Legislator Case Law & Legislation
1056/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's failure to consider unproven ownership claim as a valid defense.

Case Number 1056/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision, which had rejected the plaintiffs' claim based on a finding of adverse possession. The lower court accepted the defendants' argument that they had become owners through adverse possession for over twenty years, despite this claim never being formally raised or proven in the proceedings. The court ruled that by accepting this unproven assertion as a factual basis for dismissal, the lower court violated procedural rules regarding the consideration of arguments and substantive law on adverse possession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when a lower court considers an unproven argument as a factual basis for judgment, thereby violating the principle of considering only pleaded matters and infringing substantive law on adverse possession.

Keywords

AI generated
adverse possession appeal admissibility consideration of arguments substantive law violation legal reasoning defect

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 991 of the Civil Code
Article 93(3) of the Constitution
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
General Appeal 7/2006
General Appeal 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1056 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1056/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Θεοδωράτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:443/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 910/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 11 Μαρτίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της και την αναίρεση της υπ' αριθ. 910/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκείς αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μορφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ που ορίζει ότι ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεσθεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα, παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σε αυτόν και τον ενάγοντα, σαφώς συνάγεται ότι ο εναγόμενος με τις αγωγές περί διατάραξης ή αποβολής από τη νομή δεν δικαιούται να αντιτάξει κατά του ενάγοντος νομέα ενστάσεις ανατρεπτικές, που στηρίζονται σε δικαίωμα ιδίας αυτού κυριότητας ή σε άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου πράγματος ή σε προσωπικά περί αυτού δικαιώματα, δυνάμει των οποίων ο εναγόμενος θα μπορούσε να αξιώσει την παράδοση του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσης του σε αυτόν εφόσον τα δικαιώματα αυτά δεν αναγνωρίσθηκαν τελεσίδικα.

Από τη διάταξη όμως αυτή δεν συνάγεται και ότι απαγορεύεται στον εναγόμενο να αντιτάξει τη δική του νομή επί του επιδίκου πράγματος, καθόσον ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλ' αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, που μπορεί να αποδειχθεί ανταποδεικτικώς οπότε οδηγεί στην απόρριψη αυτής. (ΑΠ 1522/2006, ΑΠ 1408/2001).

ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' αριθ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2000 αγωγή τους επικαλούμενοι την ύπαρξη δικαιώματος συννομής επί του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου μετά της εντός ισόγειας κατοικίας), την παραχώρηση της κατοχής του στους αναιρεσίβλητους με αόριστης διάρκειας σύμβαση χρησιδανείου, την εκ μέρους τους καταγγελία της εν λόγω έννομης σχέσης, την άρνηση των αναιρεσιβλήτων στην απόδοση του ακινήτου μετά της σύγχρονης σαφούς αντιποίησης της συννομής τους και την εντεύθεν, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αποβολής τους από τη νομή του ακινήτου, ζήτησαν:

α)την έναντι των αναιρεσιβλήτων αναγνώριση της επί του ανωτέρω ακινήτου συννομής τους, κατά το ειδικότερο στον καθένα τους προσήκον ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου και β) την απόδοση της νομής του ακινήτου σε αυτούς, κατά την αντιστοιχούσα στον καθένα του ιδανική μερίδα. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι αναιρεσίβλητοι ως εναγόμενοι αρνήθηκαν αιτιολογημένα την ιστορική θεμελίωση της αγωγής, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου τους ανήκει, εφ' όσον οι αναιρεσείοντες ενάγοντες ποτέ δεν είχαν τη νομή του πράγματος, που ανήκε ανέκαθεν στον πατέρα και πεθερό τους αντίστοιχα ΑΑ, και στη συνέχεια από το έτος 1981 και μέχρι την άσκηση της αγωγής το Δεκέμβριο του 2000 στους ίδιους.

Μετά την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και ύστερα από την άσκηση εφέσεως από τους αναιρεσίβλητους, εκδόθηκε από το Εφετείο Πατρών η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την κατ' ουσία την αγωγή των αναιρεσειόντων με τις ακόλουθες παραδοχές κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο έκτασης 200 τ.μ.

μετά της εντός αυτού παλαιάς οικίας επιφάνειας 100 τ.μ, που βρίσκεται επί της οδού ... του ... Ν. ..., στο παλαιό Ο.Τ. ... τεμάχιο ... και ήδη Ο.Τ. ... τεμάχιο ... το οποίο συνορεύει με την οδό ... και με ιδιοκτησίες κληρονόμων ΒΒ. Το ακίνητο αυτό από το έτος 1950 νεμόταν με διάνοια κυρίου ο ΑΑ, πατέρας της πρώτης εναγομένης και πεθερός του δευτέρου.

Το έτος 1956 ο ΑΑ αποφάσισε να ανεγείρει οικοδομή στο παραπάνω οικόπεδο και επιδίωξε να πάρει χρήματα από το Δημόσιο ως αρωγή από τους προκληθέντες σεισμούς στην ... . Όμως δεν εδικαιούτο τέτοιας αρωγής, την οποία εδικαιούτο ο θείος του ΓΓ, ο οποίος ήταν άγαμος, χωρίς τέκνα και μεγάλης ηλικίας και τον φρόντιζε η μητέρα του ΑΑ, ΕΕ.

Έτσι με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Χαραλάμπους Τραυλού, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το περιγραφόμενο ακίνητο στον παραπάνω θείο του ΓΓ. Μετά την πώληση ο ΑΑ έκανε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για έκδοση δανείου αρωγής και πράγματι εγκρίθηκε στο όνομα του ΓΓ και τα χρήματα τα έλαβε για λογαριασμό του ο ΑΑ ο οποίος άρχισε να κτίζει την επίδικη οικία.

Η παραπάνω πώληση ήταν εικονική προκειμένου να πάρει ο ΑΑ τα χρήματα της αρωγής που άλλως δεν εδικαιούτο. Αυτό, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, επιβεβαιώνεται και από την από 15-6-1956 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Χαραλάμπους Τραυλού. Ειδικότερα από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι ο ΑΑ τέσσερις μήνες πριν την παραπάνω πώληση παραχώρησε άνευ ανταλλάγματος στον ΓΓ τη χρήση του επίδικου ακινήτου για είκοσι χρόνια, προκείμενου αυτός "να οικοδομήσει λαμβάνων την κατά νόμον αρωγήν αυτού".

Από το έγγραφο αυτό επιβαιώνεται η άποψη ότι η προαναφερόμενη μεταβίβαση έγινε προκειμένου ο ΑΑ να πάρει τα χρήματα της αρωγής και αφού αυτό (η 20ετής παραχώρηση χρήσης) δεν ήταν αρκετή για τη λήψη των χρημάτων της αρωγής προέβησαν στην παραπάνω μεταβίβαση λόγω πωλήσεως. Όμως το επίδικο και μετά το προαναφερόμενο συμβόλαιο συνέχισε να νέμεται ο ΑΑ με διάνοια κυρίου κάνοντας σ' αυτό όλες τις πράξεις που αρμόζουν σε κύριο.

Ειδικότερα το καλλιεργούσε και από το έτος 1957 άρχισε την ανέγερση της επίδικης οικίας. Ο ΓΓ ουδέποτε νεμήθηκε το επίδικο, αφού γνώριζε ότι αυτό ανήκε στον ανηψιό του και για τους προαναφερόμενους λόγους είχε γίνει η μεταβίβαση. Άλλωστε, όπως προαναφέρεται ο ΓΓ ήταν άγαμος και άνευ τέκνων και το έτος 1956 ήταν 72 ετών, πάσχων μάλιστα από καρκίνο από τον οποίο και αποβίωσε τρία χρόνια αργότερα, ήτοι στις 11-5-1959.

Επομένως δεν είχε αυτός λόγους στην ηλικία του και στην κατάσταση που βρισκόταν ν' αγοράσει οικόπεδο και να κτίσει οικία και μάλιστα όχι 40 τ.μ. που προβλεπόταν με τα χρήματα της αρωγής αλλά 100 τ.μ. Έτσι ο ΑΑ συνέχισε και μετά το θάνατο του ΓΓ, να νέμεται το επίδικο με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα χρησιμοποιούσε την οικία, η οποία, ελλείψει χρημάτων, παρέμεινε ημιτελής, ως αποθήκη.

Στη συνέχεια και μέχρι το έτος 1977 ολοκλήρωσε την ανέγερση της οικίας. Το έτος 1981 παραχώρησε αυτήν ατύπως στην α' εναγομένη θυγατέρα του, η οποία νυμφεύθηκε στις 18-1-1981 το δεύτερο εναγόμενο, οι οποίοι αμέσως μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην επίδικη οικία και έκτοτε κατοικούσαν σ' αυτήν και νεμόταν αυτήν και το υπόλοιπο οικόπεδο με διάνοια κυρίου χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τους εναγόμενους, μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2000, που οι ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη αγωγή.

Έτσι οι εναγόμενοι προσμετρώντας και το χρόνο νομής του, δικαιοπαρόχου τους ΑΑ, έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία αφού νέμονταν αυτό με διάνοια κυρίου για περισσότερο από είκοσι χρόνια. Οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι θείοι της πρώτης εναγομένης (αδελφός του πατέρα της, ΑΑ) ισχυρίζονται ότι κληρονόμησαν το θείο τους ΓΓ, ο οποίος ήταν κύριος του επιδίκου δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου πώλησης και ότι το 1981, συμφώνησαν και παραχώρησαν σ' αυτήν (α' εναγομένη) ως χρησιδάνειο εν όψει του γάμου της, το επίδικο, του οποίου ζήτησαν την απόδοση.

Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε τέτοια συμφωνία, χρησιδανείου. Η μάρτυρας απόδειξης ... δεν είναι καθόλου πειστική στην κατάθεσή της, λόγω των αοριστιών και των αντιφάσεων της. Η μάρτυρας αυτή καταθέτει ότι "οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αρμονικές, δεν είχαν πρόβλημα". Όμως όπως προκύπτει ιδία από τις από 12-3-1981 και 20-3-1982 αγωγές οι διάδικοι και ιδία η εκ τούτων ενάγουσα ΔΔ, είχαν σφοδρή αντιδικία με τον ΑΑ, πατέρα της α' εναγομένης, από το έτος 1980 για την κληρονομική περιουσία.

Επομένως δεν ήταν δυνατόν να εΙχαν συμφωνήσει σε χρησιδάνειο του επιδίκου. Άλλωστε επί 20 περίπου χρόνια που κατοικούσαν οι εναγόμενοι στο επίδικο ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν οι ενάγοντες, παρόλο που οι σχέσεις όλων των αδελφών εναγόντων με τον ΑΑ είχαν διαταραχθεί και βρίσκονταν στα δικαστήρια. Ο ισχυρισμός επομένως του χρησιδανείου είναι εφεύρημα για να δικαιολογηθεί το πρόδηλο γεγονός της οίκησης των εναγομένων στο επίδικο για είκοσι περίπου χρόνια.

Πέραν τούτων η εκ των αρχικών εναγόντων ΔΔ, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Λάμπρου Βιέννα ουδόλως αναφέρει το επίδικο ως κληρονομιά της μητέρας της, εφ' όσον αυτή ως μόνη πλησιέστερη συγγενής του ΓΓ τον κληρονόμησε. Και είναι αληθές ότι με την υπ' αριθμ. ...

δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου αποδέχθηκε και την κληρονομιά αυτής ως προς το επίδικο, την οποία όμως μετέγραψε μόλις στις 11-8-1999 και ενόψει άσκησης της κρινόμενης αγωγής. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο πρώτος τούτων, ο οποίος κατοικεί στον ..., απέστειλε στον ΑΑ σοβαρά χρηματικά ποσά για την ανέγερση της επίδικης οικίας.

Οι ενάγοντες προσκομίζουν και επικαλούνται εξήντα εμβάσματα της "Scotia Bank" συνολικού ύψους 2.300 δολλαρίων και ένα της "ΒΑΝΚ COMMERCE" του ... ύψους 1.000 δολλαρίων με ημερομηνία από 1984 έως και 1989. Τα εμβάσματα όμως αυτά δεν προκύπτει ούτε σε ποιόν εστάλησαν (πλην του τελευταίου στο οποίο αναφέρεται ο ΑΑ) ούτε πολύ περισσότερο για ποιο λόγο δόθηκαν τα χρήματα.

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω ούτε οι ενάγοντες ούτε ο δικαιοπάροχος τους ΓΓ νεμήθηκαν ποτέ το επίδικο ακίνητο και συνεπώς δεν έγιναν κύριοι αυτού, και πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του με την έννοια, "του πράγματος", τον ισχυρισμό ότι "οι αναιρεσίβλητοι (εναγόμενοι) προσμετρώντας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους ΑΑ, έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού νέμονταν αυτό με διάνοια κυρίου για περισσότερο από είκοσι χρόνια".

Από τις προτάσεις τις οποίες υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι στο πρωτοδικείο και στο Εφετείο, αλλά και από το εφετήριο, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε από αυτούς ένσταση ίδιας κυριότητας που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, ως λόγος απόρριψης της ένδικης αγωγής. Επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι:"οι αναιρεσίβλητοι έγιναν κύριοι του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία" και με την παραδοχή αυτή ως βασική αιτιολογία, και όχι με την έννοια του επιχειρήματος που συνήγαγε από τις αποδείξεις, οδηγήθηκε στην κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, με την επί πλέον αιτιολογία ότι "οι αναιρεσείοντες δεν έγιναν ποτέ κύριοι", έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Πρέπει λοιπόν να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το βάσιμο πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που στηρίζεται στο εδ. β' του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω με το να δεχθεί το Εφετείο την από μέρους των αναιρεσίβλητων απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατά παραδοχή της ανύπαρκτης ως μη προβληθείσας κατά τα προαναφερθέντα, ένστασης ιδίας τούτων κυριότητας, καταλυτικής της περί προστασίας της συννομής των αναιρεσειόντων αγωγής, χωρίς μάλιστα την παραδοχή ότι "το δικαίωμα αυτό έχει ήδη αναγνωριστεί τελεσίδικα σε προηγούμενη δίκη ανάμεσα στους διαδίκους", παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 991 του Α.Κ., αλλά και εκ πλαγίου, γιατί στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης όπως παραδεκτά κατά την παρ. 4 του άρθρου 562 και Κ.Πολ.Δ συμπληρώνονται με την παρούσα εισήγηση, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, εξαιτίας της παραβίασης από το Εφετείο την αμέσως πιο πάνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 991 του Α.Κ., πρέπει να γίνουν δεκτοί ως παραδεκτοί και βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), που δεν κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 910/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ