Legislator Case Law & Legislation
1056/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and failure to cite specific facts from lower court decision.

Case Number 1056/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding labor liability. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and misapplied precedent, but the Supreme Court found the grounds for appeal were vague and lacked specific factual assertions. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing parties' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific grounds and facts from the contested decision, otherwise it is inadmissible and dismissed.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds labor liability legal costs Code of Civil Procedure factual findings precedent application

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2)(a) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1436/2002
Single-Member Court of First Instance of Thessaloniki Case 9879/2019
Single-Member Court of Appeal of Thessaloniki Case 1174/2020
Court of Appeal of Thessaloniki Case 1645/2015
Court of Appeal of Thessaloniki Case 2663/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1056 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1056/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Π. Σ. του Χ. και 3)Χ. Σ. του Π., κατοίκων .... Η πρώτη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9879/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1174/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/7/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στη προκειμένη περίπτωση αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσαγόμενη 105Δ/24-12-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Κ. Σ.. Εφόσον, όμως η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την πιο πάνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το παρόν δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης, παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' του ΚΠολΔ.

Με την από 27/7/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1174/2020 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 27/9/2019 εφέσεως των εν μέρει ηττηθέντων εναγομένων-αναιρεσιβλήτων με την 9879/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η προαναφερθείσα έφεση, εξαφανίσθηκε η 9879/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με συνέπεια να γίνει εν μέρει δεκτή η από 11/7/2016 αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης αναιρεσίβλητης εταιρίας να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 44.806,28 ευρώ.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Στη προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό από τον αριθμό 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, αφού αντιγράφει στις πρώτες 29 σελίδες της κρινομένης αιτήσεως α) το περιεχόμενο της κοινοποιηθείσης στην εργοδότριά της στις 22/3/2011 εξωδίκου δηλώσεώς της, β) το περιεχόμενο της από 7/4/2011 εξωδίκου απαντήσεως της εργοδότιδάς της, γ) το περιεχόμενο της από 8/4/2011 νέας εξωδίκου απαντήσεως της ίδιας, δ) το περιεχόμενο της 7615/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ε) το περιεχόμενο της 2663/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου, στ) το περιεχόμενο της 1645/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ζ) το περιεχόμενο της από 20/1/2016 εξωδίκου δηλώσεώς της προς την εναγομένη ΑΕ και η) επιχειρεί την ερμηνευτική προσέγγιση της προσβολής ενοχικών δικαιωμάτων και προϋποθέσεων συνδρομής της αδικοπραξίας με ειδικότερη αναφορά στις παραδοχές της 1436/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου με συνέπεια στην 29η σελίδα της κρινομένης αιτήσεως να αναφέρει αυτολεξεί ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη δεν αποκρούει τους αγώγιμους ισχυρισμούς περί του ότι οι παραλείψεις και πράξεις των β' και γ' αναιρεσιβαλλομένων είναι παράνομες αντιθέτως τις επιβεβαιώνει δεσμευόμενη από το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 1645/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επικαλούμενη όμως η αναιρεσείουσα την ΑΠ 1436/2002 αμφισβητεί τον αιτιώδη σύνδεσμο διότι θεωρητικά μπορούσε να εισπραχθεί η μισθοδοσία από την πρώτη αναιρεσίβλητη και εργοδότη, κάτι όμως που σύμφωνα με τον αγώγιμο ισχυρισμό κατέστη αδύνατο και αυτό επιδιώχθηκε από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων με επιτυχία ως αποδείχθηκε.

Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παρέχει επαρκείς αιτιολογίες για την απόρριψη της νομικής βάσης της αγωγής μου κατά το άρθρο 914 του ΑΚ ενόψει των αγώγιμων ισχυρισμών μου αλλά και όσων έγιναν δεκτά από το ίδιο το δικαστήριο, τόσο στο σκέλος της απόρριψης της αδικοπρακτικής ευθύνης του δευτέρου και του τρίτου των αναιρεσιβαλλομένων, όσο και στο σκέλος της βλαπτικής μεταβολής της σύμβασης εργασίας".

Με το περιεχόμενο αυτό ο μοναδικός από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσης δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του αναφορικά με την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης των δευτέρου και τρίτου αναιρεσιβλήτων απέναντι στην αναιρεσείουσα, με την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και εργοδότριας της αναιρεσείουσας.

Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 27/7/2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 220/2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 1174/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ