Legislator Case Law & Legislation
1057/2008 AI generated

Supreme Court remands traffic accident case for retrial due to insufficient factual findings on causation and fault.

Case Number 1057/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a traffic accident between a motorcycle and a car. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the driver's sobriety, reaction time, and the specific distance between vehicles at the moment of impact. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges to re-examine these critical factual elements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330(b) and 914 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A court decision is annulled if the reasoning fails to establish the necessary causal link between the driver's conduct and the damage, or if it inadequately assesses specific factual circumstances like sobriety and reaction time essential for determining liability.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning causal link failure remand for retrial driver negligence alcohol impairment civil procedure annulment

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 330(b) and 914 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 23(4) of Law 2696/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1057 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1057/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, άπαντες οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δεμουρτζίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δεμουρτζίδη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", με έδρα την Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το εν Θεσσαλονίκη υποκατάστημά της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γκαργκούδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την με αριθμό κατάθεσης 25775/2002 παρεμπίπτουσα αγωγή και την με αριθμό κατάθεσης 4815/2003 προσεπίκληση που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34582/2002 προδικαστική και 24513/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3362/2004 παρεμπίπτουσα και 2294/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12/10/2005 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 616/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμό 2294/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 745/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/7/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 26/2/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των υπό στοιχεία Α', Γ' και Δ' λόγους αναίρεσης και την απόρριψη του υπό στοιχείο Β'. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ β' και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το επίδικο τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο γιός και αδελφός των αναιρεσειόντων και τραυματίστηκε επίσης ο τρίτος αναιρεσείων: "Την 26-3-2002 και περί ώρα 04.30 ο τρίτος ενάγων (αναιρεσείων τώρα) Χ3 οδηγούσε τη ....

ιδιοκτησίας του δίκυκλη μοτοσικλέτα εργοστασίου κατασκευής Honda, κυλινδρισμού 4000 κυβ. εκ, με συνεπιβάτη τον αδελφό του Χ, κινούμενος στη δεξιά λωρίδα της περιφερειακής οδού ....... με κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα δυτικά, απείχε δε περί τα 800 μέτρα από το ύψος της διασταυρώσεώς της με την τέμνουσα την οδό αυτή κάθετα, από αριστερά σε σχέση, με την πορεία της, οδό ...., που οδηγούσε στο συνοικισμό .....

της Θεσσαλονίκης. Η καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα ως άνω περιφερειακή αυτή οδός, στο παραπάνω σημείο της έχει πλάτος οδοστρώματος εικοσιένα (21) μέτρα και με διαχωριστική νησίδα που διακόπτεται στο ύψος της παραπάνω διασταυρώσεως, χωρίζεται σε δύο αντίθετης κατεύθυνσης ρεύματα κυκλοφορίας, πλάτους 10,50 έκαστο με τρεις ανά κατεύθυνση λωρίδες κυκλοφορίας, είναι δε ευθεία σε μήκος άνω των 1000 μέτρων.

Κατά τον παραπάνω χρόνο και τόπο ο τεχνικός φωτισμός ήταν επαρκής, η ορατότητα δεν περιορίζονταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κατάσταση της οδού ήταν καλή με ξηρό οδόστρωμα και η κυκλοφορία των οχημάτων μικρή. Την ίδια ημέρα και ώρα ο πρώτος κυρίως-παρεμπιπτόντως εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) Ψ1 οδηγούσε το .....

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας αυτού και του δεύτερου κυρίως-παρεμπιπτόντως εναγόμενου (αναιρεσιβλήτου) Ψ2, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος στην ίδια περιφερειακή οδό, όπισθεν της δίκυκλης μοτοσικλέτας, με ταχύτητα 100 χιλ.

την ώρα και κατέχοντας τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Τη στιγμή που το παράλληλα με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα κινούμενο ως άνω επιβατικό αυτοκίνητο απείχε περί τα 6-10 μέτρα απ' αυτή, ο οδηγός της τρίτος ενάγων, προτιθέμενος, αφού καταλάβει αρχικά τη μεσαία και στη συνέχεια την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, φθάνοντας στο ύψος της διασταυρώσεως των ανωτέρω οδών δια στροφής προς τα αριστερά να εισέλθει στην οδό ......, προκειμένου να κατευθυνθεί στον .......

στην κατοικία του, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρησιμοποιούντων την άνω οδό, ούτε έλαβε υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, αλλά κινήθηκε ανέλεγκτα προς τα αριστερά, χωρίς να καταστήσει την πρόθεσή του εγκαίρως γνωστή δια της χρησιμοποιήσεως του αριστερού δείκτη κατευθύνσεως, φράσσοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την πορεία του αυτοκινήτου των δύο πρώτων εναγομένων, ο οδηγός του οποίου (πρώτος εναγόμενος) λόγω της ελάχιστης μεταξύ των οχημάτων αποστάσεως, παρά την άμεση επέμβαση του επί του συστήματος πεδήσεως του αυτοκινήτου του, να μη μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση και έτσι να προσκρούσει με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα να ανατραπεί αυτή επί του οδοστρώματος και οι επιβαίνοντες σ' αυτή να καταπέσουν επ' αυτού και να τραυματισθούν σοβαρά και ειδικότερα να υποστούν ο μεν οδηγός της μοτοσικλέτας τρίτος ενάγων Χ3 κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κατάγματα σπλαχνικού και προσωπικού κρανίου και κάτω γνάθου, αδυναμία οράσεως από τον αριστερό οφθαλμό, ενώ ο επιβαίνων στο εν λόγω όχημα (αδελφός του οδηγού αυτού) Χ βαρεία θλάση εγκεφάλου και κατάγματα κρανίου, από τα οποία (κατάγματα), ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αυθημερόν ο θάνατος αυτού.

Με βάση τα άνω εκτεθέντα περιστατικά είναι προφανές ότι το ένδικο ατύχημα με τις εντεύθεν συνέπειές του οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του τρίτου ενάγοντος, συνισταμένη στο ότι δε πρόβλεψε το κατά τα άνω αποτέλεσμα εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, την οποία θα κατέβαλε ο κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους κανόνες οδήγησης, τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την οποία (επιμέλεια και προσοχή) αν επιδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει την ένδικη σύγκρουση.

Ειδικότερα αυτός κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 21 παρ. 1, 2 του ΚΟΚ, όλως αιφνιδίως, προκειμένου να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας δεν τήρησε τους προαναφερθέντες κανόνες οδηγήσεως. Υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου Ψ1 στο ένδικο ατύχημα δεν αποδείχθηκε, αφού αυτός εκινείτο κανονικά στην πορεία του, λόγω δε της απροειδοποίητης και αιφνιδιαστικής κινήσεως του ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πορεία του, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσοχή και αν κατέβαλε, δεν ήταν δυνατόν να αποφύγει τη σύγκρουση.

Παρόλα αυτά επενέβη αμέσως επί του συστήματος πεδήσεως του οχήματος, αφού επί του οδοστρώματος ανευρέθησαν αμέσως μετά τη σύγκρουση ίχνη πέδησης μήκους 27 μέτρων, καθώς επίσης προέβη σε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, αφού μετά τη σύγκρουση προσέκρουσε επί της διαχωριστικής των δύο αντίθετης κατεύθυνσης ρευμάτων νησίδας.

Το γεγονός ότι ο εναγόμενος αυτός εκινείτο με ταχύτητα 100 χιλ. την ώρα υπερβαίνουσα κατά 10 χιλ. το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 90 χιλ. την ώρα δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα, γιατί και αν ακόμη ο εναγόμενος εκινείτο με τη νόμιμη αυτή ταχύτητα δεν θα αποφεύγονταν το ατύχημα και οι εξ αυτού συνέπειες.

Ακόμη το γεγονός ότι στο αίμα του εναγομένου οδηγού ανιχνεύθηκε αλκοόλη σε ποσοστό 0,76 0/00 είναι άσχετο με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού αυτός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και παρά την αιφνίδια αντικανονική οδηγητική συμπεριφορά του ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας προέβη στις ενδεδειγμένες έστω και ανεπιτυχείς (για λόγους ανεξάρτητους αυτού) αποφευκτικές ενέργειες.

Οι παραπάνω συνθήκες, υπό τις οποίες τελέστηκε το ένδικο ατύχημα, προκύπτουν από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδιαίτερα από το παραπάνω από 20-3-2002 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος που συνετάγη από τον ανθυπαστυνόμο του "ΤΟΤΑ" Θεσσαλονίκης ...., στο οποίο αποτυπώνεται το σημείο σύγκρουσης των άνω οχημάτων στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ οι ενάγοντες και ιδιαίτερα ο τρίτος εξ αυτών οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας με την ένδικη αγωγή τους καθώς επίσης ο τελευταίος κατά την ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου εξέτασή του υποστήριξε ότι εκινείτο στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του .

Εξάλλου, στο ίδιο σχεδιάγραμμα απεικονίζονται τα ίχνη τροχοπεδήσεως μήκους 27 μέτρων στην πορεία του επιβατικού αυτοκινήτου που αρχίζουν αμέσως μετά τη επισυμβάσα σύγκρουση τούτου με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, γεγονός που καταδεικνύει τον αιφνιδιασμό του οδηγού του πρώτου οχήματος από την εντελώς απρόοπτη και ανεξέλεγκτη κίνηση του οδηγού του δεύτερου οχήματος.

Ακόμη, πρέπει να αναφερθεί ότι στο σκεπτικό της παραπάνω υπ' αριθ. 18/2003 απόφασης του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ο εναγόμενος οδηγός Ψ1 για ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη από αμέλεια, καθώς και για παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, σε συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών, καταγράφεται η εκ μέρους του παθόντος Χ3 (οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας) ως άνω αμελής οδηγητική συμπεριφορά και δη η δι' αιφνίδιας αλλαγής λωρίδας (από τη δεξιά στη μεσαία) απόφραξη της πορείας του επιβατικού αυτοκινήτου.

Παρόλα αυτά και ενώ στη συνέχεια δεν προσδιορίζεται η μεταξύ των δύο οχημάτων απόσταση, κατά τον ανωτέρω χρόνο -ενώ γίνεται λόγος για την εκ μέρους του τότε κατηγορουμένου και ήδη εναγομένου οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου επέμβαση επί του συστήματος της τροχοπέδησης αυτού- προσδίδεται αμελής συμπεριφορά και στον τελευταίο συνιστάμενη στη μη δυνατότητα αποφυγής εκ μέρους του της σύγκρουσης δι' εγκαίρου αποφευκτικού ελιγμού.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης υπήρξε ο εναγόμενος οδηγός, απορρίπτοντας τον παραδεκτώς προβληθέντα σ' αυτό ισχυρισμό των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του τρίτου ενάγοντος στο ένδικο ατύχημα, που συνιστά άρνηση κατά την επί της αδικοπραξίας βάση της αγωγής και ένσταση κατά την επί του Ν.

ΓΠΝ/1991 (άρθρο 5) τοιαύτη και εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός λόγος καθεμίας των εφέσεων των εναγομένων, απορριπτομένου ως κατ'ουσίαν αβασίμου του περί του εναντίου σχετικού λόγου της με αριθ. καταθ. 126/2004 έφεσης των εναγόντων Χ1, Χ2 και Χ4". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και με την κρίση του αυτή απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγόντων, ενώ δέχθηκε λόγο των εφέσεων των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και ακολούθως απέρριψε την αγωγή.

Πρωτίστως η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "οποιαδήποτε επιμέλεια και προσοχή και αν κατέβαλε ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν ήταν δυνατόν να αποφύγει τη σύγκρουση", υπό τις πιο πάνω συνθήκες κίνησης των συγκρουσθέντων οχημάτων, είναι ανεπαρκής, ιδίως λόγω της γενικότητάς της. Επιπρόσθετα η αναιρεσιβαλλομένη, σχετικά με την οδηγητική συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εκτός από την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας (αντί μείωσης ενόψει όλων των συνθηκών και της διασταύρωσης) δεν εκθέτει με σαφήνεια αν αυτός, καίτοι ήταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος (0,76%), είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά και αν οδηγούσε εδώ με σύνεση και με τεταμένη την προσοχή του.

Ούτε διευκρινίζει, ποιά ήταν ακριβώς η απόσταση των δύο οχημάτων κατά στιγμή που έγινε, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η αλλαγή πορείας της μοτοσικλέτας και αν ο οδηγός της, κατέστησε γνωστή την πρόθεσή του αυτή, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν ή όχι καθυστερημένη η αντίδραση του οδηγού για τροχοπέδηση, δεδομένου ότι και πάλι κατά τις παραδοχές τα ίχνη πεδήσεως (μήκους 27μ.) βρέθηκαν μετά τη σύγκρουση και συνεχίζονται με ίχνη εκτροπής σε μήκος 45μ., ακολουθούν δε και ξέσματα του αυτοκινήτου σε μήκος 17,90μ., γεγονότα που δεν φαίνεται να αξιολογήθηκαν από την προσβαλλομένη, ενόψει και ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου τουλάχιστον 150 χιλμ.

την ώρα. Η ασάφεια και ανεπάρκεια της αιτιολογίας επιτείνεται από το γεγονός, ότι υπάρχει παραδοχή πως ο ανωτέρω οδηγός οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν ήταν δυνατόν να προβεί σε κατάλληλο και έγκαιρο αποφευκτικό ελιγμό, δεδομένου ότι έχει υποχρέωση (άρθρο 23 παρ. 4 του ν. 2696/1999) να διευκολύνει τους άλλους οδηγούς όταν διενεργούν ελιγμό.

Ακόμη, δεν αναφέρει αν η ως άνω ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν η επιβαλλόμενη και η ενδεδειγμένη, ενόψει όλων των άνω συνθηκών κίνησης της οδού, ούτε αν στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας (στις άλλες λωρίδες αριστερά και δεξιά) κατά τη στιγμή της σύγκρουσης κυκλοφορούσαν άλλα οχήματα. Τέλος, δεν κάνει καθόλου λόγο για την απόσταση στην οποία μετά τη σύγκρουση βρέθηκαν από το σημείο της σύγκρουσης ο οδηγός της μοτοσικλέτας και ο συνεπιβάτης του αδελφός (που εκτινάχθηκαν από τη σφοδρή σύγκρουση), καθώς και τα συγκρουσθέντα οχήματα, ούτε αξιολογεί τις τελικές αυτές θέσεις, για να οδηγηθεί σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με αυτά τα δεδομένα καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής των άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Κατ' ακολουθίαν, οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρετηρίου από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όπως οι αιτιάσεις των λόγων αυτών συμπληρώθηκαν από την εισηγήτρια (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ), είναι βάσιμοι.

Πρέπει, επομένως, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο Εφετείο Θεσσαλονίκης, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την 745/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και.- -

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 21 Μαΐου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ