Supreme Court dismisses hospital's appeal against bank's claim for unjust enrichment from paid debt. Hospital loses appeal and pays legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the General Hospital's appeal against a first-instance judgment ordering it to repay funds paid on behalf of a supplier company. The hospital argued the claim was time-barred against the state, but the court found the debt was owed to the supplier, not the state. Consequently, the payment constituted unjust enrichment, and the hospital must pay the supplier back along with legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 35, 36, 39, 44, 47 of the Law of 17/7/13.8.1923 on special provisions for anonymous companies; Article 1254 of the Civil Code: When a bank receives a payment made on behalf of a supplier company, the payment is considered unjust enrichment if the debt was originally owed to the supplier, entitling the supplier to restitution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1056 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1056/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Κοργιαλένειο - Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζουμπούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτού, την ΑΕ με την επωνυμία "... ΑΕ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Πουρνάρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 4439/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-2-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που, κατ' άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατ' ειδική ρύθμιση του ως άνω ν.δ., για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης, όμως, βάσει του χρόνου γέννησης της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχυρίασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.
Κατ' ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ν.δ/τος, αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχυρίαση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από την επίδοση δε αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης στον τρίτον, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η εν λόγω δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυριασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 422/2018,480/2006, ΑΠ 857/2004).
Η εκχώρηση εξάλλου, συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχυρίασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) προς τον εκχωρητή ,ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ1028/2018).
Περαιτέρω, ειδικώς, για την αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ,το ν.δ. 496/1974 ("περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", Α' 204), ορίζει στο άρθρο 53 παρ. 1 και 2 ότι "1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. (νομικού προσώπου) ως τρίτου, το κατασχετήριο ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π.
κοινοποιούνται εις την (1) αρμοδίαν δια την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις τον (2) αρμόδιον διά την αναγνώρισίν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις (3) το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ' ού η κατάσχεσις και εις την (4) αρμοδίαν διά την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης, Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν διά την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2.
Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, διά την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος".Το ίδιο ν.δ.δε, ορίζει στο άρθρο 12 παρ. 1 ότι "το διοικούν το ν.π.δ.δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ πιστώσεις, ας δύναται να μεταβιβάζει δι' επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντος διατάκτας)" και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.
α' ότι "τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται και εκκαθαρίζονται υπό αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι' έκαστον Ν.Π. ή είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ'αυτών απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι' ετέρων στοιχείων, καθοριζόμενων δι' αποφάσεως του διοικούντος ταύτα οργάνου".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχυρίασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ Τράπεζας, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμιακή/οικονομική υπηρεσία) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθώς και (σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού.
Στην περίπτωση που δεν γίνουν αυτές οι κοινοποιήσεις (σωρευτικώς), δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν. δ. 496/1974 ότι η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία είναι άκυρη.Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη ως προς το τελευταίο (ΑΠ422/2018, 1028/2018, 872/2014, 480/2006).
Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρων 1παρ.7 του ν.2881/2001 και 7 και 42 παρ.5 του ν.3329/2005,σαφώς προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχυρίασης ονομαστικής χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νοσοκομείου του ΕΣΥ υπέρ Τράπεζας ,συνεπαγομένης εκ του νόμου την εκχώρησή τη ς, απαιτείται για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία, σωρευτικά:
α) στο Διοικητή και Πρόεδρο του Δ.Σ του Νοσοκομείου ,ο οποίος είναι το κατά νόμο αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση της δαπάνης και β) στη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία του Νοσοκομείου, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει μετά την μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6)αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη".
Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι οι λόγοι αναίρεσης κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αντίστοιχοι με τους αριθμούς 1, 2, 4, 5,7,8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του τελευταίου αυτού άρθρου (ΑΠ 1702/2018).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ "αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472", δηλαδή η διαδικασία των μικροδιαφορών, εκτός αν ο νόμος ορίζει ρητά το αντίθετο (π.χ.
εργατικές διαφορές - άρθρο 666 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς εκείνη άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ , σαφώς προκύπτει, ότι κατά της απόφασης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, είναι απαράδεκτος ο κατ' αυτής αναιρετικός λόγος περί παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από το άρθρο 560αριθμ.1 ΚΠολΔ, αντίστοιχος δηλαδή του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ(ΑΠ 1974/2014).Περαιτέρω,η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου, ότι συντρέχει ή όχι η ουσιαστική κατά τη διάταξη του άρθρου 68ΚΠολΔ προϋπόθεση της νομιμοποίησης του διαδίκου για την παροχή δικαστικής προστασίας, ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (Ολ.ΑΠ25/2008).Από την προεκτεθείσα, εξάλλου, διάταξη του άρθρου 560αριθ μ.6 (αντίστοιχη με αυτή του άρθρου 559αριθμ.19) ΚΠολΔ ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά(έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006,1/1999).
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ467/2013, 495/2013, 179/2013). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561παρ.1ΚΠολΔπροκύπτει,ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί,ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη ανέκκλητη (αρθρ.512ΚΠολΔ) απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η από 30-4-2015 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. να της καταβάλει το ποσό των 2.775,18 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της, απέρριψε τον ισχυρισμό του για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, λόγω μη νομότυπης πραγματοποίησης της επίδοσης της , αναγγελίας της εκχώρησης, δεχόμενο ως προς το ζήτημα αυτό τα ακόλουθα: "Δυνάμει της προσκομιζόμενης και επικαλούμενης από την ενάγουσα υπ'αριθμ.315/1-3-2005 σύμβασης παροχής πίστωσης, η ενάγουσα χορήγησε προς την εταιρία "....
Α.ΕΜ πίστωση μέχρι του ποσού των 115.000,00 ευρώ, προς ασφάλεια δε των απαιτήσεων της υπεγράφη η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αρ. 11/13.9.2006 σύμβαση εκχώρησης ενεχυρίασης, με την οποία η παραπάνω εταιρία ".... Α.Ε." εκχώρησε προς την ενάγουσα το σύνολο των απαιτήσεων αξιώσεών της κατά του εναγόμενου που απορρέουν από την προμήθεια ιατρικών υλικών, συνολικής αξίας 2.775,18 ευρώ, δυνάμει δε του όρου 3 της παραπάνω σύμβασης η ενεχύραση της απαιτήσεως συνεπάγεται την εκχώρηση αυτής προς τη δανείστρια τράπεζα, η οποία μόνη έχει το δικαίωμα να διεκδικεί, εισπράττει και διαθέτει τις απαιτήσεις αυτές.
Από δε την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα ....02Δ/21.9.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Κ., προκύπτει ότι αντίγραφο της επίδικης σύμβασης ενεχύρασης και εκχώρησης μαζί με κατάσταση τιμολογίων επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την Οικονομική Διεύθυνση του Νοσοκομείου.
Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα υπ' αρ. 1803Δ/21.9.2006 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι αντίγραφο της επίδικης σύμβασης μαζί με κατάσταση τιμολογίων επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το νόμιμο εκπρόσωπο του Νοσοκομείου (και μη ευρισκόμενου του ίδιου εκεί προς την αρμόδια προς τούτο υπάλληλο).
Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα νόμιμος εκπρόσωπος του εναγόμενου, αλλά και αρμόδιος για την ανάληψη της οικείας δαπάνης είναι ο Διοικητής του εναγόμενου και συνεπώς από την τελευταία επίδοση καλύπτεται η απαιτούμενη κοινοποίηση στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο του εναγόμενου και συνεπώς είναι έγκυρη η ανωτέρω επίδοση και παράγονται τα αποτελέσματα των εκχωρούμενων απαιτήσεων ..., Επιπλέον, νομίμως, κατ' άρθρο 129 ΚΠολΔ έγιναν οι παραπάνω επιδόσεις προς αρμόδιο προς τούτο υπάλληλο του εναγομένου, καθότι, όπως βεβαιώνεται στις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως ο παραλήπτης τους απουσίαζε".
Το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου περί επίδοσης της αναγγελίας της εκχωρηθείσας προς την αναιρεσίβλητη απαίτησης τόσο προς το Διοικητή του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου, ως νόμιμο εκπρόσωπο του, όσο και προς την Οικονομική του Διεύθυνση ,είναι πλήρως και σαφώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προεκτεθεισών διατάξεων, εφόσον αναφέρεται ότι ,κατά το περιεχόμενο των εκθέσεων επίδοσης βεβαιώνεται από το δικαστικό επιμελητή ,ότι οι επιδόσεις έγιναν, λόγω απουσίας του παραλήπτη ,στην αρμόδια προς παραλαβή τους υπάλληλο του ,το όνομα της οποίας και αναφέρει (ΑΠ1232/2012, 700/2008).Επομένως,όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει το αναιρεσείον για ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία με τον πρώτο, από το άρθρο 560αριθμ.6ΚΠολΔ ;
λόγο της κρινόμενης αίτησης, είναι αβάσιμα. Εξάλλου, οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, ότι στην πραγματικότητα και όπως προκύπτει από την επισκόπηση των επίδικων εκθέσεων επίδοσης οι επίμαχες επιδόσεις δεν έγιναν στα πρόσωπα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως δέχθηκε κατά στρεβλή ερμηνεία των αποδείξεων ,αλλά και οι δύο προς τον Διευθυντή αυτού και λόγω της απουσίας του παραλήφθηκαν από την υπάλληλο Δ.
Π., η οποία όμως δεν είχε αρμοδιότητα για την παραλαβή τους, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ.6 ΚΠολΔ όπως επικαλείται το αναιρεσείον, ούτε όμως ,έστω και κατ'εκτίμηση, πλημμέλεια άλλου από τους περιοριστικά προβλεπόμενους με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 560 για τις μικροδιαφορές) αναιρετικούς λόγους.
Πέραν του ότι, με την κατ' επίφαση επίκληση της από το άρθρο 560αριθμ.6ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και είναι για τους ανωτέρω λόγου οι αιτιάσεις αυτές απαράδεκτες. Περαιτέρω, η επικαλούμενη ειδικότερη αιτίαση με τον ίδιο αναιρετικό λόγο για αντίφαση μεταξύ των νομικών και πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης ,είναι απαράδεκτη, εφόσον ως αντίφαση που δικαιολογεί τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559αριθμ.19(και 560αριθμ.6)ΚΠολΔ,νοείται αυτή που προκύπτει μεταξύ των παραδοχών της ελάσσονος και όχι μεταξύ αυτών της μείζοντος και της ελάσσονος σκέψης του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την προβληθείσα από το αναιρείον ένσταση εξόφλησης της επίδικης απαίτησης: "Η ως άνω ένσταση όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, καθότι το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) επικαλείται καταβολή της αξίας των επίδικων τιμολογίων προς τη Δ.Ο.Υ.
και το Ι.Κ.Α., καθότι η εταιρία με το διακριτικό τίτλο ".... A.E.", είχε οφειλές προς τις ανωτέρω υπηρεσίες. Πλην όμως η σχετική καταβολή, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπ' αρ. ...524/26.2.2008 και ...5033/7.4.2008 διπλότυπα είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ..... προκύπτει ότι έγινε κατόπιν της σύναψης της υπ' αρ. ...1/13.9.2006 σύμβασης εκχώρησης - ενεχύρασης απαιτήσεων, καθώς και της αναγγελίας αυτής, λαβούσας χώρα δυνάμει των ως άνω αναφερόμενων υπ' αρ. ...02Δ/21.9.2006, ....3Δ/21.9.2006 και ...14Δ/22.9.2006 εκθέσεων επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π.
Κ. και την υπ' αρ. ....796Β/22.9.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Κ.. Δεδομένου ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα εκχωρήθηκε νόμιμα η απαίτηση εκ των επίδικων τιμολογίων - δελτίων αποστολής προς την ενάγουσα, αποκλειστικός δικαιούχος της απαίτησης κατέστη" η τελευταία- κατά τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 462 ΑΚ και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε καταβολή έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο της αναγγελίας χρόνο, ουδόλως οδηγεί στην απόσβεση της απαίτησης, καθόσον η γενόμενη καταβολή δεν έγινε προς την ενάγουσα αλλά ούτε και για λογαριασμό της ενάγουσας προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
ή Ι.Κ.Α. της τελευταίας". Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης το αναιρεσείον, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η άνω παραδοχή της στερείται πλήρους και ειδικής αιτιολογίας, διότι έπρεπε να δεχθεί ότι η επίδικη εκχώρηση δεν αναγγέλθηκε ποτέ νόμιμα και ότι συνεπώς εφόσον ουδέποτε είχε μεταβιβαστεί η απαίτηση της εκχωρήτριας εταιρίας, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, νομίμως κατέβαλε τις οφειλές αυτής προς το Δημόσιο και το ΙΚΑ.
Ο λόγος όμως αυτός, που συνιστά επίσης πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ,. 1 και όχι αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ, όπως εκθέτει το αναιρεσείον (επικαλούμενο ρηματικά και μόνο έλλειψη σχετικής πλήρους και ειδικής αιτιολογίας χωρίς οποιοδήποτε, προσδιορισμό), είναι απαράδεκτος εφόσον στην προκειμένη περίπτωση ελέγχεται απόφαση που εκδόθηκε με την διαδικασία των μικροδιαφορών.
Περαιτερω, η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος πέραν των πέντε ετών από την έκδοση των τιμολογίων-δελτίων αποστολής (το έτος 2006) έως την άσκηση της ένδικης αγωγής την 4.5.2012,δεχόμενο τα ακόλουθα: " Η ένσταση αυτή, προβαλλόμενη παραδεκτά, είναι νόμιμη...
πλην όμως τυγχάνει ουσία αβάσιμη, καθότι η ενάγουσα είχε ασκήσει ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την από 13.12.2011 με αρ. καταχώρησης ΑΒΕΜ 2331/13.12.2011 αγωγή της, με ίδιο περιεχόμενο και αίτημα με την κρινόμενη. Επομένως, βάσει των άρθρων 93 του ν.δ. 321/1969 και 9 παρ. 4 του ν. 1649 της 1/3.10.1986 η παραπάνω αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών διέκοψε την πενταετή παραγραφή που είχε ξεκινήσει την 31.12.2006.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 4815/9.9.2014 απόφαση του δικασαντος Δικαστηρίου, η οποία από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι επιδόθηκε και επομένως εμπρόθεσμα η ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη αγωγή της την 4.5.2015, καθότι δεν παρήλθε η προθεσμία των δύο μηνών που τίθεται από την τελευταία ως άνω διάταξη." Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης ,το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη" μη εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 9παρ.4 του ν. 1649/1986, δεχόμενο διακοπή της παραγραφής και δεν εφάρμοσε αυτή του άρθρου 48 του ν.δ/τος 496/1974,που προβλέπει διακοπή της παραγραφής μόνο με την εισαγωγή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα η σχετική παραδοχή να μην έχει νόμιμη βάση.
Και ο λόγος αυτός συνιστά πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ.1 (και όχι αριθμ.6 ΚΠολΔ (όπως επικαλείται το αναιρεσείον) και είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η εταιρία "....Παραγωγή Εμπορία και Προμήθεια Ιατρικών και Νοσοκομειακών Ειδών Ανώνυμη Εταιρία".....,προμήθευσε το εναγόμενο νοσοκομείο (ήδη αναιρεσείον) με τα αναφερόμενα στα συνημμένα στην αγωγή τιμολόγια ιατρικά είδη συνολικής αξίας 2.775,18 ευρώ και εξέδωσε τα εξής τιμολόγια".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού παραθέτει τα τιμολόγια και την αξία εκάστου, συνεχίζει:"Τα ως άνω ιατρικά είδη παραδόθηκαν στο εναγόμενο, το οποίο και τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα, υπογράφοντας νόμιμος εκπρόσωπος του τα ανωτέρω τιμολόγια - δελτία αποστολής... Η ως άνω προμηθεύτρια εταιρία, δυνάμει της υπ' αρ. 11/13.9.2006 συμβάσεως εκχωρήσεως-ενεχυράσεως απαιτήσεως εκχώρησε την απαίτησή της εκ των ανωτέρω τιμολογίων - δελτίων αποστολής προς την ενάγουσα τραπεζική εταιρία, η δε παραπάνω εκχώρηση ανακοινώθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το εναγόμενο...
Το εναγόμενο δεν κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό προς την ενάγουσα προς εξόφληση της οφειλής του... και επομένως κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο κατά το συνολικό ποσό της αξίας των παραπάνω 5 τιμολογίων - δελτίων αποστολής, ήτοι το ποσό των 2.775,18 ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να αποδώσει στην ενάγουσα.
Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι προέβη σε καταβολή του συνόλου της αξίας των ανωτέρω τιμολογίων - δελτίων αποστολής προς τη Δ.Ο.Υ. ..... και το ΙΚΑ όπως προκύπτει από προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπ' αρ. ...524/26.2.2008 και ...5033/7.4.2008 διπλότυπα είσπραξης της Δ.Ο.Υ. .....,-δεν κατέστη- αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της ενάγουσας, διότι' ο πλουτισμός του δε σώζεται πλέον στο ίδιο.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός, όμως τυγχάνει ουσία αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η καταβολή αυτή του συνόλου της αξίας των επίδικων τιμολογίων - δελτίων αποστολής έλαβε χώρα προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και Ι.Κ.Α., πλην όμως έγινε για χρέη που διατηρούσε η προμηθεύτρια εταιρία .... Α.Ε. και όχι η ενάγουσα. Ως εκ τούτου, κατόπιν της νομίμου εκχώρησης της εν λόγω απαίτησης της προμηθεύτριας εταιρίας ....ΑΕ προς την ενάγουσα, η γενόμενη ως άνω καταβολή για χρέη που διατηρούσε η προμηθεύτρια εταιρία έγινε αχρεωστήτως, χωρίς κάποιο νόμιμο λόγο.
Συνεπώς, παρότι το εναγόμενο πράγματι εξόφλησε το συνολικό ποσό των 2.775,18 ευρώ, το οποίο πλέον δε βρίσκεται στην περιουσία του, διατηρεί πλέον την αξίωση να του επιστραφεί το παραπάνω ποσό, ως αχρεωστήτως καταβληθέν και αυτή ακριβώς η αξίωση αποτελεί τον σωζόμενο πλουτισμό στα χέρια του εναγομένου". Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την ανωτέρω παραδοχή της και δη αυτή περί διατήρησης της αξίωσης για επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από το Δημόσιο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη αιτιολογία,< άλλως έχει ψευδή αιτιολογία με αντιφάσεις>, αφού οι απαιτήσεις του κατά του Δημοσίου έχουν παραγραφεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90παρ.1 του ν.2362/1995.0 λόγος ,κατά το μέρος της επίκλησης μη νόμιμης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, εφόσον το προεκτεθέν αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης έχει πλήρη και σαφή αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 904 και 909ΑΚ.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος της επίκλησης αντιφατικής αιτιολογίας είναι απαράδεκτος, λόγω μη αναφοράς των αντιφατικών παραδοχών και κατά το μέρος που επικαλείται ψευδή, εφόσον έτσι πλήττει την επί της ουσίας ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ.561παρ.1ΚΠολΔ). Είναι επίσης απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν συνιστά παράβαση της διάταξης του άρθρου 560αριθμ.6,όπως επικαλείται το αναιρεσείον, αλλά του αριθμού 1ΚΠολΔ, αλλά και διότι ο ισχυρισμός του περί παραγραφής της αξίωσης του κατά του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του Ειρηνοδικείου από 6-12-2016 προτάσεών του, το πρώτον προβάλλεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (αρθρ.562παρ.2ΚΠολΔ).
Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι έχει αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό όχι σε βάρος του Δημοσίου, αλλά της εκχωρήτριας εταιρίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης(αρθρ.176,183ΚΠολΔ),κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Εφ' όσον δε η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος, δεν διεξάγεται μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τα δικαστικά έξοδα θα υπολογισθούν σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων, χωρίς να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 22 του ν.3693/1957 (ΑΠ872/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Φεβρουαρίου 2018 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Κοργιαλένειο-Μπενάκειο ΕΕΣ", για αναίρεση της 4439/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ