Supreme Court dismisses appeal on creditor ranking, upholding tax claims' priority over other debts under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's rejection of the taxpayer's objection to the creditor ranking list. The taxpayer argued that tax claims should be prioritized based on constitutional equality and international treaties, but the court found the lower courts correctly applied the relevant laws. Consequently, the court ruled that the statutory provisions governing the ranking order were valid and did not violate constitutional principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 975 and 977 of the Civil Procedure Code; The court held that the statutory order of creditor ranking does not violate constitutional equality or international treaty obligations when applied to tax claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1056 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1056/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ …...", που εδρεύει στο Δήμο …... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτού, ήτοι από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και τον διακριτικό τίτλο "... Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ….. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία ΠΑΠΙΔΑ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 889/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3695/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα υπ' αριθμ. 3695/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 8-6-2017 έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 889/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση δε αυτή είχε απορριφθεί η από 25-2-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία είχε ζητήσει τη μεταρρύθμισή του υπ' αριθμ. 65250/31-12-2015 πίνακα κατατάξεως δανειστών της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, συμβολαιογράφου Αθηνών, Βαρβάρας Σγούρα, ώστε να καταταγεί αυτή για τις αναγγελθείσες απαιτήσεις της και να αποβληθεί εν μέρει αντίστοιχα το καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου". Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.
Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως.
Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΟλΣτΕ 1286/2012, ΟλΑΠ 24/2006, ΟλΑΠ 25/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή, ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.
Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία των συμβάσεων, προεχόντως, όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 361 ΑΚ, η οποία, εκτός από την ελευθερία της συνάψεως ή μη της συμβάσεως και την ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, περιλαμβάνει και την ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως.
Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ 4/1998).
Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (ΟλΑΠ 6/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, "η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα (ΟλΣτΕ 3405/2014, ΟλΑΠ 40/1998).
Όμως δεν έχει εφαρμογή η συνταγματική διάταξη περί προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 Συντ.), οσάκις με τα προνόμια θίγεται η, από το εμπράγματο δικαίωμα της υποθήκης, πηγάζουσα εξουσία προτίμησης (προνόμιο), καθόσον η συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας δεν επεκτείνεται και στα δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας, ώστε να καλύπτονται και οι με αυτές ασφαλιζόμενες ενοχικές απαιτήσεις.
Και τούτο διότι, η εμπράγματη ασφάλεια, ενεχυρική ή υποθηκική αποτελεί μεν και αυτή εμπράγματο δικαίωμα, δεν συνιστά όμως αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, δηλαδή καθ' αυτό υφιστάμενο και υπάρχον, αλλά παρεπόμενο και εξαρτημένο, συνυφασμένο κατά την υπόστασή του προς την, δι' αυτού, εξασφαλιζομένη ενοχική απαίτηση, την οποία προϋποθέτει και με την οποία συναποσβήνεται και, τέλος, δεν παρέχει εξουσία χρήσεως και καρπώσεως του πράγματος, αλλά δικαίωμα αξιοποιήσεως και δυνατότητα αποκτήσεως χρηματικής ποσότητας για ικανοποίηση αυτού προνομιακή με την εκποίηση του αντικειμένου της.
Η προστασία που παρέχεται με τις ανωτέρω διατάξεις δεν είναι απόλυτη, αφού είναι επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρος, όμως, της παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, ως γενική αρχή του δικαίου, αναγνωριζομένη παγίως από τη νομολογία των δικαστηρίων, ως απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1975, αλλά και των άρθρων 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975, δια του από 6/17 Απριλίου 2001 Ψηφίσματος της Έ Αναθεωρητικής Βουλής, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 αυτού, διέπει την όλη δημόσια δράση και δεσμεύει το νομοθέτη, το δικαστή και τη διοίκηση.
Όλα τα μέσα ασκήσεως της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήριά της, να είναι δηλαδή α) κατάλληλα, ήτοι πρόσφορα για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού, β) αναγκαία, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και, τέλος, γ) εν στενή εννοία αναλογικά, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχομένης εξ αυτών βλάβης (ΟλΑΠ 1/2015, ΟλΑΠ 6/2009).
Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνεται το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και της δίκαιης δίκης, οι διατάξεις δε αυτές δεν αποκλείουν τη θέσπιση από τον κοινό νομοθέτη κανόνων και προϋποθέσεων, που να περιορίζουν την άνω προστασία, εφ' όσον οι προϋποθέσεις αυτές συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, δεν υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων συνεπάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής εννόμου δικαστικής προστασίας.
Εξάλλου, η μακρόχρονη διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας, στηριζόμενος σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρυθμίσεως θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητάς του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε, περαιτέρω, στην παράλυση της δράσεως του νομοθέτη και στη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και, ειδικότερα, να ασκεί την παρεχομένη σε αυτόν ευχέρεια κατά την εφαρμογή του κρατικού οικονομικού προγραμματισμού (ΣτΕ 490/2000).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 1504/2018, ΑΠ 1632/2017, ΣτΕ 493/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 61 εδ. α του ΝΔ/τος 356/1974 (περί ΚΕΔΕ) " 1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπροθέσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας".
Με το εδ. β' του ιδίου ως άνω άρθρου, που προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 33 ν.4141/2013 (ΦΕΚ Α' 81/5-4- 2013) και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου συντάξεως του προσβαλλομένου πίνακα κατατάξεως, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω: "Κατ' εξαίρεση, για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, το Δημόσιο κατατάσσεται στην υπ' αριθ. 2 σειρά του ίδιου άρθρου και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με τη νέα νομοθετική ρύθμιση προβλέπεται ειδικά για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου από Φ.Π.Α. η αναβάθμιση της προνομιακής κατάταξης του Δημοσίου στη δεύτερη σειρά του άρθρου 975 ΚΠολΔ (γενικά προνόμια) και η ικανοποίηση αυτών πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 (ειδικά προνόμια), κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων στην παρ. 1 του άρθρου 977 ΚΠολΔ (συρροή γενικών και ειδικών προνομίων), ενώ οι λοιπές ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του εξακολουθούν να ικανοποιούνται στην πέμπτη σειρά.
Η ισχύς της ως άνω νέας νομοθετικής διατάξεως αρχίζει από 5-4-2013 (ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στο ΦΕΚ) και καταλαμβάνει τις περιπτώσεις πινάκων διανομής που συντάσσονται κατά την ως άνω ημερομηνία και μετά, δεδομένου ότι οι νόμοι που ρυθμίζουν τη σειρά ικανοποιήσεως των απαιτήσεων των δανειστών στη διαδικασία της κατατάξεως δεν αφορούν στις ίδιες τις απαιτήσεις, ούτε στα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία τις εξασφαλίζουν, αλλά στη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους και στον τρόπο που θα ικανοποιηθούν από την ομάδα περιουσίας, η οποία υπάρχει κατά το χρόνο της κατατάξεως, λόγω του ότι συντρέχουν περισσότεροι δανειστές (ΟλΑΠ 21/1994).
Για το λόγο αυτό τα προνόμια που καθιερώνονται κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ίσχυε κατά τον προαναφερόμενο χρόνο (της κατατάξεως, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 1441/2017). Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση, με την οποία αναβιβάσθηκε το προνόμιο του Δημοσίου μόνο για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από Φ.Π.Α., όχι όμως και από άλλες αιτίες, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ν.4141/2013 θεωρήθηκε αναγκαία, καθόσον κρίθηκε ότι παρά τις μεγάλες δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας, η ικανοποίηση των απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των οφειλετών του, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, διότι προηγούντο της κατατάξεως των απαιτήσεων του Δημοσίου απαιτήσεις άλλων πιστωτών με ισχυρότερο προνόμιο, όπως ασφαλιστικών ταμείων, δικηγόρων, εργαζομένων, ενυποθήκων κ.λ.π.
Ενόψει όλων αυτών, η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2 εδ.α' ν. 4141/2013, με την οποία τροποποιήθηκαν τα άρθρα 975 και 977 ΚΠολΔ, δεν αντιβαίνει στο Σύνταγμα και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1, 17 παρ.1, 20 παρ.1, 25 παρ.1, ως και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς και στις συνταγματικές αρχές της νομικής ασφάλειας και της προστατευομένης εμπιστοσύνης.
Τούτο διότι, η ένταξη με αυτή του προνομίου των απαιτήσεων του Δημοσίου για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από Φ.Π.Α. στη δεύτερη τάξη των γενικά προνομιούχων δανειστών, εφόσον προέκυψαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού και η ικανοποίησή τους πριν από τη διαίρεση του πλειστηριάσματος στα ποσοστά του 1/3 και των 2/3, κατ' άρθρο 977 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που συντρέχουν με απαιτήσεις ενυποθήκων ή και προσημειούχων δανειστών, έστω και εάν οι απαιτήσεις των τελευταίων έχουν γεννηθεί και ασφαλισθεί με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης πριν από την άνω νομοθετική μεταβολή, αποτελεί ρύθμιση, που εισάγεται με νόμο απρόσωπο, η οποία επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος και όχι από απλό ταμειακό συμφέρον.
Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί απρόσφορη ούτε μη αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν, δεδομένου ότι πριν την τροποποίηση της διατάξεως του άρθρου 975 ΚΠολΔ, η ικανοποίηση των απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των οφειλετών του, εκινείτο σε πολύ χαμηλά επίπεδα, διότι προηγούντο της κατατάξεως των απαιτήσεών του απαιτήσεις άλλων πιστωτών με ισχυρότερο προνόμιο, ούτε δημιουργείται ανισότητα όμοιων περιπτώσεων, διότι δεν πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις, εφόσον στη μία περίπτωση υπάρχουν προνομιακές απαιτήσεις και στην άλλη όχι.
Τέλος, δεν αντιβαίνει ούτε στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, στο μέτρο που η κατάταξη γενικών ειδικών προνομιούχων και εγχειρογράφων δανειστών είναι ρητά καθορισμένη από το νόμο και με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρέχεται το δικαίωμα σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως (ΑΠ 1405/2018, ΑΠ 1632/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Στην προκειμένη υπόθεση με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ...κατασχετήριας έκθεσης, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ... Επαναληπτική περίληψη αυτής του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και σε εκτέλεση του υπ' αριθ...
πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. ...Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα) κατέσχεσε αναγκαστικώς και για το ποσόν των 205.000 ευρώ, ένα ακίνητο, το οποίο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον οφειλέτη της ... και δη...οριζόντια ιδιοκτησία -διαμέρισμα...Κατά του ως άνω οφειλέτη της, η ανακόπτουσα διατηρεί ληξιπρόθεσμη αξίωση, συνολικού ποσού 1.269.565,70 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και λοιπών εξόδων, από συμβάσεις δανείου και ανοιχτής πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού, για τις οποίες εξέδωσε, μεταξύ άλλων και την παραπάνω...Διαταγή Πληρωμής και όπως προκύπτει από την από ...
περίληψη εγγραφής προσημείωσης και τα ... Πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου ... προς μερική εξασφάλιση της ως άνω απαίτησής της και δυνάμει της υπ' αρ...απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ανακόπτουσα ενέγραψε στις 24.12.2009 στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου...στον τόμο...και φύλλο...προσημείωση υποθήκης επί του ...
ακινήτου του ως άνω οφειλέτη της... Το ως άνω ακίνητο εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό στις...ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Αθηνών...και πλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε για το ποσό των 60.500 ευρώ. Δυνάμει της από... αναγγελίας της, η οποία κοινοποιήθηκε στον ως άνω οφειλέτη της και στην ως άνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, η ανακόπτουσα ανήγγειλε νομότυπα και εμπρόθεσμα τις απαιτήσεις της και ζήτησε να καταταγεί προνομιακά και οριστικά κατ' άρθρο 976 αρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 1007 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ, στον συνταχθησόμενο πίνακα κατάταξης για τη διανομή του πλείστηριάσματος του ως άνω ακινήτου και για ολόκληρο το ποσό του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος,.,Στον ως άνω πλειστηριασμό αναγγέλθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και το καθ' ου (ήδη αναιρεσίβλητο), δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ...δυνάμει της υπ' αριθ...αναγγελίας του, για ληξιπρόθεσμες προνομιακές απαιτήσεις του κατά του ανωτέρω οφειλέτη των διαδίκων, συνολικού ποσού 830.516,65 ευρώ, οι οποίες αφορούν κυρίως ΦΠΑ (συνολικό ποσό 771.367 ευρώ περίπου με τις προσαυξήσεις) και πρόστιμο ΚΒΣ και Εισόδημα Περαίωσης ...Λόγω μη επάρκειας του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, συνετάγη από την ως άνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και Συμβολαιογράφο Αθηνών...
ο προσβαλλόμενος υπ' αριθ... Πίνακας Κατάταξης Δανειστών, με τον οποίο, αφού προαφαιρέθηκε ποσό 9.930,89 ευρώ για τα έξοδα της εκτέλεσης, κατετάγη η ΔΟ Υ... προνομιακά και οριστικά κατ' άρθρο 33 παρ.2 εδ. 1 του ν. 4141/2013 σε συνδυασμό με το άρθρο 975 αρ.2 ΚΠολΔ στο σύνολο του εναπομείναντος πλειστηριάσματος των 50.569,11 ευρώ...
από τις αναγγελθείσες απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσιβλήτου), εκείνες που προέρχονταν από φόρο προστιθέμενης αξίας με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις τους, είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες (975 επ. ΚΠολΔ και 61 του ΚΕΔΕ, όπως η τελευταία διάταξη τροποποιήθηκε δια του άρθρου 33 παρ.2 του ν.4141/2013), κατατάσσονται στη δεύτερη τάξη των γενικών προνομίων και προηγούνται της ικανοποίησης των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ...".
Στη συνέχεια, με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού παρατίθενται νομικές σκέψεις, γίνονται δεκτά τα εξής: " ... Η διάταξη του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του ν. 4141/2013, δεν αντίκειται στις συνταγματικώς κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, ενώ επίσης δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1, 17 του Συντάγματος, που προστατεύουν την οικονομική ελευθερία και την ιδιοκτησία και ούτε και σε εκείνες του άρθρου 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής της, τον οποίο επαναφέρει με το μοναδικό λόγο της ένδικης έφεσης.
Ορθώς, επομένως, κατετάγη με τον προσβαλλόμενο πίνακα διανομής το Ελληνικό Δημόσιο στο συνολικό προς διανομή ποσό των 50.569,11 ευρώ σε μερική εξόφληση των ληξιπρόθεσμων αναγγελθεισών απαιτήσεών του από Φ.Π.Α. με τις λοιπές προσαυξήσεις του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως αβάσιμο το μοναδικό ως άνω λόγο της ανακοπής και επικύρωσε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ως εκ τούτου ο μοναδικός λόγος της ένδικης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, με τον μοναδικό λόγο της οποίας είχε ζητήσει την μεταρρύθμιση του προσβαλλομένου πίνακα κατατάξεως, κατά το μέρος που, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος Αθηνών Βαρβάρα Σγούρα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 975 αριθμ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της κατατάξεως, μετά την τροποποίησή του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ με το άρθρο 33 παρ.2 του ν.4141/2013, κατά τα προαναφερόμενα, κατέταξε στη δεύτερη τάξη τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, του καθου η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, επικαλούμενη (η αναιρεσείουσα) την αντίθεση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 παρ.2 του ν.4141/2013 προς εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1,17 παρ. 1, 20 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ενόψει και ότι οι απαιτήσεις της είχαν γεννηθεί και ήταν ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης πριν από τη νομοθετική μεταβολή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 975 και 977 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ, το οποίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 παρ.2 του ν.4141/2013, δεχθείσα ότι η τελευταία διάταξη δεν αντίκεινται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία (αναιρεσείουσα), λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-9-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3695/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ