Legislator Case Law & Legislation
1056/2018 AI generated

Supreme Court annuls Athens Court of Appeal decision due to insufficient reasoning regarding the disputed inheritance amount.

Case Number 1056/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Court of Appeal's decision of 1495/2017 because it lacked sufficient reasoning to justify the awarded sum of 222,963 euros. The appellants argued that the lower court failed to provide adequate grounds for its ruling, violating constitutional requirements for judicial motivation. Consequently, the Supreme Court will hear the case on its merits directly rather than remanding it for a second referral.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 93(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a decision if it lacks sufficient reasoning to establish the legal basis for the outcome, requiring the court to explicitly address all relevant facts and legal elements.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning judicial motivation inheritance dispute Supreme Court annulment Code of Civil Procedure constitutional requirement direct hearing

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1056 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1056/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου Ε., χήρας Ν. Φ., το γένος Γ. Κ., που απεβίωσε την ...., 2) Α. Φ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Α. συζύγου Γ. Μ., το γένος Ν. Φ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χαρακτινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 18-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5119/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 2526/2009 μη οριστική και 6122/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1860/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6122/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1495/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Τέλος, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, λόγο αναιρέσεως από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559. Η διάταξη αυτή καθιδρύει λειτουργική αρμοδιότητα του Τμήματος του Αρείου Πάγου να χωρήσει στην αυτεπάγγελτη έρευνα των συγκεκριμένων λόγων αναιρέσεως.

Και είναι μεν αληθές ότι η ευχέρεια που παρέχει η διάταξη αυτή γνωρίζει σχετικά μικρή πρακτική εφαρμογή, είναι όμως προφανές ότι μπορεί να αξιοποιηθεί προς συμπλήρωση λόγων αναιρέσεως, θεραπεύοντας την έλλειψη ή την αοριστία αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι ο σχετικός ισχυρισμός του διαδίκου είχε προβληθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο. Σ. Φ. ... υιός της πρώτης εναγομένης, (μετά το θάνατο της οποίας συνεχίζει τη δίκη ως μόνη εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής η πρώτη αναιρεσείουσα), και αμφιθαλής αδελφός των δευτέρου και τρίτης των εναγομένων (ήδη δευτέρου και τρίτης των αναιρεσειόντων) και του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), απεβίωσε στο Δήμο ...

στις 14-9-2003 σε ηλικία 59 ετών (όντας άγαμος) και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους ως άνω εναγομένους και τον ενάγοντα, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, ... Την κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι με το ευεργέτημα της απογραφής ... Αντιθέτως, η πρώτη των εναγομένων δεν συνέταξε εμπρόθεσμα απογραφή ...

με συνέπεια να απωλέσει το ευεργέτημα της απογραφής ... Επίσης και ο ενάγων αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομία του ως άνω αδελφού του με το ευεργέτημα της απογραφής ... Ο. Σ. Φ. ... ήταν πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και είχε κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στον ίδιο τομέα (οικονομικά) στις Η.Π.Α., όπου μετέβη το έτος 1971 και επέστρεψε στην Ελλάδα το έτος 1979.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Η.Π.Α. και παράλληλα με τις σπουδές του, ο ανωτέρω ασχολήθηκε με το εμπόριο των ενδυμάτων, γουναρικών και λευκών ειδών, τα οποία του απέστελλε από την Ελλάδα ο ενάγων και εκείνος τα μεταπωλούσε στις Η.Π.Α. Το έτος 1972, ο ενάγων, ο οποίος μέχρι τότε εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος, συνέστησε ατομική επιχείρηση, την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα, στην ..., επί της ..., με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο στυλογράφων … και συναφών ειδών, τα οποία εισήγαγε από τις Η.Π.Α.

Από την αλληλογραφία του ενάγοντος με τον αποβιώσαντα αδελφό του, κατά τη διάρκεια της παραμονής του τελευταίου στις Η.Π.Α., προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι αυτός βοηθούσε τον ενάγοντα στη διεκπεραίωση των παραγγελιών των άνω στυλογράφων, κυρίως λόγω της άριστης γνώσης της αγγλικής γλώσσας, των γνώσεών του στα οικονομικά και της φυσικής του παρουσίας στις Η.Π.Α., αντίστοιχα δε ο ενάγων διεκπεραίωνε στην Ελλάδα τις παραγγελίες σε ενδύματα, γούνες κ.λ.π., που ο αποβιώσας εμπορευόταν στις Η.Π.Α., χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους εταιρική σχέση, έστω και υπό τη μορφή της αφανούς εταιρείας, αλλά η ως άνω αλληλοεξυπηρέτηση στηριζόταν αποκλειστικά στην αδελφική αγάπη και αλληλεγγύη.

Τέτοια συμμετοχή (εταιρική) του Σ. Φ. στην άσκηση της ως άνω ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε ούτε για το μεταγενέστερο και μέχρι το θάνατό του διάστημα. Το έτος 1979, που Ο. Σ. Φ. εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, με τα χρήματα που είχε αποταμιεύσει από την εμπορία ενδυμάτων, γουναρικών και λευκών ειδών που ασκούσε στις Η.Π.Α., προέβη ...

στην αγορά ... οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στο ..., στη συμβολή των οδών .... Το τίμημα της πωλήσεως συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.680.000 δρχ., το οποίο ο αγοραστής κατέβαλε ολόκληρο σε μετρητά χρήματα στον πωλητή ... Ακολούθως, ... ο ενάγων, Ο. Σ. Φ. και ο δεύτερος των εναγομένων - αδελφός τους Α.

Φ. ... συνέστησαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....", με έδρα το .... Σκοπός της εν λόγω εταιρείας, η οποία στεγαζόταν στο προαναφερόμενο ακίνητο ... ήταν κατά το καταστατικό της το γενικό εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, η κατασκευή ετοίμων ενδυμάτων και το εμπόριο τούτων στην εγχώρια αγορά αλλά και στο εξωτερικό ...

καθώς και η αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού και η διάθεση των προϊόντων τους στην Ελλάδα ή άλλη χώρα. Στην εταιρεία αυτή ... μετείχαν Ο. Σ. Φ., και ο ενάγων κατά ποσοστό 40% έκαστος, ο δε δεύτερος εναγόμενος κατά ποσοστό 20%. Στη συνέχεια ... ο δεύτερος εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε στους λοιπούς δύο εταίρους τα εταιρικά του μερίδια και ...

μοναδικοί εταίροι απέμειναν ο ενάγων και ο αποβιώσας αδελφός του, με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες αυτής 50% έκαστος. Στο όνομα της ανωτέρω εταιρείας είχε ανοιχθεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ... λογαριασμός, στον οποίο κατατίθεντο τα χρήματα που προέρχονταν από τη λειτουργία της, τη διαχείριση των οποίων ασκούσε μόνος του ο ενάγων, ενώ Ο.

Σ. Φ. είχε αναλάβει τον τομέα της παραγωγής και των εμπορικών συμφωνιών με τους πελάτες της εταιρείας. Στην ίδια ως άνω Τράπεζα ο ενάγων και ο αποβιώσας αδελφός του διατηρούσαν ... κοινούς, στο όνομα αμφοτέρων, λογαριασμούς, οι οποίοι ανοίχθηκαν την 27-2-1985 και 29-11-1999 ... αντίστοιχα, ο δε θανών διατηρούσε τον ...

ατομικό λογαριασμό. Η λειτουργία της άνω Ε.Π.Ε. απέφερε σημαντικά κέρδη στους συνεταίρους, ιδίως κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1983 - 1994. Περισσότερο κερδοφόρα πάντως ήταν η λειτουργία της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος, γι' αυτό και τα εισοδήματα του τελευταίου, όπως τουλάχιστον εμφανίζονταν στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ήσαν πολλαπλάσια σε σχέση με τα αντίστοιχα του Σ.

Φ.". Ακολούθως, το Εφετείο παραθέτει τα ποσά που δήλωσαν στις οικείες φορολογικές δηλώσεις κατά τα έτη 1988 - 2003 ο αναιρεσίβλητος και ο αποβιώσας Σ. Φ., την ανέγερση διώροφης οικοδομής στο ... από τον αναιρεσείοντα και την αγορά οικοπέδου 450 τ.μ. επίσης στο ..., από το Σ. Φ. με την υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά οικία εμβαδού 119,37 τ.μ.

αντί τιμήματος 42.936.519 δρχ., που κατέβαλε ο αγοραστής από δραχμοποίηση συναλλάγματος από κοινό λογαριασμό μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου στην Τράπεζα Χίου. Περαιτέρω, το Εφετείο αναφέρει ότι Ο. Σ. Φ. το έτος 1999 κατεδάφισε την οικία αυτή και στη θέση της ανήγειρε τριώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο και δώμα, επιφανείας 115,92 τ.μ., 57 τ.μ., 235 τ.μ., 135 τ.μ.

και 26 τ.μ., αντίστοιχα, η οποία ήταν σχεδόν αποπερατωμένη κατά το χρόνο θανάτου του στις 14-9-2003 και ήδη κατοικούσε αυτός με τη μητέρα του στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα από 19-5-1999 έως 29-7-2003 κατέθεσε σε μετρητά είτε ο ίδιος προσωπικά είτε μέσω υπαλλήλων του στον ατομικό λογαριασμό του αδελφού του Σ.

στην Εθνική Τράπεζα διάφορα ποσά, αρχικά σε δραχμές και στη συνέχεια σε ευρώ, συνολικού ποσού 160.546,38 ευρώ, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 8-12-2000 έως 9-9-2003 μετέφερε από τους κοινούς λογαριασμούς των δύο αδελφών στον ίδιο ατομικό λογαριασμό του Σ. Φ. διάφορα ποσά, αρχικά σε δραχμές και στη συνέχεια σε ευρώ, συνολικού ποσού 113.664,93 ευρώ.

Και στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Τα προαναφερόμενα ποσά, που ο ενάγων κατέθεσε σε μετρητά στον ατομικό λογαριασμό του αποβιώσαντος αδελφού του ... αποτελούν χρήματα της αποκλειστικής κυριότητας του πρώτου ... τα οποία μεταβίβασε κατά τον ως άνω τρόπο στο δεύτερο, εις εκτέλεση διαδοχικών συμβάσεων δανείου, που καταρτίστηκαν μεταξύ τούτων κατά το χρονικό διάστημα από 19-5-1999 μέχρι 29-7-2003.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω δύο κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί τροφοδοτούντο αποκλειστικά από χρήματα προερχόμενα αμιγώς από την άσκηση της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος και ότι ο τελευταίος έθεσε ως συνδικαιούχο αυτών τον αδελφό του για λόγους ασφάλειας, με τη συμφωνία να μην έχει αυτός (αδελφός του) κανένα δικαίωμα επί των αντίστοιχων καταθέσεων.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι στους εν λόγω λογαριασμούς κατατίθεντο μεταξύ άλλων και χρήματα (κέρδη) προερχόμενα από την άσκηση της εταιρικής (από την Ε.Π.Ε.) δραστηριότητας των δύο αδελφών, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι επ' ονόματι της άνω ΕΠΕ είχε ανοιχθεί έτερος - εταιρικός λογαριασμός. Το γεγονός ότι οι τμηματικές διά μεταφοράς καταθέσεις γίνονταν κατόπιν εντολής του ενάγοντος και όχι με απευθείας ανάληψη από το συνδικαιούχο αδελφό του δεν αποδεικνύει τον ως άνω ισχυρισμό του ενάγοντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτός είχε τη διαχείριση των οικονομικών της ΕΠΕ, επιπλέον δε επέλεξε το συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να έχει εις χείρας του αποδείξεις για τα δοθέντα ποσά.

Επομένως, και ενόψει του ότι δεν προέκυψε κάποια άλλη αναλογία στις μεταξύ τους σχέσεις, αυτοί ήσαν αμφότεροι δικαιούχοι των καταθέσεων στους εν λόγω λογαριασμούς κατ' ίσα μέρη. Αναφορικά όμως με τα ποσά που κατά το χρονικό διάστημα από 8-12-2000 μέχρι 9-9-2003 μεταφέρθηκαν κατόπιν εντολής του ενάγοντος προς την ΕΤΕ από τους ως άνω κοινούς λογαριασμούς στον ίδιο ατομικό λογαριασμό του Σ.

Φ., ... ναι μεν ανελήφθησαν από τον ενάγοντα εξ ιδίου δικαίου έναντι της Τράπεζας, πλην όμως μόνο κατά το ήμισυ, ήτοι κατά το ποσό των 56.832,46 ευρώ, η μεταφορά στο λογαριασμό του αποβιώσαντος έγινε σε εκτέλεση αντίστοιχων διαδοχικών συμβάσεων δανείου, που καταρτίστηκαν μεταξύ των αδελφών κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και για τον ίδιο σκοπό, ενώ κατά το έτερο ήμισυ (56.832,46 ευρώ) η μεταφορά στον ατομικό λογαριασμό έγινε σε εκτέλεση εντολής του αποβιώσαντος προς τον έχοντα τη διαχείριση των λογαριασμών ενάγοντα, ως δικαιούχο του αντίστοιχου μέρους της καταθέσεως".

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος, προς εξόφληση οφειλών του Σ. Φ. προς τρίτους, κατέβαλε για λογαριασμό του υπό μορφή δανείου τα ποσά των 3.574,06 και 2.010 ευρώ, ενώ αντιθέτως απέρριψε ως αβάσιμα τα λοιπά αιτούμενα με την αγωγή κονδύλια και καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως ακολούθως: "Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι δαπάνες για την κατασκευή της οικοδομής του αποβιώσαντος οικείου τους πληρώθηκαν από χρήματα του ίδιου, αλλά και χρήματα του ενάγοντος, τα οποία ήσαν επιστροφή ουσιαστικά του δανείου που είχε αυτός λάβει προηγουμένως από το Σ.

για την κάλυψη των δικών του υποχρεώσεων, και δη ανεγέρσεως κατά το έτος 1985 της κατοικίας του και καταβολής των εξόδων σπουδών των παιδιών του, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αξιόπιστο στοιχείο. Η αλήθεια είναι ότι κατά την τελευταία προ του θανάτου του Σ. Φ. δεκαετία οι εργασίες της ΕΠΕ ήσαν περιορισμένες και αυτός ενόψει του ότι δεν είχε άλλα έσοδα, πέραν αυτών που προήρχοντο από την άσκηση της ανωτέρω εμπορικής δραστηριότητας, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί μόνος εξ ιδίων χρημάτων στις δαπάνες ανεγέρσεως της τριώροφης οικοδομής.

Συμφώνησε λοιπόν με τον ενάγοντα, με τον οποίο τον συνέδεε ισχυρός αδελφικός δεσμός και αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης και ο οποίος ήταν σαφώς πιο εύρωστος οικονομικά, αφού, εκτός από την εταιρική δραστηριότητα, ασκούσε την προαναφερόμενη κερδοφόρα ατομική επιχείρηση, διέθετε λογαριασμό συναλλάγματος, μετοχές εταιρειών, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και τα εισοδήματά του, πολλαπλάσια σε σχέση με αυτά του αδελφού του, δικαιολογούσαν επαρκώς τόσο τη διαβίωση της οικογένειάς του όσο και την ύπαρξη αποταμιευτικής επάρκειας, να του δανείσει τα προαναφερόμενα ποσά, άτοκα, με την υποχρέωση να του τα επιστρέψει από το τίμημα που θα εισέπραττε εκ της πωλήσεως κάποιου εκ των διαμερισμάτων της οικοδομής.

Η σύμβαση αυτή ήταν προφορική, αφού υπήρχε τέτοια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, που από ηθικής απόψεως δεν θα μπορούσε να αξιωθεί η σύναψη αποδεικτικού εγγράφου δανείου. Όσο για την απόφασή του να ανεγείρει την ως άνω τριώροφη οικοδομή, αυτή δεν υπαγορεύθηκε από την ανάγκη στεγάσεώς του αλλά από την εύλογη επιθυμία του να εξασφαλίσει για το μέλλον ένα πρόσθετο εισόδημα από την εκμίσθωση των διαμερισμάτων της οικοδομής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δάνεισε τον αποβιώσαντα αδελφό του Σ. Φ. με το συνολικό ποσό των (160.546,38 + 56.832,46 + 3.574,06 + 2.010) 222.963 ευρώ και ότι με την ένδικη αγωγή κατήγγειλε το δάνειο και κατόπιν αυτού, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό, κατά το λόγο της συμμετοχής τους στην κληρονομία του αποβιώσαντος, δηλαδή κατά το 1/4 ο καθένας τους, και συγκεκριμένα (222.963 : 4) 55.740,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο μηνός από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τις διαδοχικές συμβάσεις δανείου που φέρεται να κατάρτισαν ο αναιρεσίβλητος με τον αποβιώσαντα αδελφό του Σ., οι οποίες και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 806 και 807 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι η επιχείρηση εμπορίας στυλογράφων PARKER ανήκε ατομικά στον αναιρεσίβλητο, δεν αιτιολογείται επαρκώς το άνοιγμα δύο κοινών τραπεζικών λογαριασμών μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του αποβιώσαντος αδελφού του Σ. στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ενόψει του καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι μεταξύ των δύο αδελφών είχε συσταθεί αφανής εταιρεία με το ως άνω αντικείμενο, όπως περί τούτου σαφείς ενδείξεις περιέχονταν στις επιστολές που είχε αποστείλει ο αναιρεσίβλητος στο Σ.

Φ., δεν συνιστά δε επαρκή αιτιολογία ότι από την αλληλογραφία αυτή προκύπτει απλή βοήθεια εκ μέρους του αποβιώσαντος στα πλαίσια της μεταξύ τους αδελφικής αγάπης και αλληλεγγύης. Περαιτέρω, ενόψει της ετέρας παραδοχής του Εφετείου ότι στους κοινούς αυτούς λογαριασμούς κατατίθεντο χρήματα (κέρδη) από την άσκηση της εταιρικής δραστηριότητας της ανήκουσας και στους δύο αδελφούς Ε.Π.Ε.

με την επωνυμία "....", δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο τα χρήματα (κέρδη) που προέρχονταν από τη λειτουργία της δεν κατατίθεντο αποκλειστικά στον εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό, που είχε ανοιχθεί στην ίδια Τράπεζα. Εξάλλου, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι τα ποσά των κοινών λογαριασμών ανήκαν στους δύο αδελφούς κατά το ήμισυ στον καθένα, δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο οι τμηματικές διά μεταφοράς καταθέσεις στον ατομικό λογαριασμό του αποβιώσαντος αδελφού του αναιρεσίβλητου γίνονταν κατόπιν εντολής του τελευταίου και όχι με απευθείας ανάληψη από το συνδικαιούχο αδελφό του, δεν συνιστά δε επαρκή αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος είχε τη διαχείριση των οικονομικών της ΕΠΕ και με τον τρόπο αυτό είχε εις χείρας του αποδείξεις για τα καταβαλλόμενα ποσά, στις οποίες μάλιστα, όπως δέχεται και το Εφετείο, δεν αναγράφεται η αιτία της καταθέσεως ή μεταφοράς του αντίστοιχου χρηματικού ποσού.

Τέλος, ναι μεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι τα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, όπως αυτά δηλώθηκαν στις οικείες φορολογικές δηλώσεις, υπερτερούσαν κατά πολύ των αντίστοιχων του αποβιώσαντος αδελφού του, πλην όμως δεν αιτιολογείται επαρκώς, αν τα εισοδήματα αυτά ήσαν τέτοιου μεγέθους, ώστε να είναι σε θέση να ανεγείρει και ο ίδιος δική του οικοδομή, να καλύπτει τις δαπάνες διαβιώσεως της οικογενείας του, να καλύπτει τα έξοδα σπουδών των τέκνων του στο εξωτερικό και ταυτόχρονα να δανείσει τον αδελφό του το όχι ευκαταφρόνητο ποσό των 453.598,32 ευρώ, που ζητούσε με την αγωγή, ή έστω το ποσόν των 222.963 ευρώ, που έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός παραδεκτά συμπληρώθηκε από τον Άρειο Πάγο, -ενόψει του ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων είχαν προβληθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας-, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1495/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 1860/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 6122/2012 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1495/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ