Supreme Court refers case to plenary session regarding interpretation of pension cap applicability to private law employees of public bodies.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal arguments and referred the case to the plenary session for a general ruling. The appellant, OSE, challenged the lower court's award of 7,500 euros to a private-law employee who retired before the relevant law took effect. The court identified a broader legal issue concerning whether a specific pension cap applies retroactively to such employees and referred the question to the plenary session for resolution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 49 para. 4 of Law 993/1979; Article 11 para. 1 and 2 of Law 3075/2002: The Supreme Court refers the question of whether the pension cap applies to private-law employees of public bodies who retired before the law's enactment to the plenary session.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1056 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1056/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος" (ΟΣΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μαργώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 755/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6137/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2004 αίτησή της και τους από 17-1-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 6-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και εκείνου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 49 παρ. 4 του Ν. 993/1979 "περί του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", "το προσωπικόν του παρόντος κεφαλαίου το μη υπαγόμενον, δια την χορήγησιν συντάξεως, εις την ασφάλισιν του Δημοσίου, συμπληρούντας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύναται να αποχωρεί εκ της υπηρεσίας, λαμβάνον το μεν επικουρικώς ησφαλισμένον το 40%, το δε μη ησφαλισμένον επικουρικώς το 50% της υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζομένης αποζημιώσεως".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι συνδεόμενοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υπάλληλοι, μη υπαγόμενοι για τη χορήγηση συντάξεως στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις προς λήψη πλήρους συντάξεως και αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία τους, δικαιούνται να λάβουν, αν είναι επικουρικά ασφαλισμένοι, το 40% της προβλεπόμενης από το άρθρο 49 παρ. 1 του άνω Νόμου αποζημιώσεως, ενώ, αν δεν είναι επικουρικά ασφαλισμένοι, το 50% της εν λόγω αποζημιώσεως.
Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται και οι υπάλληλοι του ΟΣΕ, αφού αυτός έχει όλα τα προνόμια (δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά) του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτού σχέσεις. Τα εν λόγω προνόμια, που μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως από τους ΣΕΚ στον ΟΣΕ με το άρθρο 4 του Ν.Δ. 670/1970, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν. 1115/1972, δεν είχαν καταργηθεί ή τροποποιηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του ως άνω Ν.
Δ/τος με το Ν.Δ. 4246/1962 (Ολ. Α.Π. 3/1992). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις όπου εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί Κοινής Ωφέλειας ή επιχειρήσεις, επιχορηγούμενες από το Κράτος, η οφειλόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 240.000 δρχ.
Το ποσό αυτό αυξήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974 σε 600.000δρχ, με το άρθρο 24 του Ν. 1082/1980 σε 1.000.000 δρχ., με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985 σε 1.150.000 δρχ. και με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δρχ. ή 4.402 ευρώ. Επίσης, κατά το άρθρο 1 του Ν.Δ. 618/1970, το ανώτατο όριο αποζημιώσεως του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 ισχύει σε κάθε περίπτωση, που οφείλεται αποζημίωση, δυνάμει γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως στους αποχωρούντας ή απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων από το Κράτος με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και αν συνδέονται με τους εργοδότες αυτούς, καταργείται δε κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι και η αποζημίωση, που προβλέπεται από το άρθρο 49 του Ν. 993/1979, υπόκειται στον ανωτέρω περιορισμό του ανωτάτου ορίου αποζημιώσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 3075/2002, το οριζόμενο από το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 ανώτατο όριο αποζημιώσεως αυξάνεται στο ποσό των 7.500 ευρώ, ενώ, κατά το άρθρο 11 του αυτού Νόμου, όπου συντρέχει περίπτωση και δεν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις, εκείνες (διατάξεις) των προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ, που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο, είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του ΟΣΕ και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού των σιδηροδρομικών δικτύων που διέπονται από το καθεστώς του Ν.Δ. 3395/1955.
Οι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων και του άρθρου αυτούεφαρμόζονται και για τα πρόσωπα, στα οποία έχουν συντρέξει οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών κατά το παρελθόν και έχουν εξέλθει της υπηρεσίας πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, καθώς και για τις οικογένειες όσων απ' αυτούς έχουν αποβιώσει.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 30-6-1978 από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Οργανισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και υπηρέτησε σ' αυτόν ως μηχανικός μέχρι 13-3-2001, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία του, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος.
Ο ενάγων ήταν επικουρικά ασφαλισμένος από 1-10-1984 υποχρεωτικά, όπως όλο το προσωπικό του εναγομένου, στο ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ, δυνάμει του Π.Δ. 400/1984. Κατά την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία του πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως. Έτσι δικαιούται να λάβει το 40%, ως επικουρικά ασφαλισμένος, της προβλεπόμενης από το άρθρο 49 παρ. 1 του Ν. 993/1979 αποζημιώσεως, η οποία, λαμβανομένου υπόψη του αναφερόμενου στο άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 3075/2002 ανώτατου ορίου, ανέρχεται στο ποσό των 7.500 ευρώ.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη για το ποσό των 7.500 ευρώ. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 49 παρ. 4 του Ν. 993/1979, 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967, 1 του Ν.Δ. 618/1970, 33 του Ν. 1876/1990 και 7 παρ. 5, 11 παρ. 1-2 του Ν. 3075/2002.
Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι γενάται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό αφορά ικανό αριθμό εργαζομένων του αναιρεσείοντος Οργανισμού, που υπάγεται στις εν λόγω ρυθμίσεις και πρέπει να παραπεμφθούν στην τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το άρθρο 563 παρ. 2 περιπτ.
β' ΚΠολΔ, προκειμένου να αποφανθεί αυτή αν η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 και 2 του Ν.3075/2002 αναφέρεται και στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ίδιου Νόμου, με την οποία αυξάνεται το οριζόμενο από το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 ανώτατο όριο αποζημιώσεως στο ποσό των 7.500 ευρώ από 5-12-2002 (άρθρ. 18 του άνω Νόμου) και αν η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του Ν. 3075/2002 έχει εφαρμογή και στο προσωπικό του Ο.Σ.Ε., που αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων πλήρους συντάξεως γήρατος πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού, τον πρώτο λόγο της από 22-12-2004 αιτήσεως του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε.) και τον πρόσθετο λόγο αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 25 Μαϊου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ