Legislator Case Law & Legislation
1056/2015 AI generated

Supreme Court dismisses OSE's appeal against engineering firm fees, upholding the lower court's decision on contract validity.

Case Number 1056/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the Hellenic Railways Organisation (OSE) against a lower court ruling regarding engineering fees. The OSE argued that the contract was invalid due to the absence of specific statutory provisions, but the court found the lower court's reasoning sufficient and legally sound. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and OSE was ordered to pay the opposing firms' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 11 of Law 716/77; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the challenged decision is adequately reasoned, and errors in the formulation or citation of legal provisions do not invalidate the judgment if the underlying legal logic remains sound.

Keywords

AI generated
administrative appeal engineering fees contract validity inadmissible appeal legal costs statutory provisions civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 11 of Law 716/77
Art. 45§1 of Law 3316/2005
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 12 of Law 4055/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1056 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1056/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ)" που εδρεύει στην … που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Ντάκουρη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μελετητική-Γραφείο Μελετών Α. Ν. Τ. ΕΠΕ, που εδρεύει στο ..., 2. Γραφείο Μελετών "Υ." ΕΠΕ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Α.-Μ.-Μ. και Συνεργάτες ΕΠΕ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4. Αναπτυξιακές Τεχνικές Μελέτες "ΑΝ.ΤΕ.Μ." ΕΠΕ" που εδρεύει στην…, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Τροβά, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2012 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 5/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 27-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 11 του Ν. 716/77 "Περί μητρώου μελετητών και αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών" (Α’ 295), που εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 45§1 του ν. 3316/2005 για την ανάθεση μελετών και υπηρεσιών σε σχέση με διαγωνισμούς και συμβάσεις των οποίων η προκήρυξη δημοσιεύτηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (22-2-2005), ορίζονται τα εξής: "... 3.

Εις την πρόσκλησιν εκδηλώσεως ενδιαφέροντος καθορίζονται συνοπτικώς το αντικείμενον της μελέτης, η κατηγορία ή αι κατηγορίαι και αι τάξεις των απαιτουμένων πτυχίων ως και τυχόν πρόσθετα ειδικά προσόντα, άτινα δέον να συγκεντρώνει το Γραφείον Μελετών, κατά περίπτωσιν. Αι τάξεις των πτυχίων προσδιορίζονται επί τη βάσει προσωρινής εκτιμήσεως της αμοιβής της μελέτης διενεργούμενης υπό του εργοδότου... 5.

Μεταξύ των Γραφείων Μελετών τα οποία εκδηλώνουν ενδιαφέρον, ο εργοδότης επιλέγει, κατά την κρίσιν αυτού, κατόπιν αξιολογήσεως των προσόντων αυτών, αριθμόν Γραφείων συγκεντρούντων τας προϋποθέσεις δια την ανάληψιν της μελέτης. Η πρόσκληση ενδιαφέροντος καθορίζει τον αριθμόν των Γραφείων τα οποία κατ’ ανώτατον όριον επιλέγονται.

Τα επιλεγόμενα ως άνω Γραφεία καλούνται όπως, εντός τακτής προθεσμίας, υποβάλουν είτε ειδικήν προκαταρκτικήν μελέτην, δια μείζονος σημασίας και ειδικά έργα, είτε άπλας προκαταρκτικός εκθέσεις δια μικρότερος σημασίας έργα, ως ορίζει εκάστοτε η πρόσκλησις, ώστε να είναι δυνατή η υπ’ αυτών εκτίμησις των προτεινομένων λύσεων και του προϋπολογισμού του έργου...

Κατόπιν αξιολογήσεως των υποβαλλομένων κατά τα ανωτέρω προκαταρκτικών μελετών ή εκθέσεων, η μελέτη ανατίθεται τελικώς εις τον υποβαλόντα την αρτιοτέραν από τεχνικοοικονομικής απόψεως λύσιν...Η συμβατική αμοιβή του μελετητού καθορίζεται βάσει του προϋπολογισμού δαπάνης, της προτεινομένης υπό του επιλεγέντος μελετητού λύσεως και των ισχυουσών οικείων διατάξεων περί καθορισμού αμοιβών... 7.

Εάν ο εργοδότης κρίνη ότι δεν υφίσταται δυνατότης εφαρμογής της εν παραγράφω 5 του παρόντος άρθρου διαδικασίας αναθέσεως δύναται, εφ’ όσον τούτο αναφέρεται εις την πρόσκλησιν εκδηλώσεως ενδιαφέροντος, η μελέτη να ανατίθεται δι’ απ’ ευθείας επιλογής, βάσει ητιολογημένης αποφάσεως του εργοδότου, μη τηρουμένων των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων 5 ή 6, εις Γραφείον Μελετών εκ των εκδηλωσάντων ενδιαφέρον, ανταποκρινόμενον εις τους όρους τους διαλαμβανόμενους εις την πρόσκλησιν ενδιαφέροντος και τας διατάξεις του παρόντος.

Η συμβατική αμοιβή του μελετητού υπολογίζεται βάσει του εγκριθησομένου προϋπολογισμού του σταδίου της προμελέτης και καθορίζεται δια της εγκριτικής του σταδίου τούτου αποφάσεως του εργοδότου....". Όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις, προκειμένου να εκπονηθεί μελέτη έργου, ο εργοδότης προβαίνει, κατά την παρ. 3, σε προσωρινή εκτίμηση της αμοιβής της μελέτης, βάσει της οποίας καθορίζονται, στη σχετική δημόσια πρόσκληση, οι τάξεις των πτυχίων, τα οποία πρέπει να έχουν τα γραφεία μελετών που θα εκδηλώσουν ενδιαφέρον για τη σύνταξη της εν λόγω μελέτης.

Ακολούθως, μετά την ανάθεση της εκπόνησης της μελέτης σε συγκεκριμένο γραφείο μελετών, είτε κατόπιν επιλογής, κατά τη διαδικασία της παρ. 5, είτε με απ’ ευθείας επιλογή, κατά την παρ. 7, η συμβατική αμοιβή του εν λόγω γραφείου υπολογίζεται, όχι βάσει της ανωτέρω προσωρινής εκτίμησης της παρ, 3, η οποία, όπως εκτίθεται ανωτέρω, αποτελεί τυπικό κριτήριο εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη σύνταξη της μελέτης, αλλά βάσει του προϋπολογισμού δαπάνης του μελετηθέντος έργου και των ισχυουσών οικείων διατάξεων καθορισμού αμοιβών, υπό τις διακρίσεις και τους περιορισμούς των παρ. 5 και 7 του εν λόγω άρθρου 11 του Ν. 716/77 (ΟλΣτΕ 2494/2013).

Περαιτέρω, το ως άνω άρθρ. 11 του ν. 716/1977, ορίζει στην παρ. 9 ότι "Η καταβολή της αμοιβής του μελετητού κατενέμεται ανά στάδιον μελέτης εις προκαταβολήν, ενδιαμέσους πληρωμάς κατά την εκπόνησιν και την υποβολήν εκάστου σταδίου αυτής και εις πληρωμάς διενεργουμένας μετά την έγκρισιν του σταδίου κατά τα καθοριζόμενα δια π.δ/των, εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Συντονισμού και Δημοσίων Έργων εις ας περιπτώσεις δεν προβλέπονται ταύτα υπό του κατά τας κειμένας διατάξεις Κώδικος Αμοιβών Μηχανικών".

Σχετικά εκδόθηκε το π.δ/γμα 194/1979 "περί εκτελέσεως των άρθρων 11 και επόμενα του Ν. 716/1977...", το οποίο όρισε με το άρθρ. 12 τα ακόλουθα: "Δια πάσαν πληρωμήν εις τον ανάδοχον της αμοιβής του ή μέρους ταύτης συντάσσεται υπ’ αυτού και υποβάλλεται προς έλεγχον υπό του επιβλέποντος της μελέτης πιστοποίησις περιλαμβάνουσα ανάλυσιν των διαφόρων πληρωτέων ποσών, μνείαν των στοιχείων επί των οποίων στηρίζεται η πιστοποίησις των ποσών τούτων και το βάσει της πιστοποιήσεως πληρωτέον εις τον ανάδοχον ποσόν, το προκύπτον μετ’ αφαίρεσιν των μέχρι της συντάξεως της πιστοποιήσεως προγενεστέρων πληρωμών (§1).

Αι πιστοποιήσεις συντάσσονται πάντοτε ανακεφαλαιωτικώς απ’ αρχής εκτελέσεως εκάστης συμβάσεως μελέτης, περιλαμβανομένων και των συμπληρωματικών τοιούτων (§2). Εις τας πιστοποιήσεις δεν περιλαμβάνονται ποσά μη προβλεπόμενα εις την σύμβασιν (αρχικήν ή συμπληρωματικάς) ή εις εγκεκριμένους συγκριτικούς πίνακας (§3).

Εις πιστοποιήσεις περιλαμβάνουσας και μερικάς έναντι σταδίων μελέτης πληρωμάς κατά τας κειμένας σχετικάς διατάξεις, γίνεται μνεία και της καταθέσεως υπό του αναδόχου των υπό των διατάξεων τούτων προβλεπομένων εγγυητικών επιστολών (§4). Αι πιστοποιήσεις θεωρούνται υπό του Προϊσταμένου της Διευθυνούσης Υπηρεσίας (§5)".

Περαιτέρω το άρθρ. 104 του π.δ/τος 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών διά σύνταξιν μελετών... συγκοινωνιακών, υδραυλικών και κτιριακών έργων...", που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση από το άρθρ. 59 του ν.δ/τος από 17.7/16.8.1923 και τροποποιήθηκε με το άρθρ. 52 του π.δ/τος 515/1989, ορίζει στην παράγραφο 1 ότι "Η αμοιβή μελέτης καταβάλλεται τμηματικά και με την έγκριση του οικείου σταδίου της μελέτης, ο δε λογαριασμός για την πληρωμή της αμοιβής του μελετητή συντάσσεται από τον μελετητή και υποβάλλεται στην υπηρεσία, η οποία τον ελέγχει, τον διορθώνει όταν απαιτείται και τον εγκρίνει μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή του", στην παράγραφο 3 ότι "Η πληρωμή εγκριθέντος κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού πρέπει να συντελείται εντός διμήνου από της εγκρίσεώς του, μετά την πάροδο του οποίου καταβάλλεται αυτοδικαίως ο τόκος υπερημερίας που ισχύει για τις οφειλές γενικά του Δημοσίου" και στην παράγραφο 4 ότι "Για όλες τις περιπτώσεις μελετών ...

η αμοιβή της μελέτης καταβάλλεται τμηματικά κατά στάδια... και οι λογαριασμοί συντάσσονται ανακεφαλαιωτικά, δηλαδή περιέχουν το σύνολο του οφειλόμενου μετά τη σύνταξη του λογαριασμού ποσού αμοιβής, αφαιρουμένων των μέχρι τότε σταδιακά καταβληθέντων από τον εργοδότη προηγουμένως ποσών ...". Ειδικότερα η διευθύνουσα υπηρεσία του εργοδότη υποχρεούται μέσα στην οριζόμενη ως άνω προθεσμία του ενός μηνός από την υποβολή σ’ αυτή του λογαριασμού για την πληρωμή της αμοιβής του ανάδοχου μελετητή να ελέγξει το λογαριασμό και είτε να τον εγκρίνει, όπως υποβλήθηκε, είτε να αρνηθεί εντελώς την έγκρισή του είτε να προβεί σε διορθώσεις και ακολούθως σε έγκρισή του είτε, αν είναι δυσχερής η διόρθωση, να τον επιστρέψει στον ανάδοχο προς ανασύνταξη και επανυποβολή.

Αν η παραπάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, αν δηλαδή η διευθύνουσα υπηρεσία δεν προβεί σε καμία ενέργεια, ο λογαριασμός θεωρείται ότι εγκρίθηκε αυτοδικαίως και η διευθύνουσα υπηρεσία δεν μπορεί πλέον να τον τροποποιήσει, ακόμη και αν έχει πλημμέλειες (πρβλ. ΑΕΔ 8/2004, ΑΠ 1591/2013). Τούτο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση που ο λογαριασμός έχει εγκριθεί με ρητή πράξη της Υπηρεσίας.

Εξάλλου, κονδύλια που περιελήφθησαν σε εγκριθείσες τμηματικές πιστοποιήσεις δεν μπορούν να μεταβληθούν από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία κατά τον πραγματοποιούμενο μεταγενεστέρως τελικό έλεγχο, όταν η ενέργεια αυτή οφείλεται αποκλειστικώς σε μεταβολή των απόψεων της Υπηρεσίας αυτής ως προς τη νομιμότητα των κονδυλίων αυτών, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή, λόγω της ειδικής από το νομοθέτη ρυθμίσεως, των περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων γενικών αρχών.

Και ναι μεν, κατά ρητή πρόβλεψη, οι λογαριασμοί συντάσσονται πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί, από αυτούς δε αφαιρούνται μόνο τα χρηματικά ποσά, τα οποία ήδη πληρώθηκαν επί τη βάσει προγενεστέρων λογαριασμών, πλην όμως από αυτό, δεν προκύπτει ότι οι λογαριασμοί χάνουν την αυτοτέλεια τους, διότι ο εν λόγω ανακεφαλαιωτικός χαρακτήρας των λογαριασμών αποσκοπεί στη λογιστική εμφάνιση των οφειλομένων και καταβαλλομένων έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος ποσών και, ως εκ τούτου, δεν αίρει την αυτοτέλεια των λογαριασμών αυτών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: "Με την από 21-7-2006 και με αριθ. 1119 σύμβαση έργου, η οποία καταρτίσθηκε και υπογράφηκε στην Αθήνα μεταξύ αφενός του Ο. Δ., Διευθυντή της Διεύθυνσης Εγκ/σεων Μελετών και Ακίνητης Περιουσίας της καθής η κρινόμενη προσφυγή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΣΕ ΑΕ)", που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπός της σύμφωνα με την υπ’ αριθ. .../17-11-2005 απόφαση του ΔΣ της τελευταίας και αφετέρου του Α.

Τ., που ενεργούσε ως πληρεξούσιος των συμπραττούντων-συνεργαζομένων εταιριών περιορισμένης ευθύνης (γραφεία μελετών και μελετητών) με την επωνυμία α) "ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ-ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΛΕΤΩΝ Α. Ν. Τ. ΕΠΕ", β) "ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΛΕΤΩΝ "..." ΕΠΕ", γ) "Α. - Μ. -Μ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΠΕ" και δ) "ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ "ΑΝ.ΤΕ.Μ." ΕΠΕ", ανατέθηκε στις τελευταίες και αυτές, με την ιδιότητα του αναδόχου, ανέλαβαν να εκτελέσουν το έργο με την ονομασία "ΜΕΛΕΤΗ ΚΤΙΡΙΑΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΚΕΥΩΝ ΣΤΟ ΘΡΙΑΣΙΟ ΠΕΔΙΟ, 2° ΣΤΑΔΙΟ, ΠΟΥ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΑΝΑΔΙΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΤΙΡΙΟΥ 1, ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΚΤΙΡΙΟΥ ΑΠΟΣΥΝΑΡΜΟΛΟΓΗΣΗΣ ΜΗΧΑΝΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟ ΚΤΙΡΙΟ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΓΡΑΦΕΙΩΝ".

Το αναληφθέν έργο συνίστατο συγκεκριμένα και σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 20 της Συγγραφής Υποχρεώσεων (ΣΥ), που αποτελεί κατ’ αρθρ. 2 και 3 της ανωτέρω συμβάσεως αναπόσπαστο μέρος αυτής, στην εκπόνηση α) αρχιτεκτονικών μελετών, β) στατικών μελετών, γ) ηλεκτρομηχανολογικών μελετών και μελετών βιομηχανικού εξοπλισμού και δ) σύνταξη αντίστοιχων τευχών δημοπράτησης, για την κατασκευή 1) προσθήκης δυτικά του κτιρίου 1 νέου κτιρίου αποσυναρμολόγησης μηχανών εμβαδού 11.200 τ.μ.

περίπου , 2) αναδιαρρύθμισης του υφισταμένου κτιρίου 1 από κτίριο αποθηκών σε κτίριο αποσυναρμολόγησης μηχανών, εμβαδού 41.300 τ.μ., 3) νέου κτιρίου διοίκησης και γραφείων, εμβαδού 3.400 τ.μ. περίπου και 4) βοηθητικών εγκαταστάσεων (εφόσον απαιτηθούν), επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της καθής, διαστάσεων 3.500 μ. Χ 500 μ.

περίπου, κειμένου στο Θριάσιο Πεδίο Ασπροπύργου, και το οποίο (αναληφθέν έργο) εξειδικεύεται στο άρθρο 21 της ως άνω ΣΥ , που προβλέπει ότι οι ανωτέρω μελέτες θα εκπονηθούν σε τρία στάδια, ήτοι α) της προμελέτης, β) της οριστικής και γ) της μελέτης εφαρμογής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974, όπως ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης.

Ως προς την αμοιβή του αναδόχου για την εκτέλεση του έργου στη σύμβαση ορίστηκε ότι η συνολική προεκτιμώμενη αμοιβή ανέρχεται σε 2.750.000 ευρώ και αναλύεται ως εξής: α) αρχιτεκτονικές μελέτες 930.000 ευρώ, β) μηχανολογικές-ηλεκτρολογικές μελέτες 1.320.000 ευρώ και γ) στατικές μελέτες 500.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής για τη σύνταξη των τευχών δημοπράτησης (αρθρ. 1 και 6 της σύμβασης και 23 της ΣΥ), ενώ η αμοιβή που τελικά συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον ανάδοχο αλλά και ο τρόπος καταβολής της, θα καθοριζόταν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ΠΔ 696/1974, όπως αναθεωρήθηκε από το ΠΔ 15/1989 και τη ΣΥ , η οποία παραπέμπει στο Ν. 716/1977 και στο σε εκτέλεση τούτου ΠΔ 194/1979 (αρθρ. 6 της σύμβασης, 9 και 24 της ΣΥ), ενώ η κατανομή της μεταξύ των συνεργαζομένων εταιριών του αναδόχου προβλέφθηκε να γίνει ως εξής :

α) "ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ-ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΛΕΤΩΝ Α. Ν. Τ. ΕΠΕ" 100% της αμοιβής της αρχιτεκτονικής μελέτης , β) "ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΛΕΤΩΝ "..." ΕΠΕ" 100% της αμοιβής της στατικής μελέτης, γ) "Α.-Μ.-Μ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΠΕ" 35% της αμοιβής της Η/Μ μελέτης και δ) "ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ "ΑΝ.ΤΕ.Μ." ΕΠΕ" 65% της αμοιβής της Η/Μ μελέτης (αρθρ. 7 της σύμβασης).

Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης (21-7-2006) ο Ν. 716/1977 και το εκτελεστικό τούτου ΠΔ 194/1979, είχαν ρητά καταργηθεί με το Ν. 3316/2005 (άρθρο 46 παρ. 2 στοιχ. στ’ ), πλην όμως στην ένδικη περίπτωση, ενόψει του ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού για την ανάληψη του επίδικου έργου και η αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος από τον προσφεύγοντα ανάδοχο έλαβαν χώρα στις 11-2-2005, ήτοι πριν την 22-2-2005 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 3316/2005), θα εφαρμοστούν οι διατάξεις του Ν. 716/1977 και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του Ν. 3316/2005, που ορίζει ως καθοριστικό στοιχείο για την εφαρμογή του τελευταίου, το χρόνο προκήρυξης του διαγωνισμού για την ανάθεση και εκπόνηση των σχετικών μελετών.

Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι η εκτέλεση της ένδικης σύμβασης εξελίχθηκε ομαλά και ο ανάδοχος υπέβαλε τελικά στην καθής την Προμελέτη και την Οριστική Μελέτη του έργου (Αρχιτεκτονική. Στατική και Μηχανολογική-Ηλεκτρολογική), αφού ανταποκρίθηκε πλήρως στις εντολές της τελευταίας και προέβη σε όλες τις απαραίτητες τροποποιήσεις-διορθώσεις αυτών, οι οποίες εγκρίθηκαν ρητά από την καθής με το υπ’ αριθ. .../18-7-2007 έγγραφο της, μαζί με τους σχετικούς προϋπολογισμούς τους.

Οι τελευταίοι ανέρχονταν ειδικότερα για τη στατική προμελέτη και οριστική μελέτη στο ποσό των 15.314.066 ευρώ αναφορικά με την προσθήκη των κτιρίων ΚΙ Β, ΚΙ Γ, και Κ1Ε κατ’ επέκταση του κτιρίου ΚΙ Α και στο ποσό των 807.510 ευρώ αναφορικά με την αναδιαρρύθμιση του κτιρίου ΚΙ Α . Μετά την ως άνω έγκριση ο ανάδοχος υπέβαλε προς έγκριση τους τρεις πρώτους λογαριασμούς καταβολής της αμοιβής του, οι οποίοι ανέρχονταν αναφορικά με τη στατική προμελέτη και οριστική μελέτη στο συνολικό ποσό των 210.000 ευρώ, οι οποίοι εγκρίθηκαν και πληρώθηκαν κανονικά από την καθής.

Ακολούθως στις 24-7-2007 ο ανάδοχος συνέταξε και υπέβαλε προς έγκριση στην καθής τον 4° λογαριασμό, ο οποίος εγκρίθηκε από την τελευταία, τα δε ποσά των αμοιβών που περιελάμβανε πιστοποιήθηκαν και καταβλήθηκαν στον ανάδοχο, χωρίς καμία τροποποίηση ή διόρθωση αυτού (λογαριασμού) από την καθής. Με τον εν λόγω λογαριασμό εγκρίθηκε αμοιβή αναφορικά με τη στατική μελέτη, με βάση τον επίσης εγκεκριμένο προϋπολογισμό, ύψους 1.585.047,05 ευρώ, εκ της οποίας πιστοποιήθηκε και καταβλήθηκε για το στάδιο της Προμελέτης ποσό ύψους 396.261,76 ευρώ, ενώ για το στάδιο της Οριστικής Μελέτης καταβλήθηκε μόνο το ποσό των 95.102,82 ευρώ, ως ποσό "έναντι σταδίου οριστικής μελέτης", που αντιστοιχεί σε ποσοστό 6% της καταβλητέας αμοιβής για την τελευταία.

Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η συνολική αμοιβή των στατικών μελετών κατανέμεται σε ποσοστά κατά στάδια ως ακολούθως: α) προμελέτη 25%, β) οριστική μελέτη 35% και γ) μελέτη εφαρμογής 40% (άρθρο 83 παρ. 2 του ΠΔ 696/1974). Περαιτέρω, όπως προκύπτει σαφώς από την τελευταία σελίδα του ως άνω 4ου λογαριασμού, ποσό ύψους 459.663,64 ευρώ, που αντιστοιχεί σε υπολειπόμενο ποσοστό 29% της αμοιβής για την οριστική στατική 6%), κρατήθηκε προσωρινώς από την καθής.

Συγκεκριμένα ο 4ος λογαριασμός περιελάμβανε την αμοιβή του αναδόχου για τη στατική προμελέτη στο σύνολο της (25% επί της συνολικής αμοιβής των στατικών μελετών) συν ποσοστό 6% για τη στατική οριστική μελέτη (35% επί της συνολικής αμοιβής των στατικών μελετών) και συνολικά το ποσό των 491.364,58 ευρώ, εκ του οποίου αφαιρουμένου του ποσού των 210.000 ευρώ, που είχε ήδη καταβληθεί με τους τρεις προηγούμενους λογαριασμούς, όπως προαναφέρθηκε, προέκυπτε διαφορά ύψους 281.364,58 ευρώ, η οποία τελικά και καταβλήθηκε.

Εξάλλου, αναφορικά με το προσωρινά κρατηθέν υπολειπόμενο ποσό της εγκεκριμένης αμοιβής για τη στατική οριστική μελέτη, ύψους 459.663,65 ευρώ, ενόψει της άρνησης της καθής να το καταβάλει, ο ανάδοχος προέβη στη σύνταξη του 5ου λογαριασμού, τον οποίο υπέβαλε στην καθής στις 19-4-2011 και ο οποίος περιελάμβανε το ποσό αυτό, που λόγω νόμιμης επικαιροποίησης, είχε ήδη ανέλθει κατά το χρόνο υποβολής του λογαριασμού στο ποσό των 514.823,29 ευρώ.

Ακολούθως η καθής, στις 17-5-2011 κοινοποίησε με τηλεομοιοτυπία στον ανάδοχο το με αριθ. πρωτ. 2644901/16-5-2011 έγγραφο της, το οποίο είχε αποδέκτη την αρμόδια Δ.Ο.Υ, με το οποίο ζητούσε την εξόφληση μόνο του ποσού των 8.635,42 ευρώ από τον παραπάνω λογαριασμό και το οποίο (έγγραφο) υπήρξε και η αφορμή για την άσκηση της ένδικης προσφυγής, κατόπιν τήρησης της διαδικασίας που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 76-77 του ν.3669/2008.....

Εξάλλου στις 26-5-2011 η καθής κοινοποίησε με τηλεομοιοτυπία στον ανάδοχο αντίγραφο του ως άνω 5ου λογαριασμού, στον οποίο είχε επιφέρει χειρόγραφες διορθώσεις, έτσι ώστε το τελικώς πιστοποιούμενο ποσό για την στατική μελέτη να ανέρχεται σε 8.635,42 ευρώ, αντί του ποσού των 514.823,29 ευρώ που αναγραφόταν αρχικά στον υποβληθέντα λογαριασμό.

Ειδικότερα ο 5ος λογαριασμός έχει διορθωθεί αναφορικά με τη συμβατική αμοιβή του αναδόχου για τη στατική μελέτη και συγκεκριμένα αντί του ποσού των 1.585.047,05 ευρώ, που είχε συμπεριληφθεί στον 4° λογαριασμό και ο οποίος δεν είχε αμφισβητηθεί, ούτε διορθωθεί στα πλαίσια της έγκρισης και εξόφλησης του τελευταίου, τέθηκε από την καθής το ποσό των 892.069,36 ευρώ.

Περαιτέρω, με βάση το ποσό αυτό, διορθώθηκαν ανάλογα και τα ποσά των αμοιβών για το στάδιο της προμελέτης και οριστικής στατικής μελέτης σε 223.017,34 ευρώ και 312.224,28 ευρώ αντίστοιχα, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό για τη στατική μελέτη να ανέρχεται σε 535.241,62 ευρώ, ενώ για το τελικό πιστοποιούμενο ποσό των 8.635,42 ευρώ, να λαμβάνεται υπόψη μόνο το ύψος της προεκτιμώμενης συμβατικής αμοιβής για τις στατικές μελέτες ( 500.000 ευρώ) και όχι της καθορισθείσας κατά τα ανωτέρω συμβατικής αμοιβής (1.585.047,05 ευρώ).

Οι διορθώσεις όμως αυτές του 5ου λογαριασμού αντιβαίνουν στο νόμο και ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 7 του Ν. 716/1977, που προβλέπει μεταξύ άλλων ότι "η συμβατική αμοιβή του μελετητού υπολογίζεται βάσει του εγκριθησομένου προϋπολογισμού του σταδίου της προμελέτης και καθορίζεται δια της εγκριτικής του σταδίου τούτου αποφάσεως του εργοδότου", ο οποίος (Ν. 716/1977) εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά ρητή πρόβλεψη της σύμβασης, αλλά και σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο καθορισμός της συμβατικής αμοιβής γίνεται με απόφαση του εργοδότη κατά το πρώτο στάδιο της εγκρίσεως από αυτόν της προμελέτης με βάση τον προϋπολογισμό του σταδίου τούτου του έργου για το οποίο γίνεται η μελέτη και σύμφωνα με τις τιμές που ορίζονται από τις ισχύουσες διατάξεις περί αμοιβών μελετών.

Η συμβατική όμως αυτή αμοιβή θα διαμορφωθεί αφού αναχθεί στο χρόνο υποβολής της μελέτης κατόπιν αναθεωρήσεως κατά τις διατάξεις περί αναθεωρήσεως τιμών δημοσίων έργων. Το ποσό που θα προκύψει μετά την κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμόρφωση είναι το περιεχόμενο της συμβατικής αμοιβής. Στην ένδικη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, εγκρίθηκε η προμελέτη και η οριστική στατική μελέτη του έργου καθώς και οι σχετικοί προϋπολογισμοί τους, ενώ περαιτέρω στα πλαίσια της έγκρισης και εξόφλησης του 4ου λογαριασμού, συμπεριελήφθη αμοιβή του αναδόχου για τη στατική μελέτη, ύψους 1.585.047,05 ευρώ, η οποία υπολογίστηκε με βάση τους ως άνω εγκεκριμένους προϋπολογισμούς και η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ούτε διορθώθηκε από την καθής, αποτέλεσε δε τη βάση για την καταβολή του συνόλου της αμοιβής για τη στατική προμελέτη και ποσού "έναντι" 6% για την οριστική στατική μελέτη.

Η ρητή όμως έγκριση του ανωτέρω λογαριασμού (4ου) από την καθής συνεπάγεται την οριστικοποίηση του ύψους της οφειλόμενης αμοιβής στον ανάδοχο για τη στατική μελέτη, με συνέπεια η μονομερής από την καθής μεταβολή (περικοπή ή μείωση ) των δεδομένων κονδυλίων αυτού, με μεταγενέστερη πράξη της, λόγω μεταβολής των απόψεων αυτής ως προς τη νομιμότητα των εν λόγω κονδυλίων, να μην είναι επιτρεπτή.

Η καθής προς αντίκρουση των ανωτέρω ισχυρίζεται ότι η διόρθωση του 5ου λογαριασμού έλαβε χώρα για τους παρακάτω λόγους: 1) Με τον 5ο λογαριασμό γινόταν υπέρβαση της συμβατικής αμοιβής του αναδόχου, που ανέρχεται για τις στατικές μελέτες στο ποσό των 500.000 ευρώ. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το παραπάνω ποσό των 500.000 ευρώ που αναφέρεται στην ένδικη σύμβαση αφορά στην προεκτιμώμενη αμοιβή και όχι στην κατά τα ανωτέρω καθοριζομένη συμβατική αμοιβή του αναδόχου με βάση τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό.

Επίσης, η καθής ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε υπέρβαση του ποσού των 500.000 ευρώ, που προβλέπεται στη σύμβαση ως αμοιβή του αναδόχου για τις στατικές μελέτες, πρέπει σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία (αρθρ. 12 του ΠΔ 194/1979) να συμπεριληφθεί σε εγκεκριμένο Συγκριτικό Πίνακα για να καταβληθεί στον ανάδοχο και τέτοιος στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει συνταχθεί και εγκριθεί από την καθής.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός της καθής αναιρείται από την έγκριση του 4ου λογαριασμού από την τελευταία, στον οποίο έχει ρητά εγκριθεί από την καθής αμοιβή για τις στατικές μελέτες ύψους 1.585.047,05 ευρώ, που αποτέλεσε τη βάση για την καταβολή του συνόλου της αμοιβής για τη στατική προμελέτη και ποσού 6% "έναντι" για την οριστική στατική μελέτη. 2) Η διόρθωση του 5ου λογαριασμού στο πεδίο της συμβατικής αμοιβής του αναδόχου αναφορικά με τις στατικές μελέτες και ο υπολογισμός αυτής στο συνολικό ποσό των 892.069,36 ευρώ, έγινε α) κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 84 του ΠΔ 696/1974, που καθορίζει την αμοιβή μελετών πολλαπλής εφαρμογής και που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση καθόσον όλα τα νέα κτίρια του επίδικου έργου (Κ1Β , Κ.1Γ, ΚΙ Δ, Κ1Ε και κτίριο εισόδου) αποτελούν νέα κτίρια, στατικώς ανεξάρτητα από το υφιστάμενο κτίριο ( Κ1Α ) και δεν αποτελούν προσθήκη σε αυτό, με αποτέλεσμα να έχουν αφαιρεθεί οι προσαυξήσεις κατά 30% των αμοιβών των στατικών, που προβλέπονται στο άρθρο 88 του ΠΔ 696/1977 και εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση την οποία το υφιστάμενο κτίριο επιβαρύνεται από την προσθήκη, ενώ για τα τρία ανεξάρτητα τμήματα του κτιρίου Κ1Β και του κτιρίου Κ1Γ (άνω, μεσαίο και κάτω), εκπονήθηκε και υποβλήθηκε μία στατική μελέτη, αυτή του μεσαίου τμήματος, η οποία χρησιμοποιήθηκε και στα άλλα δύο τμήματα, σε περίπτωση δε επαναλήψεως της ίδιας στατικής μελέτης, η αμοιβή υπολογίζεται για κάθε επανάληψη σε ποσοστό επί της πλήρους αμοιβής και ειδικότερα 100% της αμοιβής της πλήρους μελέτης για το μεσαίο τμήμα, 50% για το κάτω τμήμα και 30% για το άνω τμήμα και β) οι διαρρυθμίσεις που πρόκειται να γίνουν στο υφιστάμενο κτίριο Κ1Α δεν απαιτούν αντισεισμικό έλεγχο αυτού και ως εκ τούτου από τα πινάκια αμοιβών των κτιρίων έχει αφαιρεθεί το ποσοστό 80% του αντισεισμικού ελέγχου.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός της καθής είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι από το σύνολο των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων πιθανολογήθηκαν τα παρακάτω: α) Με βάση την εγκεκριμένη στατική μελέτη τα κτίρια που μελετήθηκαν είναι πέντε νέα κτίρια που χαρακτηρίζονται ως Κ1Β, Κ1Γ,Κ1Δ, Κ1Ε και νέο κτίριο εισόδου, τα οποία επικοινωνούν με το ήδη κατασκευασμένο κτίριο Κ1Α.

Κατόπιν δε απαιτήσεως της καθής, ο φέρων οργανισμός αυτών διαμορφώθηκε σε συνέχεια με τον φέροντα οργανισμό του υπάρχοντος κτιρίου, με κατάργηση των δισδιαγωνίων συνδέσμων μεταξύ των στύλων για την αντισεισμική συμπεριφορά των κτιρίων και αντικατάσταση τους με άκαμπτα δικτυωτά πλαίσια, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ενιαία λειτουργία των νέων με το παλαιό κτίριο και να επιτρέπεται η ελεύθερη διέλευση ατόμων, μηχανημάτων και συρμών από το ένα κτίριο στο άλλο, χαρακτηριστικό που εμφανίζεται αποκλειστικά και μόνο στις προσθήκες κτιρίων.

Αυτό είχε ως συνέπεια να τηρηθούν όλες οι δεσμεύσεις που θέτει ο νόμος για τη μελέτη νέων κτιρίων, όταν αυτά είναι προσθήκες-επεκτάσεις παλαιών.

Συνεπώς, βάσιμα ο ανάδοχος αιτείται τη νόμιμη προσαύξηση της αμοιβής της μελέτης κατά 30% λόγω προσθήκης σε υπάρχον κτίριο, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 88 παρ. 1 του ΠΔ 696/1974 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ΠΔ 515/1989. β) Τα κτήρια Κ1Β και Κ1Γ, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε αποτελούν προσθήκη στο ήδη κατασκευασμένο κτίριο ΚΙΑ, λόγω του ιδιαίτερα σημαντικού μήκους τους (187,50 μέτρα), και του γεγονότος ότι φέρουν στο εσωτερικό τους τον εξοπλισμό των γερανογεφυρών, ιδιαιτέρως μεγάλου φορτίου, διαχωρίστηκαν σε τρία στατικώς ανεξάρτητα κτίρια μεταξύ τους, το καθένα με διαφορετικό μήκος ( 75.00, 45.00 , 67.50 μέτρα) και γεωμετρία, τα οποία διαχωρίζονται με αντισεισμικούς αρμούς-αρμούς διαστολής.

Περαιτέρω τα ακραία τμήματα των κτιρίων αυτών έχουν ακραία μετωπικά πλαίσια, κάτι που δεν διαθέτει το μεσαίο τμήμα των κτιρίων, ενώ αναφορικά με το κτήριο Κ1Γ, το τρίτο τμήμα αυτού που συνορεύει με το κτίριο Κ1Δ από τη μια πλευρά και με το κτίριο Κ1Β από την άλλη, διαφοροποιείται από τα άλλα δύο τμήματα του κτιρίου διότι τα φορτία των ανεμοπιέσεων είναι τελείως διαφορετικά.

Επομένως, η αμοιβή για τη μελέτη των παραπάνω κτιρίων, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι στατικώς ανεξάρτητα μεταξύ τους, πρέπει να είναι πλήρης (100%) και όχι να μειωθεί κατά 50% λόγω πολλαπλότητας κατ’ αρθρ. 84 του ΠΔ 696/1977, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η καθής γ) Για τις διαρρυθμίσεις που κατά την ένδικη σύμβαση πραγματοποιούνται στο υπάρχον κτήριο και αποτελούν κυρίως κατασκευές νέων μεταλλικών γερανών και νέες υπόγειες κατασκευές χωρίς επίχωμα, με οροφή την πλάκα δαπέδου του υφιστάμενου κτιρίου, πρέπει υποχρεωτικά να ληφθούν υπόψη φορτίσεις όπως ο σεισμός του ίδιου βάρους και των λοιπών μονίμων και κινητών φορτίων και οι σεισμικές ωθήσεις γαιών, με αποτέλεσμα η μελέτη τους με βάση τον αντισεισμικό κανονισμό να είναι απαραίτητη και υποχρεωτική.

Συνεπώς, ο ανάδοχος ορθώς αξιώνει προσαύξηση της αμοιβής του αναφορικά με τη μελέτη των ως άνω διαρρυθμίσεων, κατά 80%, λόγω και αντισεισμικής μελέτης αυτών (άρθρο 83 παρ. 7 του ΠΔ 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ΠΔ 515/1989). Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η απαίτηση του αναδόχου να του καταβληθεί το υπολειπόμενο μη καταβληθέν τμήμα της οφειλόμενης αμοιβής για την παραδοθείσα στατική οριστική μελέτη, ύψους 514.823,29 ευρώ, το οποίο περιελήφθη στον 5° λογαριασμό του επίδικου έργου και το οποίο η καθής αρνείται να καταβάλει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του αναδόχου περί τούτου, είναι ουσιαστικά βάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την προσφυγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την καθ’ ης να καταβάλει στον ανάδοχο του έργου και ειδικότερα στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΛΕΤΩΝ "..." ΕΠΕ, η οποία είχε αναλάβει την εκπόνηση των στατικών μελετών, το ποσό των 514.823,29 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της προσφυγής.

Με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι η συμβατική αμοιβή για την ως άνω στατική μελέτη υπολογίζεται, όχι βάσει της προσωρινής εκτίμησης της παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 716/1977, (η οποία, αποτελεί τυπικό κριτήριο εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη σύνταξη της μελέτης), αλλά βάσει του προϋπολογισμού δαπάνης του μελετηθέντος έργου και των ισχυουσών οικείων διατάξεων καθορισμού αμοιβών), υπό τις διακρίσεις και τους περιορισμούς των παρ. 5 και 7 του εν λόγω άρθρου 11 του Ν. 716/77, καθώς και ότι η ρητή έγκριση του ανωτέρω 4ου λογαριασμού από την αναιρεσείουσα συνεπάγεται την οριστικοποίηση του ύψους της οφειλόμενης αμοιβής στον ανάδοχο για τη στατική μελέτη, με συνέπεια η μονομερής από την τελευταία μεταβολή (μείωση) των δεδομένων κονδυλίων αυτού (αναφορικά με το ύψος της αμοιβής για τη στατική μελέτη), με μεταγενέστερη πράξη της, λόγω μεταβολής των απόψεων αυτής ως προς τη νομιμότητα των περιεχομένων στον εν λόγω λογαριασμό κονδυλίων, να μην είναι επιτρεπτή, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 716/1977, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε ανωτέρω, και δεν παραβίασε, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις του άρθρου 104 του π.δ/τος 696/1974.

Επίσης, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις (επικαλούμενες με το αναιρετήριο) διατάξεις του άρθρου 18 παρ.2 του ν. 716/1977, που απαιτεί τη σύνταξη συγκριτικού πίνακα για έγκριση "πάσης τροποποιήσεως συμβάσεως αμοιβής" και του άρθρου 12 του π.δ/τος 194/1979, το οποίο στην παρ.3 ορίζει ότι "Εις τας πιστοποιήσεις δεν περιλαμβάνονται ποσά μη προβλεπόμενα εις την σύμβασιν (αρχικήν ή συμπληρωματικάς) ή εις εγκεκριμένους συγκριτικούς πίνακας", δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές, οι οποίες και αφορούν ποσά αμοιβής που δεν προβλέπονται στη σύμβαση, δεν τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω λόγω της πιο πάνω ρητής εκ μέρους της αναιρεσείουσας έγκρισης του 4ου λογαριασμού, στον οποίο είχε συμπεριληφθεί η αμοιβή του αναδόχου για τη στατική μελέτη ύψους 1.585.047,05 ευρώ, όπως αυτή (κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης) προέκυψε και υπολογίστηκε βάσει του εγκεκριμένου προϋπολογισμού.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.

Η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί, α) ότι ο ανάδοχος δικαιούται τη νόμιμη προσαύξηση της αμοιβής της στατικής μελέτης κατά 30% λόγω προσθηκών σε υπάρχον κτίριο και β) ότι η αμοιβή για τη στατική μελέτη των παραπάνω κτιρίων (ΚΙΒ, ΚΙΓ), πρέπει να είναι πλήρης (100%) και όχι μειωμένη λόγω επανάληψης εφαρμογής της ίδιας μελέτης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, α) του άρθρου 88 παρ. 1 του ΠΔ 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ΠΔ 515/1989 και β) του άρθρου 84 παρ. 1 του ΠΔ 696/1974, αντίστοιχα.

Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο, επικαλούμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια (από τον αριθ.1), μέμφεται το Εφετείο, διότι, με το να δεχθεί ότι ότι ο ανάδοχος δικαιούται προσαύξηση της αμοιβής του αναφορικά με τη στατική μελέτη των ως άνω διαρρυθμίσεων, κατά 80%, λόγω εκπόνησης αντισεισμικής μελέτης αυτών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 7 του ΠΔ 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ΠΔ 515/1989 και το άρθρο μόνο του ΠΔ 152/1987.

Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται επαρκώς στην ως άνω αιτιολογία της, ότι η ρητή έγκριση του ανωτέρω 4ου λογαριασμού από την αναιρεσείουσα συνεπάγεται την οριστικοποίηση του ύψους της οφειλόμενης αμοιβής στον ανάδοχο για τη στατική μελέτη, η οποία (αιτιολογία) δεν πλήττεται αποτελεσματικώς, με σχετικό λόγο αναίρεσης.

Πέραν τούτου οι λόγοι αυτοί είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμοι, ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ’ αυτή και υπήχθησαν στις προαναφερθείσες διατάξεις. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά:

α) με την ιδιότητα των επίδικων κτιρίων ως προσθηκών-επεκτάσεων του παλαιού κτηρίου, β) την ιδιότητα των άνω τμημάτων των κτιρίων Κ1Β και Κ1Γ ως στατικώς ανεξάρτητων μεταξύ τους και γ) την αναγκαιότητα της σύνταξης αντισεισμικής μελέτης, ορθώς, κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, υπολογίστηκε ως άνω η αμοιβή του αναδόχου του έργου για την στατική μελέτη.

Με τον από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε υπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, καθώς και η εσφαλμένη παράθεση διατάξεων στις οποίες η αγωγή στηρίζεται δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι η προσφυγή στηρίζεται (και) στις διατάξεις των άρθρων 361 και 681 ΑΚ, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, είναι απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8 Μαϊου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ -ΟΣΕ ΑΕ" για αναίρεση της 5/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9 Ιουλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ