 3, 5 ΕισΝΚΠολΔ, β) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, κατ' εφαρμογή της αντισυνταγματικής διατάξεως του άρθρου 73 παρ. 5 ΕισΝΚΠολΔ και γ) ανέστρεψε το βάρος αποδείξεως με την παράλειψη εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 2251/1994, κατά τους ορισμούς του οποίου στον παρέχοντα τις υπηρεσίες δικηγόρο εναπόκειται το (αντικειμενικό) βάρος αποδείξεως τις ελλείψεως υπαιτιότητάς του, λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλωση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Οι σημειούμενες στην αρχή της παρούσης ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνουν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες περί του ότι τουλάχιστον την 1.6.2000 έλαβε γνώση ο αναιρεσείων του ενυπόθηκου βάρους, στην παράλειψη ελέγχου του οποίου και γνωστοποιήσεώς του στον εντολέα της αναιρεσείοντα συνίσταται η αποδιδόμενη στην αναιρεσίβλητη πλημμελής, από υπαιτιότητα, εκτέλεση των καθηκόντων της, χρονικό σημείο στο οποίο ορθώς τοποθετείται στη συνέχεια η έναρξη της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 73 παρ. 5 ΕισΝΚΠολΔ εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας. Επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος (δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού) και τρίτος λόγοι, με τους οποίους προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αρνητικά αξιολογούνται ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αλυσιτελώς ψέγεται με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η κύρια αιτιολογία της αποφάσεως με την αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον η επάλληλη αυτής αιτιολογία, που πλήττεται ανεπιτυχώς, αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό αυτής. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την 300/19-10-2007 αίτηση για αναίρεση της 303/9-2-2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ