Supreme Court allows appeal against First Instance Court's rejection of annulment regarding auction costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision rejecting the state's annulment request. The state argued that auction delays caused by consensual postponements were unjustified expenses not serving the general interest of all creditors. The court found the lower court erred in law by applying substantive provisions incorrectly, ruling that such costs are only deductible if they serve the collective interest of all lenders.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932 and 975 of the Code of Civil Procedure; The court established that expenses incurred by the executing creditor during forced execution are deductible from the auction proceeds only if they are necessary for the process and aim at the general interest of all creditors, not the exclusive interest of the executing creditor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1056 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1056/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΙΓ' Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «E.F.G. Eurobank Ergasias ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.09.2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2369/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2195/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17.05.2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη από 17.05.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 2195/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ’ αριθμ. 2369/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης και αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε κατά ένα μέρος την εν λόγω απόφαση, κράτησε και δίκασε την από 23.09.2009 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του υπ’ αριθμ. ... /2009 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.
Κ. , την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη κατά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της. Με την ως άνω 2369/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε απορριφθεί η ανακοπή ως προς το δεύτερο των καθ’ ων (και μη διάδικο στη δίκη αυτή) δικαστικό επιμελητή Κ. Τ. , ενώ έγινε δεκτή η ανακοπή ως προς την τρίτη των καθ’ ων (επίσης μη διάδικο στη δίκη αυτή) Σ.
Β. και εν μέρει δεκτή (ως προς το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της) ως προς την πρώτη των καθ’ ων και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και περαιτέρω, αφού μεταρρυθμίστηκε ο προσβληθείς πίνακας κατάταξης, κατατάχθηκε το ανακόπτον – αναιρεσείον στο ποσό των 51.660 ευρώ, στο οποίο είχε καταταγεί η τρίτη των καθ’ ων Σ.
Β. , καθώς και στο ποσό των 41.812 ευρώ, στο οποίο είχε καταταγεί η πρώτη των καθ’ ων – αναιρεσίβλητη εταιρεία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά το άρθρο 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλλονται από αυτόν που την επισπεύδει, κατά δε το άρθρο 975 του ίδιου Κώδικα, η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης, που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος, που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα.
Ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις ανωτέρω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της, δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών, ήτοι όλες οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη διεξαγωγή της όλης εκτελεστικής διαδικασίας από τα πρώτα έξοδα για τη λήψη απογράφου μέχρι την αποπεράτωσή της.
Αντίθετα, δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος, είτε των αναγγελθέντων δανειστών, ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 941/2019, ΑΠ 300/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 347/2019, ΑΠ 130/2016).
[III] Εν προκειμένω, με την από 23.09.2009 ανακοπή του, το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εκθέτει με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της ανακοπής του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα ακόλουθα:
«| [...] Δεν είναι δυνατόν η διευκόλυνση του οφειλέτη να δικαιολογήσει μία χρονική απομάκρυνση του πλειστηριασμού, ο οποίος ενώ αρχικά ορίστηκε για την 09.05.2001, τελικά διενεργήθηκε οκτώ έτη μετά, ήτοι την 01.04.2009, με τη μεσολάβηση και την έκδοση συνολικά 36 προγραμμάτων – περιλήψεων κατασχετηρίου εκθέσεως, με αποτέλεσμα τελικά την υπερβολική επιβάρυνση του πλειστηριάσματος με έξοδα συνολικού ύψους 53.588,05 ευρώ.
Με άλλα λόγια τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν το πταίσμα της επισπεύδουσας (ενν. την αναιρεσίβλητη) και στοιχειοθετούν την υπαιτιότητά της στη δημιουργία όλων αυτών των εξόδων είναι η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος για, επί οκτώ συναπτά έτη, αναστολή (συναινετική) του πλειστηριασμού.
Η μη διενέργεια του πλειστηριασμού επί οκτώ έτη επιβάρυνε δυσανάλογα το πλειστηρίασμα σε σχέση με το σκοπό του νόμου που ήταν ο χρονική μεν αλλά εύλογη (ημερολογιακά) απομάκρυνση του πλειστηριασμού από την αρχική ημερομηνία ορισμού του, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον οφειλέτη να διευκολυνθεί (πχ. με την τμηματική καταβολή μέρους των οφειλομένων), χωρίς όμως και να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα των πιστωτών στο πλειστηρίασμα.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι με την εξαίρεση των πλειστηριασμών που ανεστάλησαν μετά την έκδοση απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διόρθωσε την αξία του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου, οι αλληλεπάλληλες αναβολές επί οκτώ έτη όλων των άλλων πλειστηριασμών, χωρίς μάλιστα την έκθεση ειδικότερου λόγου, δεν δικαιολογούν έξοδα, τα οποία βαρύνουν το πλειστηρίασμα ως τάχα γενόμενα προς το γενικό συμφέρον όλων των δανειστών.
Πρόκειται για τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από τις αλλεπάλληλες αναβολές ή ματαιώσεις του πλειστηριασμού και τα οποία αφορούν την έκδοση 31 περιλήψεων κατασχετηρίου εκθέσεως με τα ακόλουθα στοιχεία [...]. Το συνολικό ποσό των εξόδων που δημιουργήθηκε από την έκδοση των ως άνω 31 περιλήψεων κατασχετηρίων εκθέσεων και το οποίο μη νόμιμα προαφαιρέθηκε από το πλειστηρίασμα ανέρχεται σε 45.796,93 ευρώ [...]|».
Με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς το ανακόπτον ζήτησε να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος με αριθμό ... /23-7-2009 πίνακας κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Α. Κ. και αποβαλλομένης, μεταξύ των άλλων, και της επισπεύδουσας πρώτης των καθ’ ων η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητης), να καταταγεί το ίδιο για το ανωτέρω ποσό των 45.796,93 ευρώ. Όπως προαναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2369/2012 απόφασή το δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή κατά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της και, μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, κατέταξε το αναιρεσείον στο ποσό των 41.812 ευρώ, στο οποίο, από το σύνολο των 45.796,93 ευρώ, είχε καταταγεί με τον πίνακα η πρώτη των καθ’ ων η ανακοπή – αναιρεσίβλητη.
[IV] Το Εφετείο, μετά την άσκηση αντίθετων εφέσεων από τους διαδίκους, και αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, αναφορικά με την έφεση της αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα:
«| [...] η υπάλληλος του πλειστηριασμού προαφαίρεσε για έξοδα της εκτέλεσης το ποσό των 45.796,93 ευρώ για αμοιβές και δαπάνες του δικαστικού επιμελητή Κ. Τ. , (α) για σύνταξη και επίδοση των 29 περιλήψεων κατασχετήριας έκθεσης με αριθμούς ..., οι οποίες συντάχθηκαν για επίσπευση του πλειστηριασμού μετά από ισάριθμες ματαιώσεις κατόπιν συμφωνίας μεταξύ επισπεύδουσας και οφειλέτη λόγω μερικών καταβολών του τελευταίου έναντι της οφειλής του, (β) για την αναγγελία με ισχύ αυτοτελούς κατάσχεσης και τη δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού, που επισπεύσθηκε με την …/2-12-2008 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, κατά τα προαναφερθέντα στην τρίτη σκέψη και (γ) για τη σύνταξη και επίδοση της …/2-1-2009 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία επισπεύσθηκε ο πλειστηριασμός μετά από ματαίωσή του λόγω απειλής για τοποθέτησης βόμβας στον τόπο διενέργειάς του.
Με το δεύτερο σκέλος το δευτέρου λόγου της ανακοπής του, το εκκαλούν ισχυρίστηκε ότι όλες οι ανωτέρω 31 περιλήψεις κατασχετήριας έκθεσης συντάχθηκαν κατόπιν αναβολών και ματαιώσεων του πλειστηριασμού μετά από συμφωνία μεταξύ επισπεύδουσας και οφειλέτη, ότι με τις ανωτέρω ενέργειες ο πλειστηριασμός καθυστέρησε για το μεγάλο χρονικό διάστημα των οκτώ ετών, δεδομένου ότι είχε ορισθεί αρχικά για την 09.05.2001 και διενεργήθηκε την 01.04.2009 και ότι τα σχετικά έξοδα μη νομίμως προαφαιρέθηκαν, επειδή έγιναν από υπαιτιότητα της επισπεύδουσας, δεδομένου ότι είναι αποτέλεσμα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της για συναινετική αναβολή και ματαίωση του πλειστηριασμού.
Το σκέλος αυτό είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, επειδή, κατά τα εκτιθέμενα από το εκκαλούν, οι αναβολές ή ματαιώσεις αποτελούν συνέπεια σχετικών συμφωνιών μεταξύ επισπεύδουσας και οφειλέτη, όμως η σύναψη των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί καταχρηστική, αφού η εξουσία του προσώπου να συμβάλλεται δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ [...] και τούτο ανεξαρτήτως του ότι μόνα τα ανωτέρω περιστατικά (οκταετής καθυστέρηση του πλειστηριασμού με επιβάρυνση του πλειστηριάσματος κατά 45.796,93 ευρώ για έξοδα), και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει το σκέλος αυτό ως ουσιαστικά βάσιμο και περιόρισε τα έξοδα κατά 41.812 ευρώ, με την αιτιολογία ότι, εφόσον οι 29 από τις ανωτέρω 31 ματαιώσεις έγιναν μετά από συμφωνίες επισπεύδουσας και οφειλέτη χωρίς να εκδοθεί δικαστική απόφαση, τα έξοδα που απαιτήθηκαν για την εκ νέου επίσπευση του πλειστηριασμού δεν έγιναν για το συμφέρον όλων των δανειστών. Όπως αναφέρεται, όμως, στην προηγούμενη σκέψη, έξοδα εκτέλεσης αποτελούν και αυτά που έγιναν για την έκδοση επαναληπτικών περιλήψεων κατασχετήριας έκθεσης μετά από αναβολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού ύστερα από απλή συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη, χωρίς την έκδοση δικαστικής απόφασης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα αντίθετα, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ [...]|».
[V] Με τις σκέψεις αυτές δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το μέρος της, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτό το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της ανακοπής του αναιρεσείοντος και περιορίστηκαν τα προαφαιρούμενα έξοδα κατά 41.812 ευρώ, κράτησε και δίκασε την ανακοπή κατά το ως άνω σκέλος της ανακοπής, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο.
Έτσι, όμως, κρίνοντας το Εφετείο και απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της ανακοπής του ανακόπτοντος – αναιρεσείοντος, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 932 και 975 ΚΠολΔ, που είναι ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά το βάσιμο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις ως άνω διατάξεις, τα οποία νόμιμα προαφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα δανειστή, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και με την προϋπόθεση ότι αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών και όχι στο αποκλειστικό συμφέρον του επισπεύδοντος δανειστή.
Το δε αναιρεσείον ισχυρίστηκε με την ανακοπή του ότι οι 29 συναινετικές αναβολές του πλειστηριασμού και οι δαπάνες που προκλήθηκαν από τις αναβολές αυτές, είναι αδικαιολόγητες, καθώς δεν έγιναν προς το γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, καθιστώντας έτσι νόμιμο το σχετικό λόγο της ανακοπής του.
[VI] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έκρινε ως μη νόμιμο και απέρριψε για το λόγο αυτό το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της ανακοπής του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν θα οριστεί, καθώς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως απαλλασσόμενο από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου για την άσκηση ενδίκων μέσων (άρθρ. 11 του Κανονιστικού Διατάγματος της 26-6/10-7-1944 Περί Κώδικος των νόμων περί δικών Δημοσίου), δεν κατέβαλε τέτοιο παράβολο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2195/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου
αποχωρήσαντος
από την Υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της
σύνθεσης Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ