1056/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1056/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αφού η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε, πρέπει να προχωρήσει αυτή ως εάν ήταν και η ίδια παρούσα (άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1056 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1056/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Ε. Α., το γένος Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελισάβετ Τσέλιου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Μαρτίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8318/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3837/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 10 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτή πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο μετά από παραγγελία της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την επ' αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ....
Συνεπώς, αφού η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε, πρέπει να προχωρήσει αυτή ως εάν ήταν και η ίδια παρούσα (άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του Ν.3719/2008, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος.
Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων. Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ, κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμαχήτως ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί στη λύση του γάμου.
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.
Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), η οποία δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διαστάσεως ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκαταστάσεως των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου διαστάσεως οι μικρές διακοπές που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, λείπει η πρόθεση διακοπής της συμβιώσεως.
Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, ούτε από το γεγονός ότι ο ένας σύζυγος αναγκαστικά, λόγω της εργασίας του, διαμένει σε άλλο τόπο εάν κατά την απουσία του αυτή έχει εκδηλώσει σαφώς τη βούλησή του να απομακρυνθεί ψυχικά από τον άλλο σύζυγο, ώστε να μην έχει πλέον κοινωνία βίου, ούτε από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και εκ μέρους του απομακρυνθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν σε αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού και εξακολουθεί να υπάρχει από την πλευρά του ενός τουλάχιστον συζύγου.
Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, τα οποία τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 παρ.3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διαστάσεως, που αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής και συνιστούν άρνηση, αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (Ολομ.ΑΠ 20/1990, ΑΠ 535/2009, ΑΠ 1325/2008).
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.
ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 364/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις 29-6-1964, στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου του Πτωχοκομείου Αθηνών.
Η σχέση τους αρχικά ήταν αρμονική αλλά στη συνέχεια υπήρξαν προβλήματα που οδήγησαν τον ενάγοντα να εγκαταλείψει την κοινή συζυγική τους στέγη. Χάριν όμως του τέκνου τους, διατήρησαν, μέχρι πρόσφατα, καλές σχέσεις και βρίσκονταν συχνά, ώστε να επιλύουν τα προβλήματά τους, αλλά και για κοινωνικούς λόγους.
Μάλιστα ο ενάγων κατέβαλε στην εν διαστάσει σύζυγό του κανονικά μηνιαία διατροφή. Από το με επίκληση προσκομισθέν υπ' αριθμό. 16021/23-9-1986 πρακτικό συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν της από 4/9/1986 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων της εναγομένης εναντίον του ενάγοντα, αποδεικνύεται η συμφωνία τους : 1) καταβολής σ' αυτήν (εναγομένη) μηνιαίας διατροφής 45.000 δρχ., 2) παραμονής του ενάγοντα στην συζυγική οικία με καταβολή μηνιαίου μισθώματος 23.000 δραχμών, μέχρι να μετακομίσει η εναγομένη στο υπό κατασκευή τότε διαμέρισμά της στην οδό ..., στον Περισσό Αττικής, όπου πράγματι μετοίκησε και διαμένει έκτοτε.
Έτσι, τόσο από το ανωτέρω πρακτικό, αλλά και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων από τις 4 Σεπτεμβρίου 1986, συνεχώς και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής που έγινε στις 19-10-2009, δηλαδή κατά πολύ πλέον των δύο ετών, χωρίς πρόθεση επανασύνδεσης και ως εκ τούτου τεκμαίρεται αμάχητα ότι ο γάμος τους έχει κλονισθεί σοβαρά.
Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, η οποία αποφάνθηκε αντιθέτως, διακράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 ΑΚ. Εξάλλου, με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο πρώτος και ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεως του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολομ.ΑΠ 2/2008, Ολομ.ΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (ΑΠ 1851/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεως του, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε "όλα εκείνα τα έγγραφα" που προσκόμισε, χωρίς να εξειδικεύει αυτά, να προσδιορίζει το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους. Επομένως, λόγω της αοριστίας του, ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο, ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως (ΑΠ 1767/2007, ΑΠ 309/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση λόγω παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, χωρίς περαιτέρω αναφορά κανενός άλλου στοιχείου.
Συνεπώς, λόγω της αοριστίας του, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-11-2011 αίτηση της Σ. συζ. Ε. Α., το γένος Π. Κ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3.837/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ