Legislator Case Law & Legislation
1056/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal in labor dispute, overturning appellate court's dismissal of fixed-term contract claims.

Case Number 1056/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute involving a non-profit organization and an employee. The appellate court had dismissed the claim by finding no objective justification for successive fixed-term contracts, despite the employee's argument that a specific reason existed. The court ruled that the appellate court incorrectly ignored explicit clauses in the employment contracts stating the specific purpose for their duration, thereby establishing an objective reason that was overlooked.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 669, 672 of the Civil Code; Article 5 of Presidential Decree 81/2003: A fixed-term employment contract requires an objective reason for its duration and renewal, which must be explicitly stated in the contract; failure to recognize such stated reasons constitutes an error in judgment warranting the allowance of an appeal.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contracts objective reason requirement successive contract renewals labor dispute procedure appeal allowance non-profit organization contract duration justification

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553 paragraph 1 item b, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 and 144 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 669 and 672 of the Civil Code
Article 5 paragraph 2 of Presidential Decree 81/2003
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180 paragraph 1, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1056 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1056/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΣΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΝΕΩΝ" και το δ.τ. "ΑΡΣΙΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Παπουτσάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Παπανώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 580/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2224/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-8-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30/8/2024 (αρ. κατ. 7546/733/30.8.2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2224/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η από 29/5/2023 (αρ. κατ. 57779/3120/30.5.2023) έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 580/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε δεκτή εν μέρει η από 24/6/2021 (αρ. κατ. 51324/1369/24.11.2021) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), και, επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 592/2024). Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Τα μέρη δεν μπορούν να απαλλαγούν με μονομερή δήλωση από τη συμβατική δέσμευση πριν από την πάροδο της συμφωνημένης διάρκειας, διατηρούν όμως το δικαίωμα πρόωρης λύσης της σύμβασης (έκτακτη καταγγελία), εφόσον συντρέχουν περιστατικά, που συνιστούν σπουδαίο λόγο.

Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 18/2006 και 19/2007, ΑΠ 1392/2022, ΑΠ 66/2021, ΑΠ 1532/2021).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρα 1, 2 και 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3 και 5 του βδ/τος της 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Ακολούθως, στις 10/7/1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999, που προβλέπει την εφαρμογή της συμφωνίας πλαισίου των μελών για την εργασία ορισμένου χρόνου (που τέθηκε ως παράρτημα της οδηγίας). Στο άρθρο 2 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10/7/2001, με δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας αυτής έως τις 10/7/2002.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος [συμφωνίας πλαισίου] της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις ΣΣΕ ή την πρακτική του κάθε κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:

α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μεγίστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και, β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004.

Εξ αυτών το πρώτο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και το δεύτερο στον δημόσιο τομέα, η δε ισχύς τους άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι στις 2/4/2003 και 19/7/2004 αντίστοιχα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του ίδιου ως άνω Π.Δ. 81/2003 (ΦΕΚ Α 77/2.4.2003), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004 (ΦΕΚ Α 160/23.8.2004) και με το άρθρο 41 Ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152/1.7.2011), ορίζονται τα εξής: "I. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης. 2.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του.

Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα [10] εργάσιμων ημερών. 3. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο I του παρόντος και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Αν στο χρονικό διάστημα των τριών ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.

Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου "ίδιου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος".

Συνεπώς, επί πλειόνων καταρτισθεισών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του εργαζομένου, για το χαρακτηρισμό αυτών ως ενιαίας σύμβασης (ή σχέσης) εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ και 8 του Ν. 2112/1920, κρίσιμα εξεταστέα ζητήματα είναι εάν οι συμβάσεις τους έχουν τον χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, ήτοι εάν ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, εάν έχουν τον χαρακτήρα της διαδοχικότητας και, τέλος, εάν υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους, που δικαιολογούνται από τη φύση τους, ήτοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη και ο καθορισμένος χρόνος διάρκειάς τους έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές (ΑΠ 1392/2022).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 1883/2024).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία", ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 134/2021, ΑΠ 269/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019).

ΙΙΙ. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 24/6/2021 αγωγή η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι προσλήφθηκε και απασχολήθηκε κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, και ότι οι συμβάσεις αυτές προσχηματικά χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί ότι η άτυπη καταγγελία της 31/12/2020 είναι άκυρη, διότι έγινε κατά τη διάρκεια 18 μηνών μετά τον τοκετό της ενάγουσας και δεν έγινε εγγράφως, άλλως διότι δεν της καταβλήθηκε αποζημίωση απόλυσης, άλλως ως καταχρηστική, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της, δ) να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, δώρο Πάσχα, επίδομα αδείας κλπ.

το συνολικό ποσό των 17.160,08 ευρώ, άλλως το ποσό των 2.589,97 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, άλλως να υποχρεωθεί να καταβάλει τα ίδια ποσά λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την με αριθμό 580/2022 απόφασή του απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή, κατόπιν δε άσκησης έφεσης της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 2224/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου έγιναν για καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας και ότι επρόκειτο για σύμβαση αορίστου χρόνου, ότι η καταγγελία ήταν άκυρη ελλείψει έγγραφου τύπου και καταβολής αποζημίωσης, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή.

Ειδικότερα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, σχετικά με την απασχόληση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρία... τυγχάνει αστική εταιρία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα μη κυβερνητική οργάνωση, εξειδικευμένη ιδίως στην κοινωνική υποστήριξη των νέων και στην εν γένει προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και δη τόσο των νέων, όσο και των ευπαθών ομάδων, όπως οι σκοποί αυτής παρουσιάζονται εκτενώς στο Καταστατικό της.

Οι οικονομικοί πόροι της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης προέρχονται μεταξύ άλλων από εισφορές των εταίρων, από ιδιωτικές δωρεές και χορηγίες, από κρατικές επιχορηγήσεις, από χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υλοποίηση προγραμμάτων, από χρηματοδοτήσεις εκ μέρους εθνικών, ευρωπαϊκών αλλά και διεθνών οργανισμών, καθώς επίσης και από έσοδα, που απορρέουν από πληθώρα κοινωνικών εκδηλώσεων.

Εξάλλου, από το έτος 2016 και εφεξής ελάμβανε χώρα κατ' έτος η σύναψη μίας ή και περισσότερων συμφωνιών εταιρικής σχέσης μεταξύ του Γραφείου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών και της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης σχετικά με τους πρόσφυγες. Η δε εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη αναλάμβανε την υλοποίηση των εκάστοτε συμφωνουμένων έργων, που εντάσσονταν στα πλαίσια ειδικών προγραμμάτων, και τελούσε παράλληλα υπό την ετήσια εποπτεία και επιθεώρηση της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών αναφορικώς με την εκτέλεση καθενός από τα εν λόγω έργα.

Ακόμη δε και το ζήτημα της χρηματοδότησης και υλοποίησης κάθε εταιρικής σχέσης αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης ομοίως μεταξύ της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών και της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, ανάλογα πάντα με το συγκεκριμένο πλαίσιο του εκάστοτε έργου, αλλά και με τη διαθεσιμότητα των οικείων κεφαλαίων....

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα καθ' όλη τη διάρκεια της επίδικης εργασιακής σχέσης τελούσε υπό την εποπτεία και τις οδηγίες των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία καθόριζε αφενός τα υπηρεσιακά καθήκοντα, που ανάγονταν στην εκτέλεση του εκάστοτε έργου στο πλαίσιο του αντίστοιχου προγράμματος, αφετέρου το χρονικό σημείο, κατά το οποίο θα ολοκληρωνόταν η υλοποίηση του εκάστοτε έργου.

Ακόμη και εάν κάποιο έργο είχε προκαθορισμένο χρονικό περιθώριο ολοκλήρωσης, και πάλι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ήταν αυτή που υποδείκνυε τα χρονικά πλαίσιά του στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, συνάπτοντας κάθε φορά και από μια νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Επιπροσθέτως, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα παρείχε την εργασία της καθημερινά, με το συμφωνημένο ωράριο εργασίας, καλύπτοντας τις συνήθεις, τρέχουσες, απολύτως τακτικές, προβλέψιμες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης.

Αυτό αποδεικνύεται ιδίως από το γεγονός ότι κάθε φορά που η υλοποίηση κάποιου από τα προαναφερόμενα προγράμματα ολοκληρωνόταν και αυτό (πρόγραμμα) έφτανε στο καταληκτικό χρονικό σημείο του, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανέθετε αμέσως στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα καθήκοντα για την υλοποίηση νέου προγράμματος.

Αυτή δε η ανάθεση καθηκόντων γινόταν με τη σύναψη των προαναφερόμενων δώδεκα (12) διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η καθεμιά από τις οποίες υπογραφόταν αμέσως μετά τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης, χωρίς να μεσολαβεί ούτε μία κενή ημέρα μεταξύ λήξης προηγούμενης και έναρξης επόμενης σύμβασης.

Περαιτέρω, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας τη φύση, τη μορφή και το είδος της δραστηριότητας της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, σε συνδυασμό με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι εν προκειμένω δεν υπήρχε αντικειμενικός λόγος, που δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

Ειδικότερα, η επιχείρηση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης δεν έχει εποχικό χαρακτήρα, καθόσον στη δραστηριότητα της δεν μεσολαβούν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία δεν υπάρχει αντικείμενο εργασίας, και δεν καλύπτει πρόσκαιρες και παροδικές ανάγκες, που να δικαιολογούν τη σύναψη μόνο συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Επιπροσθέτως, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη δεν διακόπτει τη λειτουργία της για κάποιον ή κάποιους μήνες κάθε έτους, με την αβεβαιότητα εάν θα συνεχισθεί ή όχι η δραστηριότητα της τον επόμενο μήνα μετά τη διακοπή. Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια εκάστου έτους είναι συνεχόμενο και αδιάλειπτο το αντικείμενο της δραστηριότητας της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, καθόσον η τελευταία αναλαμβάνει, συνεχώς και αδιαλείπτως, την υλοποίηση έργων, εντασσομένων στα πλαίσια ειδικών προγραμμάτων, τα οποία της αναθέτει η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε.

ή άλλοι παρεμφερείς φορείς. Τα παραπάνω ενισχύονται από τα προαναφερόμενα γεγονότα της συνεχούς και χωρίς διακοπή ανάθεσης στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα καθηκόντων σχετιζόμενων με την υλοποίηση κάποιου νέου έργου και της σύναψης της καθεμιάς από της προαναφερόμενες δώδεκα (12) διαδοχικές συμβάσεις την ίδια μέρα με τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης.

Επιπροσθέτως, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει, εκτιμώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ότι στο μέλλον η δραστηριότητα της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας δεν πρόκειται ούτε να μειωθεί ούτε να παύσει. Αυτό επειδή η εν λόγω δραστηριότητα σχετίζεται ιδίως με ζητήματα παροχής υπηρεσιών σε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα, τα οποία (ζητήματα) αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, λόγω της συνεχώς αυξανόμενης εισροής προσφύγων και μεταναστών στην Ευρώπη.

Εξάλλου, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι οι οποιεσδήποτε δράσεις της, σχετιζόμενες με την υποδοχή, την προστασία και τη φροντίδα μεταναστών και προσφύγων, αλλά και οι χρηματοδοτήσεις της καθορίζονταν πάντα υπό τον αυστηρό χρονικό ορίζοντα ανάληψης των προγραμμάτων, την υλοποίηση των οποίων αυτή (εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη) αναλάμβανε.

Ότι συνεπώς τα προαναφερόμενα προγράμματα, στα οποία απασχολήθηκε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ήταν εξαρτημένα από τη διαθεσιμότητα των κεφαλαίων αυτής (εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης), που προέρχονταν από την προηγούμενη χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας ή παρεμφερών φορέων. Ότι συνεπώς, ενόψει του ότι ήταν αυστηρά προκαθορισμένες τόσο η χρονική διάρκεια του εκάστοτε προγράμματος, όσο και η χρηματοδότηση του, το αντικείμενο δραστηριότητας αυτής (εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης) δεν σχετιζόταν με την κάλυψη "παγίων και διαρκών αναγκών", δεδομένου ότι ως "πάγιες και διαρκείς ανάγκες" θεωρούνται εκείνες που το χρονικό σημείο λήξης τους δεν μπορεί να προσδιορισθεί εκ των προτέρων ούτε με βεβαιότητα, αλλά ούτε και κατά προσέγγιση.

Ότι κατ' επέκταση ήταν εν προκειμένω δικαιολογημένες οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που αυτή (εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη) κατάρτιζε με την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. Τους παραπάνω ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης επιβεβαιώνουν και οι προαναφερόμενοι μάρτυρές της, των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στις ως άνω από 23-11-2021 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίοι κατέθεσαν ότι οι ανάγκες της "ΑΡΣΙΣ" σε προσωπικό (αριθμός, ειδικότητες κλπ) ήταν και είναι ευθέως συναρτώμενες με τη συμμετοχή της σε χρηματοδοτούμενα από την Ύπατη Αρμοστεία ή από εν γένει τρίτους προγράμματα, τα οποία είχαν συγκεκριμένο προϋπολογισμό και διάρκεια αλλά και πλαίσιο δράσης, ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προσελήφθη για να απασχοληθεί για τις ανάγκες του έργου, που η "ΑΡΣΙΣ" αναλάμβανε να υλοποιήσει στο πλαίσιο του εκάστοτε προγράμματος, και όχι για την εκτέλεση καθηκόντων διοικητικής υποστήριξης κλπ.

Όμως, όλα τα παραπάνω που ισχυρίζεται η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη και καταθέτουν οι μάρτυρες της πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, καθόσον αναιρούνται από το υπόλοιπο υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό και ιδίως από το γεγονός ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη αναλάμβανε συνεχώς και αδιαλείπτως την υλοποίηση προγραμμάτων, χωρίς να μεσολαβεί ούτε μία κενή ημέρα από τη λήξη του προηγούμενου μέχρι την έναρξη του επόμενου προγράμματος.

Επιπροσθέτως, για τα εν λόγω προγράμματα, ακόμη κι αν ήταν καθορισμένο το χρονικό σημείο της λήξης τους, δεν υπήρχε η βεβαιότητα ότι η ολοκλήρωση της υλοποίησής τους θα επέλθει πράγματι σε αυτό το χρονικό σημείο. Όπως προεκτέθηκε, για τα προαναφερόμενα προγράμματα "Διαμονή και υπηρεσίες σε αιτούντες άσυλο και δικαιούχους διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα" και "ΕΣΤΙΑ II :

Σχέδιο ενοικίασης καταλυμάτων για αιτούντες άσυλο", για τα οποία η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη συνήψε την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα αντιστοίχως τις από 1ης-1-2019 και από 1ης-1-2020 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η υλοποίηση δεν ολοκληρώθηκε στο χρονικό σημείο, κατά το οποίο ήταν προκαθορισμένη η λήξη αυτών (προγραμμάτων), με, αποτέλεσμα οι εν λόγω συμβάσεις να ανανεωθούν με νέες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που ομοίως η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη συνήψε με την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα.

Εξάλλου, το γεγονός της προκαθορισμένης χρηματοδότησης της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης για κάθε πρόγραμμα που αναλάμβανε προς υλοποίηση, δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει εν προκειμένω τη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παρά τα όσα αντίθετα αυτή (εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη) ισχυρίζεται.

Αυτό επειδή οι παροχές προς την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη από τις χρηματοδοτήσεις συναρτώνται άμεσα μόνο με τα οικονομικά μεγέθη των ακαθάριστων εσόδων, των δαπανών και των εν γένει κερδών της επιχείρησης της και ουδόλως αφορούν τη φύση, τη μορφή και το είδος της δραστηριότητας της, έτσι ώστε να συνιστούν αντικειμενικό λόγο για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (...)".

Υπό τα προεκτεθέντα, το Εφετείο έκρινε ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ο καθορισμός της ορισμένης χρονικής διάρκειάς τους δεν δικαιολογούνται από αντικειμενικό λόγο και ότι αυτές καταρτίσθηκαν προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ, 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920 και 5 ΠΔ 81/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 ΠΔ 180/2004 και με το άρθρο 41 Ν. 3986/2011, καθόσον δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα ότι δεν συνέτρεχε αντικειμενικός λόγος για τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι οι συναφθείσες συμβάσεις κάλυπταν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ανάγκες της αναιρεσείουσας, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, συνδεόταν με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και έτσι στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο, σύμφωνα με τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές του, ενώ δέχεται ότι η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, ως αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία δεν αποκόμιζε κέρδη από τη λειτουργία της και, επομένως, οι ανάγκες της ήταν άμεσα συναρτώμενες από τη συμμετοχή της σε χρηματοδοτούμενα προγράμματα, με συγκεκριμένο προϋπολογισμό και χρονική διάρκεια, από τα οποία εξασφάλιζε τα απαιτούμενα κεφάλαια για την κάλυψη της αμοιβής της ενάγουσας και ότι το ζήτημα της χρηματοδότησης και υλοποίησης κάθε προγράμματος αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανάλογα με το συγκεκριμένο πλαίσιο του εκάστοτε έργου, αλλά και με τη διαθεσιμότητα των οικείων κεφαλαίων, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι εν προκειμένω δεν υπήρχε αντικειμενικός λόγος, που δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου και τη διαδοχική ανανέωση αυτών και ότι οι συμβάσεις αυτές συνήφθησαν εν προκειμένω με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης αορίστου χρόνου.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 1 και 8 του ν. 2112/1920, 3 του ΠΔ 180/2004, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 41 του ν. 3986/2011, το οποίο τροποποίησε το άρθρο 5 ΠΔ 81/2003.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού, δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1877/2024, ΑΠ 1267/2024). Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του και δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1745/2022), το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 20/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αναγνώσει μέρος των με επίκληση προσκομισθέντων συμβάσεων εργασίας, της αναιρεσίβλητης ήτοι: α) της από 1/7/2018 σύμβασης για παράταση της από 1/1/2018 σύμβασης μέχρι 30/9/2018, β) της από 1/10/2018 σύμβασης για παράταση της πιο πάνω από 1/1/2018 σύμβασης μέχρι 31/12/2018, γ) της από 1/1/2019 σύμβασης, δ) της από 28/6/2019 σύμβασης για παράταση της από 1/1/2019 σύμβασης μέχρι 30/9/2019, ε) της από 27/9/2019 σύμβασης για παράταση της πιο πάνω από 1/1/2019 σύμβασης μέχρι 31/12/2019, στ) της από 1/1/2020 σύμβασης, ζ) της από 29/4/2020 σύμβασης για παράταση της πιο πάνω από 1/1/2020 σύμβασης μέχρι 30/6/2020, η) της από 29/4/2020 σύμβασης για παράταση της πιο πάνω από 1/1/2020 σύμβασης μέχρι 30/6/2020, θ) της από 30/6/2020 σύμβασης για παράταση της πιο πάνω από 1/1/2020 σύμβασης μέχρι 31/8/2020, ι) της από 30/8/2020 σύμβασης για παράταση της πιο πάνω από 1/1/2020 σύμβασης μέχρι 31/10/2020 και, ια) της από 30/10/2020 σύμβασης για παράταση της πιο πάνω από 1/1/2020 σύμβασης μέχρι 31/12/2020 και ιδίως το μέρος αυτών, στο οποίο ρητά αναφέρεται η ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που επιβάλλει την σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου για τις υπό στοιχείο α και στ και την παράταση αυτών με τις λοιπές συμβάσεις, και συνίσταται στη συμφωνία της αναιρεσείουσας με τον χρηματοδότη υλοποίησης και παράτασης των προγραμμάτων, για την εκτέλεση των οποίων συνήφθησαν οι επίδικες συμβάσεις εργασίας με την αναιρεσίβλητη.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι δεν υπήρχε αντικειμενικός λόγος, που δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου και τη διαδοχική ανανέωση αυτών με τις εξής παραδοχές: "Περαιτέρω, στις προαναφερόμενες δώδεκα (12) διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας ουδεμία γίνεται αναφορά για ύπαρξη ειδικού λόγου, που δικαιολογεί τη σύναψη εκάστης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως απαιτείται από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 του Π.Δ. 81/2003, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της μη ύπαρξης τέτοιου λόγου (βλ.

π.χ. ενδεικτικά το προσκομιζόμενο αντίγραφο της από 1ης-1-2018 σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία στον 5° όρο της αναφέρει: "Η διάρκεια της σύμβασης είναι από 01/01/2018 έως και 30/6/2018", χωρίς, όμως, να αναφέρει είτε στον ίδιο, είτε σε κάποιον άλλο όρο της, για ποιον λόγο αυτή (σύμβαση) θα έχει την ως άνω ορισμένη διάρκεια".

Από την επισκόπηση των ως άνω εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν ανέγνωσε το μέρος των πιο πάνω εγγράφων, στο οποίο ρητά αναφέρεται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου σύναψης και παράτασης των συμβάσεων για ορισμένο χρόνο, που συνίσταται στη συμφωνία της αναιρεσείουσας με τον χρηματοδότη υλοποίησης και παράτασης των προγραμμάτων, για την εκτέλεση των οποίων συνήφθησαν οι επίδικες συμβάσεις εργασίας με την αναιρεσίβλητη.

Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τις παραπάνω παραδοχές της, από εσφαλμένη ανάγνωση απέδωσε στα έγγραφα αυτά περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, μόρφωσε δε τη γνώμη της σε σχέση με το ζήτημα της έλλειψης αντικειμενικού λόγου για τις συνάψεις και καταρτίσεις των ως άνω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, το οποίο εξαίρεται ιδιαιτέρως και ως εκ τούτου πρέπει ο σχετικός αναιρετικός λόγος να γίνει δεκτός.

Κατόπιν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή των πιο πάνω πρώτου, δεύτερου και τρίτου αναιρετικών λόγων που κρίθηκαν βάσιμοι, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2224/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ