1056/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1056/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 3.Με το αρθρ. 13 του ν. 1418/1984 και ήδη αρθρ. 77 του ν.3669/2008 καθιερώθηκε εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου και ειδική διαδικασία για την επίλυση των διαφορών από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, δηλαδή έργου κατά την έννοια του αρθρ. 1 των νόμων αυτών, που εκτελείται από τους αναφερόμενους στο αρθρ. 14§1 του ν. 2190/1994 φορείς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Full text
Απόφαση 1056 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1056/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: A. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γκιουγκή.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑΣ", που εδρεύει στην Ορεστιάδα Ν. Έβρου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νάσο Νικολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαΐου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2009 εν μέρει οριστική, 43/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 330/2012 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 17 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του αρθρ. 77§§4&5 του ν. 3669/2008 (αρθρ. 13 του ν. 1418/1984) υπ' αριθ. 330/2012 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 35/2009 εν μέρει οριστική και την υπ' αριθ. 43/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, με την οποία το Δικαστήριο εκείνο, αφού ανακάλεσε κατά τις μη οριστικές διατάξεις της την προηγούμενη απόφαση του, κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πενταμελές Εφετείο θράκας, έγινε εν μέρει δεκτή στην ουσία η από 15.5.2008 ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 37.225,75 ευρώ, κατά το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος του αναιρεσείοντος, αφού αφορά οφειλόμενη στον αναιρεσείοντα αμοιβή για έργα που εκτέλεσε για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου δυνάμει προφορικών μεταξύ τους και συνεπώς άκυρων συμβάσεων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (αρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (αρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν σ-κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά-που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν ^αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Εξ άλλου διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, μόνον όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση Των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να εκτίθενται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 161/2002 420/2009 2032/2009 201/2010).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, δέχθηκε εν μέρει μόνο την ένδικη αγωγή του και δεν επιδίκασε σ' αυτόν την συμφωνημένη αμοιβή του και για τα αναφερόμενα στην αγωγή του με αριθμού(^2)και 3,δημοτικά έργα, τα οποία εκτέλεσε για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου Δήμου Ορεστιάδας, κρίνοντας ότι τα έργα αυτά τα εκτέλεσε δήθεν ως υπεργολάβος τρίτων εταιρειών, στις οποίες είχε προηγουμένως αναθέσει την εκτέλεση των έργων ο αναιρεσίβλητος Δήμος και συνεπώς, όπως στην απόφαση ειδικότερα αναφέρεται, "η οποιαδήποτε αξίωση του από την εκτέλεση των δυο αυτών έργων μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να ασκηθεί κατά των εργολάβων, με τους οποίους συνδέεται συμβατικά και όχι κατά του εναγόμενου Δήμου, με τον οποίο καμία συμβατική σχέση ως προς τα έργα αυτά δεν τον συνέδεε, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι λόγω ακυρότητας της σχέσης αυτής ο Δήμος έγινε πλουσιότερος από την περιουσία του...". 0 λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αμφισβητείται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς το ότι ο αναιρεσείων ανέλαβε και εκτέλεσε τα παραπάνω δημόσια (δημοτικά) έργα ως υπεργολάβος τρίτων εταιρειών και δεν συμβλήθηκε απευθείας ο ίδιος με τον αναιρεσίβλητο Δήμο Ορεστιάδας, δηλαδή με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί η κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (αρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).
3.Με το αρθρ. 13 του ν. 1418/1984 και ήδη αρθρ. 77 του ν.3669/2008 καθιερώθηκε εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου και ειδική διαδικασία για την επίλυση των διαφορών από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, δηλαδή έργου κατά την έννοια του αρθρ. 1 των νόμων αυτών, που εκτελείται από τους αναφερόμενους στο αρθρ. 14§1 του ν. 2190/1994 φορείς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου και αντίστοιχα η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία καλύπτει και τις αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που γεννιούνται από την εκτέλεση δημόσιου έργου, όταν η σχετική σύμβαση είναι άκυρη, όπως συμβαίνει όταν η σύμβαση κατά παράβαση του αρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί Κωδικός Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." καταρτίστηκε προφορικά, αφού και στην περίπτωση αυτή η αγωγή έχει ως ιστορική βάση για τον προσδιορισμό της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την εκτέλεση του δημόσιου έργου και συντρέχει συνεπώς ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος.
Έτσι ισχύει και η ρύθμιση της παραγράφου 6 του αρθρ. 77 του ν. 3669/2008, κατά την οποία αναίρεση κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1499/2009). Επομένως είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι ο δεύτερος και ο τρίτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 8 και 10 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού στο πλαίσιο της παρούσας δίκης με αντικείμενο αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που συνδέονται με την εκτέλεση δημόσιων έργων στο πλαίσιο προφορικών και συνεπώς άκυρων συμβάσεων, αποκλείονται, κατά τα προεκτεθέντα, τέτοιοι λόγοι, με τους οποίους μάλιστα επιχειρείται και τη φορά αυτή να πληγεί στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης.
4.Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Όμως δεν συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 861/1994 674/1997) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 391/2001 1425/2002 1813/2005300/2006 355/2008 1289/2011), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία.
Αντίθετα συνιστούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βεβαία ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 τou αρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999• ΑΠ 627/2003 402/2004 832/2009 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993 194/2005).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων στο λόγο αυτό 26 συνολικά εγγράφων, από τα οποία όμως τα με αριθμούς 1 έως και 10 και 22 έως και 25νδέν Συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα και συνεπώς έγγραφα κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, είναι δε αυτά η ένδικη αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, οι από 25.5.2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ.
Κ., τα περιέχοντα τις καταθέσεις των μαρτύρων υπ' αριθ. 35/2009 πρακτικά συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και η ταυτάριθμη απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, ενώ σε σχέση με τα υπόλοιπα έγγραφα δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το αληθινό, κατά τον αναιρεσείοντα, περιεχόμενο τους και ούτε το διαφορετικό περιεχόμενο που κατά τον ίδιο προσέδωσε σ' αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στοιχεία που είναι, κατά τα προεκτεθέντα, αναγκαία για να μπορεί να θεωρηθεί ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του ως απαράδεκτος.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του αρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα με το υπ' αριθ. 9554/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ.
Ορεστιάδας, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 67/23.11.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θράκης. Εξ άλλου ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (αρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.11.2012 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 330/2012 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα με το υπ' αριθ. 9554/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ορεστιάδας, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 67/23.11.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ