Legislator Case Law & Legislation
1056/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of compensation claim for road widening under specific statutory conditions.

Case Number 1056/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a compensation claim regarding road widening. The appellant argued that the lower court incorrectly declared the claim inadmissible by applying a procedural statute to a situation where the expropriation process had already concluded before the new law took effect. The court found that the lower court erred in interpreting the substantive law and the transitional provisions, ruling that the appeal was admissible and remanding the case for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 3, and 4 of Law 653/1977; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When an expropriation process concludes before the enactment of a new procedural law, the old procedural rules apply, and a claim for compensation cannot be declared inadmissible based on the new law's timeline if the substantive obligation was already established.

Keywords

AI generated
road widening compensation expropriation procedural law transitional provisions inadmissibility appeal substantive vs procedural

Cited Legislation

AI generated
Law 653/1977
Law 947/1979
Law 2971/2001
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1056 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1056/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ιερού Ναού ....... Ηγουμενίτσας, που εδρεύει στην Ηγουμενίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Στρούμπο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολίτσα Πολιτικού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2005 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/3/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 3/3/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΟλΑΠ 1/1988, ΟλΑΠ 8/1999) δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που τελικά κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 ΠρΠρΠρ (ΟλΑΠ 10/2004).

Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".

Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 42/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία αγωγή του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αποζημίωσης, για τα τμήματα της ιδιοκτησίας του που δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκε ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, καθώς και για τη διαφορά μεταξύ της προσωρινής και της οριστικής αποζημίωσης, και είχε δεχθεί αυτή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων Ιερός Ναός στην από 12-5-2003 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ισχυρίστηκε, ότι με την 1119727/8468/0010/4-12-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κυκλοφοριακή σύνδεση λιμένα Ηγουμενίτσας, έκταση συνολικού εμβαδού 106.570 τ.μ.

που βρίσκεται στην περιοχή ....-..... Ηγουμενίτσας, στην οποία έκταση περιλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες του που με λεπτομέρεια περιγράφονται (..., .. και ... του κτηματολογικού πίνακα). Με τις 273/1998 και 199/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και Εφετείου Κερκύρας αντίστοιχα, καθορίστηκε προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, καθώς και για τις δικές του ιδιοκτησίες, για τα επικείμενα, όπως και για το τμήμα αυτής που απέμεινε λόγω μείωσης της αξίας του, αναγνωρίστηκε δε δικαιούχος της αποζημίωσης με την 44/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που έχει γίνει τελεσίδικη.

Στη συνέχεια ισχυρίστηκε, ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση σε βάρος της ιδιοκτησίας του συντελέστηκε το έτος 1999, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 33 του Ν. 2791/2001, μάλιστα το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε σ'αυτόν (ύστερα από παρακατάθεση της προσωρινής τιμής αποζημίωσης που καθορίστηκε με την 273/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας στο Τ.

Π. και Δανείων - που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 345Δ/19-5-1999) αποζημίωση (προσωρινή) για μέρος της έκτασης που απαλλοτριώθηκε, ενώ για την υπόλοιπη επικαλέστηκε τη διάταξη του άρθρου 1 Ν 653/1977 για να μη καταβάλει αποζημίωση. Τέλος ο αναιρεσείων (ενάγων) επικαλέστηκε ότι τα τμήματα των ιδιοκτησιών του που δεν απαλλοτριώθηκαν δεν ωφελούνται από τη διάνοιξη της οδού.

Με βάση αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) να του καταβάλει τα αναφερόμενα στο δικόγραφο ποσά: α) ως αποζημίωση για τα τμήματα της ιδιοκτησίας του για τα οποία δεν αποζημιώθηκε ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης με βάση την τιμή μονάδας που καθορίστηκε δικαστικά και β) για τη διαφορά μεταξύ της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης που του καταβλήθηκε για τα εδαφικά τμήματα που απαλλοτριώθηκαν, τα επικείμενά τους και για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων, εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων, και εκείνης που καθορίστηκε οριστικά με την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.

Πλην το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή κατά το παραπάνω υπό στοιχείο α' κεφάλαιο και αίτημα αυτής είναι απαράδεκτη, επειδή το αίτημα αυτό, που ως βάση και προϋπόθεση έχει την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 Ν 653/1977, ασκήθηκε "μετά την ισχύ του άρθρου 33 Ν. 2971/2001, με αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και όχι σύμφωνα με τη διαγραφόμενη από το νόμο αυτό διαδικασία και μέσα στην οριζόμενη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, και σε κάθε περίπτωση (εφόσον ο ν. 2971/2001 δεν ίσχυε κατά το χρόνο αυτό) μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού".

Η διαδικασία όμως που διαγράφεται από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Ν 2971/2001, δεν εφαρμόζεται για τις απαλλοτριώσεις που είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού το αναιρεσίβλητο και τα άνω εκτιθέμενα είχε παρακαταθέσει την προσωρινή αποζημίωση στο ΤΠ και Δανείων (το έτος 1999) και είχε εισπραχθεί το έτος 2000 από τον αναιρεσείοντα.

Το Εφετείο, επομένως, που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου, ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή, κατά το άνω κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση αποζημίωσης για τα τμήματα της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος ενάγοντος για τα οποία θεωρήθηκε ο τελευταίος αυτοαποζημιούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, ως απαράδεκτη, υπέπεσε πράγματι στις πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, ύστερα από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.

Ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, που προσάπτει, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προαναφερόμενες πλημμέλειες είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Κερκύρας, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την 131/2005 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, κατά τη διάταξή της με την οποία απέρριψε την από 12-5-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση αποζημίωσης για τα τμήματα της ιδιοκτησίας του, για τα οποία θωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.

-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Κερκύρας, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και.- -

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 21 Μαΐου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ