Legislator Case Law & Legislation
1055/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal and orders expert valuation of gambling bonuses for labor dispute.

Case Number 1055/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiffs' claims. The court found that the lower court failed to order a necessary expert valuation regarding the total amount of bonuses paid to casino employees and their impact on wages and social security contributions. Consequently, the appeal was allowed, the first-instance judgment was annulled, and the case was remanded for a new trial with a mandatory expert report.

Legislator headnote

AI generated

Art. 254 of the Code of Civil Procedure; The court must order an expert valuation when the determination of the disputed amount requires specialized knowledge regarding the calculation of bonuses, wage increases, and associated social security contributions.

Keywords

AI generated
expert valuation gambling bonuses labor dispute wage increase social security contributions remand for trial code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 254 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1055 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1055/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας - εφεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Αντωνίου και Βασίλειο Κωνσταντινίδη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Των καθ 'ων η κλήση - εκκαλούντων: 1)Α. Μ., κατοίκου ..., 2)Σ. Α., κατοίκου ..., 3)Κ. Α., κατοίκου ..., 4)Ι. Α., κατοίκου ..., 5)Κ.Θ. Β., κατοίκου ..., 6)Α. Β., κατοίκου ..., 7)Ι. Γ., κατοίκου ..., 8)Ν. Δ., κατοίκου ...,9)Α. Δ., κατοίκου ..., 10)Α. Θ., κατοίκου ..., 11)Ά. Κ., κατοίκου ..., 12)Α. Κ., κατοίκου ..., 13)Α. Κ., κατοίκου ..., 14)Α. Κ., κατοίκου ..., 15)Ε. Κ., κατοίκου ..., 16)Π. Κ., κατοίκου ..., 17)Μ. Λ., κατοίκου ..., 18)Β. Λ., κατοίκου ..., 19)Μ. Μ., κατοίκου ..., 20)Μ. Μ., κατοίκου ..., 21)Π. Μ., κατοίκου ..., 22)Ε. Ν., κατοίκου ..., 23)Ά. Ν., κατοίκου ..., 24)Μ. Π., κατοίκου ..., 25)Ε. Π., κατοίκου ..., 26)Ε. Σ., κατοίκου ..., 27)Ν. Σ., κατοίκου ..., 28)Ε. Σ., κατοίκου ..., 29)Γ. Φ., κατοίκου ..., 30)Μ. Γ., κατοίκου ..., 31)Μ. Δ., κατοίκου ..., 32)Π. Δ., κατοίκου ..., 33)Α. Κ., κατοίκου ..., 34)Α. Κ., κατοίκου ..., 35)Ι. Μ., κατοίκου ..., 36)Μ. Σ., κατοίκου ..., 37)Γ. Σ., κατοίκου ..., 38)Δ. Σ., κατοίκου ..., 39)Μ. Τ., κατοίκου ..., 40)Π. Τ., κατοίκου ..., 41)Π. Τ., κατοίκου ..., 42)Ι. Τ., κατοίκου ..., 43)Γ. Τ., κατοίκου ... και 44)Ε. Χ., κατοίκου .... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Αλεξανδρή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2010 αγωγή των ήδη καθ' ων η κλήση και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2358/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6538/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι καθ'ων η κλήση και άλλο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή με την από 10-2-2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 838/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για εκ νέου εκδίκαση.

Κατόπιν αυτής της απόφασης εκδόθηκε η 6979/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι καθ 'ων η κλήση και άλλο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή - εκκαλούντες με την από 29-1-2021 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1195/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον Χ.

Τ. (μη διάδικο στη δίκη αυτή), αναίρεσε ως προς τους λοιπούς διαδίκους και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρθηκε με την από 23-9-2022 κλήση της καλούσας - εφεσίβλητης. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, η πληρεξούσια των καθ' ων η κλήση - εκκαλούντων ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.

Για το ζήτημα της αναβολής το λόγο έλαβαν και οι πληρεξούσιοι της καλούσας - εφεσίβλητης, οι οποίοι δεν συναίνεσαν. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και της Γραμματέως και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα. Ορίσθηκε δε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23.9.2022 κλήση της αναιρεσίβλητης - εφεσίβλητης νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 31.1.2012 έφεση των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, την οποία άσκησαν κατά της 2358/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1195/2022 δεύτερης αναιρετικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναιρέθηκε η 6979/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1,2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Η ρύθμιση που θεσπίστηκε για λόγους ταχύτερης περάτωσης των υποθέσεων καθιστά το τμήμα της παραπομπής δικαστήριο ουσίας, το οποίο λειτουργεί πλέον ως εφετείο (ΑΠ 364/2019), γεγονός που συνεπάγεται την απεμπόληση των αναιρετικών του καθηκόντων.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης (ΑΠ 358/2011).

Επομένως η απόφαση που δέχεται την αναίρεση και διατάσσει την παραπομπή της υπόθεσης είτε στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση είτε στο τμήμα που εξέδωσε την αναιρετική είναι, σε ό,τι αφορά το ένδικο μέσο της αναίρεσης, οριστική, ακριβώς διότι αποφαίνεται επί ενδίκου μέσου. Τούτο σημαίνει ότι δεν μπορεί να ανακληθεί για οποιοδήποτε λόγο, ούτε και αν διαπιστώνεται σφάλμα της αναιρετικής.

Εξάλλου, όταν η υπόθεση επανέρχεται με κλήση στο τμήμα ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν είναι δυνατή η λήψη απόφασης για παραπομπή της υπόθεσης από το τμήμα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 563 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο δεν λειτουργεί, πλέον, ως τμήμα του Αρείου Πάγου, αλλά, έχοντας απεκδυθεί των αναιρετικών εξουσιών, λειτουργεί ως εφετείο που δεν έχει τις αρμοδιότητες του τμήματος.

Περαιτέρω από τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου του άρθρου που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής (ΑΠ 2141/2007).

Τούτο σημαίνει ότι αν ασκηθεί αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος αυτοδεσμεύεται από την προηγούμενη απόφασή του (ΑΠ 1297/2010). Υποχρέωση συμμόρφωσης υπάρχει μόνο ως προς το λυθέν νομικό ζήτημα, δηλαδή ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στη διάταξη, βάσει της οποίας αναιρέθηκε η απόφαση, μπορεί δε να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 923/2017).

Τέλος, η κρίση που εκφέρεται με την αναιρετική απόφαση ότι η αγωγή είναι νομικά βάσιμη, ενόψει του ότι εμπεριέχει αναγκαίως την κρίση ότι αυτή είναι και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, συνεπάγεται δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής και ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται σε επανεξέταση (ΑΠ 1713/2018, 2017/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες, από κοινού με τον Χ. Τ., για τον οποίον η συζήτηση της αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη με την ως άνω 1195/2022 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, καθότι δεν προέκυψε η νόμιμη κλήτευσή του στη συζήτηση της από 29.1.2021 αναιρέσεως, με την από 18.3.2010 και με αριθμό κατάθεσης 59012/1619/2010 αγωγή ιστορούσαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθησαν την 11.2.2004 η 1η, την 12.2.2004 οι 2ος έως και 30ος και την 20.2.2004 οι 31η έως 45η εξ αυτών από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που εκμεταλλεύεται το καζίνο της Πάρνηθας, ως τεχνικοί τυχερών επιτραπέζιων παιχνιδιών (γκρουπιέ) και απασχολούνταν με την ειδικότητα αυτή μέχρι και την άσκηση της αγωγής, πλην της 3ης εξ αυτών, της οποίας λύθηκε η σύμβαση την 2.7.2009.

Ότι βάσει των σχετικών διατάξεων των από 20.10.2003, 2.6.2005 και 21.5.2007 επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που κατήρτισε το κλαδικό σωματείο των τεχνικών υπαλλήλων τυχερών επιτραπέζιων παιχνιδιών με την εναγόμενη εταιρεία, το περιεχόμενο των οποίων παραθέτουν, προβλέφθηκε ο τρόπος και η διαδικασία διανομής των φιλοδωρημάτων των πελατών του Καζίνο μεταξύ αυτών και της εναγομένης.

Ότι μετά την διανομή των φιλοδωρημάτων κατά τον ανωτέρω συμφωνηθέντα τρόπο, επί των οποίων η εναγόμενη εταιρεία προέβαινε σε κρατήσεις των νόμιμων εργατικών ασφαλιστικών εισφορών κατά την πληρωμή αυτών, και μετά και την αφαίρεση και των αναλόγων εργοδοτικών εισφορών επί του παρακρατούμενου από την εναγομένη ποσοστού επί των φιλοδωρημάτων, παρέμεναν αδιανέμητα σημαντικά συνολικά ανά μήνα χρηματικά ποσά φιλοδωρημάτων, τα οποία θα έπρεπε να διανεμηθούν σε αυτούς.

Ότι τα ποσά αυτά για το χρονικό διάστημα των ετών 2005, 2006, 2007, 2008, αφού αφαιρεθούν κατά τα άνω οι εργοδοτικές εισφορές, με βάση τους γενόμενους στην αγωγή ανά μήνα λεπτομερείς υπολογισμούς αναλόγως του αριθμού των πόντων που συγκεντρώνει ο καθένας των εναγόντων, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 19.727,28 ευρώ για τον καθένα από αυτούς.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των 19.727,28 ευρώ με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους ποσό μηνιαίως, που μνημονεύεται στην αγωγή, από το τέλος κάθε μήνα που αυτό έπρεπε να καταβληθεί και μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 2358/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ερμηνεύοντας τις σχετικές ρυθμίσεις των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο (2005-2008), αποφάνθηκε ότι, λόγω έλλειψης σχετικής ρύθμισης αυτών, το δικαίωμα των εναγόντων για τη λήψη των φιλοδωρημάτων που τους αντιστοιχεί εξαντλείται με την αρχική διανομή και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή.

Με επικουρική σκέψη και για τους εκεί αναγραφόμενους λόγους απέρριψε την αγωγή και ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 31.1.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1099/2012 έφεσή τους, παραπονούμενοι τόσο για την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, όσο και ως αόριστης. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 6538/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού διέλαβε στο σκεπτικό της τις σχετικές διατάξεις των ως άνω εσσε, αποφάνθηκε ότι αυτές είναι σαφείς ως προς το σημείο με το οποίο ορίζεται ότι το ποσοστό 30% ή και 50% κατά περίπτωση των φιλοδωρημάτων παραμένει στα έσοδα της εναγομένης-εφεσίβλητης και ότι δεν συνάγεται οποιαδήποτε βούληση των μερών για οτιδήποτε διαφορετικό, ούτε αφήνεται περιθώριο ερμηνείας των συλλογικών συμβάσεων, στη συνέχεια δε απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίον οι ενάγοντες-εκκαλούντες παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης και συνακόλουθα την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας, έτσι, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος αυτό.

Κατά της απόφασης αυτής οι ηττηθέντες εκκαλούντες άσκησαν την από 10.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 240/2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 838/2019 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κρίθηκε ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω κρίση του εσφαλμένα ερμήνευσε τις κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 5 στοιχείο α αριθμός 3 της από 20.10.2003 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας (εσσε), η ισχύς της οποίας παρατάθηκε μέχρι τέλος του 2006 με την 2.6.2005 όμοια εσσε και τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 4 στοιχείο Α αριθμός 3 της από 21.5.2007 εσσε, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της Τ/6736/1.7.2003 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 εδ.

τελ. του Ν. 2206/1994 και με εκείνες των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2190/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946), με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ αν ερμήνευε σωστά τις ως άνω διατάξεις θα έπρεπε να κρίνει νόμιμη την αγωγή και να την ερευνήσει για την ουσιαστική της βασιμότητα.

Ακολούθως αναίρεσε την απόφαση εν όλω και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για την εκ νέου εκδίκαση αυτής υπό άλλη σύνθεση. Ειδικότερα, κατά συνοπτική απόδοση του αναλυτικού σκεπτικού της αναιρετικής απόφασης, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έκρινε για την επίμαχη διάταξη των εσσε, ότι ενώ ρυθμίζεται από αυτήν, και μάλιστα λεπτομερώς, ο υπολογισμός του ύψους των διανεμόμενων φιλοδωρημάτων στους απασχολούμενους στα τυχερά παίγνια τεχνικούς, ως και η τύχη αυτών σε διάφορες περιπτώσεις (αδικαιολόγητη απουσία, ασθένεια, άδεια για διάφορους λόγους, υπερημερία εργοδότη), δεν ρυθμίζεται ρητά η τύχη του τυχόν εναπομείναντος υπολοίπου (μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζόμενων) και ειδικότερα εάν το υπόλοιπο αυτό θα παραμείνει στην εργοδότρια εταιρεία ως έσοδο ή θα διανεμηθεί και αυτό στους εργαζομένους, κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι, αν μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών παραμένει υπόλοιπο από το παρακρατούμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό φιλοδωρημάτων, αυτό δεν συνιστά έσοδο της επιχείρησης, αλλά ποσό διανεμητέο μεταξύ των δικαιούχων εργαζομένων.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ως δικαστήριο της παραπομπής με την 6979/2020 απόφαση του, μη συμμορφούμενο με την αναιρετική απόφαση, απέρριψε εκ νέου την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης του ασκήθηκε η από 29.1.2021 αίτηση αναίρεσης των εκκαλούντων, η οποία έγινε δεκτή με την 1195/2022 απόφαση του Τμήματος αυτού, που αναίρεσε εκ νέου την απόφαση για παράβαση από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και παρέπεμψε την έφεση για να δικαστεί σε νέα δικάσιμο ενώπιόν του ως δικαστήριο παραπομπής.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, από τη συστηματική ερμηνεία της επίμαχης διάταξης (άρθρο 5 ή 4 των εσσε) σε συνδυασμό με την υπό στοιχείο θ' παράγραφο αυτού, η οποία ορίζει ότι τα φιλοδωρήματα, ως κυμαινόμενες αποδοχές, αποτελούν μέρος των μηνιαίων τακτικών αποδοχών και λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό δώρων εορτών, επιδόματος άδειας, αμοιβής για νυχτερινή απασχόληση, απασχόληση καθ' ημέρα Κυριακή και αργία, υπερωριακή απασχόληση και λοιπών υποχρεώσεων του εργοδότη που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία..." συνάγεται ότι οι αποδοχές που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι ως φιλοδώρημα και προσαυξάνουν τα δώρα εορτών, επίδομα άδειας κ.λπ., λαμβάνονται υπόψη κατά την πράξη εξεύρεσης του τυχόν υπολοίπου, ενώ και το ποσοστό επί των φιλοδωρημάτων που παρακρατεί το Καζίνο δεν εξαντλείται στην κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων για τις αποδοχές των δώδεκα μηνών του έτους, αλλά περιλαμβάνει και τις ασφαλιστικές εισφορές τους για δώρα εορτών, επίδομα αδείας, υπερεργασία, υπερωρίες κ.λπ.

Την αιτιολογία αυτή της αναιρεσιβαλλομένης έκρινε ως ορθή η 1195/2022 αναιρετική απόφαση, κατά το μέρος που δέχεται ότι για την εξεύρεση του αδιανέμητου φιλοδωρήματος, μετά την αφαίρεση του μηνιαίως διανεμόμενου ποσοστού, το οποίο επαναδιανέμεται μεταξύ των δικαιούχων, ανάλογα με τους πόντους του καθενός, λαμβάνονται υπόψη όλες οι ανωτέρω εκτιθέμενες παροχές φιλοδωρήματος που παίρνουν οι εργαζόμενοι, καθώς και οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές επ' αυτών, έκρινε όμως ταυτόχρονα ότι εσφαλμένα το Εφετείο υπέλαβε ότι η ανωτέρω συνθήκη συνιστά στοιχείο της νομικής και όχι της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και προχώρησε στην αναίρεση της απόφασης και την παραπομπή της υπόθεσης για συζήτηση σε νέα δικάσιμο του ιδίου τμήματος του Αρείου Πάγου.

Με το σκεπτικό αυτό η παραπεμπτική απόφαση, η οποία και αυτή αποκλείει την εκδοχή να καταστεί το αδιανέμητο υπόλοιπο έσοδο της επιχείρησης, δεν παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την 838/2019 απόφαση του Τμήματος, αλλά εξειδίκευσε το περιεχόμενό της, η δε σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων, με την οποία ισχυρίζονται ότι η 1195/2022 απόφαση του Τμήματος παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη από την 838/2019 απόφασή του είναι αβάσιμη.

Τούτο επειδή η νεότερη αναιρετική (παραπεμπτική) απόφαση δεν αφίσταται από την κρίση της 838/2019 απόφασης περί του ότι α) η ρύθμιση του ζητήματος προκύπτει από την ίδια κανονιστική διάταξη (άρθρ. 4 ή 5 των εσσε), η οποία παρατίθενται στη μείζονα σκέψη της 838/2019 απόφασης, άρα τα οριζόμενα από αυτήν γίνονται δεκτά από την απόφαση ακόμη και αν δεν επαναλαμβάνονται στην ελάσσονα σκέψη της, β) στην ως άνω ρύθμιση ρητά αναφέρεται ότι το φιλοδώρημα συνιστά έσοδο των εργαζομένων ως τεχνικών επιτραπέζιων παιγνίων, γ) η επιχείρηση παρακρατεί τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων ως σύνολο, χωρίς διάκριση μεταξύ εισφορών ασφαλισμένων και εργοδοτικών εισφορών, δ) παρατίθεται το εδάφιο θ του όρου περί του ότι το φιλοδώρημα συνιστά τακτική αποδοχή, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες, μεταξύ των οποίων ο συνυπολογισμός του στις έκτακτες αποδοχές, στα επιδόματα δώρων εορτών, αποζημιώσεις άδειας κ.λπ.) ε) το αδιανέμητο υπόλοιπο δεν συνιστά έσοδο του εργοδότη, αλλά των εργαζομένων του, και στ) εξευρίσκεται μετά την αφαίρεση από αυτό των υποχρεώσεων του εργοδότη απέναντι στους εργαζομένους υπολογιζομένης της αύξησης των τακτικών αποδοχών τους λόγω του φιλοδωρήματος στις πάσης φύσεως αμοιβές τους, αλλά και των επ' αυτών οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, την έννοια των οποίων η νεότερη απόφαση παραθέτει με αναλυτικότερη διατύπωση, επισημαίνοντας τη σημασία του φιλοδωρήματος ως τακτικής αποδοχής που προσαυξάνει τα δώρα εορτών, αμοιβή υπερωριών, νυχτερινών κ.λπ., τούτο δε το πράττει εξειδικεύοντας τις σκέψεις της 838/2019 απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, όπως αυτές προέκυψαν με την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Αβάσιμη είναι και η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το ορισμένο της αγωγής, εφόσον η κρίση της για το ορισμένο εμπεριέχεται στην κρίση της για τη νομική βασιμότητα αυτής, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Τέλος, κατά τα ομοίως αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, τα αιτήματα των αναιρεσειόντων περί ανακλήσεως της παραπεμπτικής απόφασης και παραπομπής του ζητήματος στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δεν βρίσκουν έρεισμα στο νόμο και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω η έφεση έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 499, 511, 518, 520 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους με το άρθρο τρίτο, άρθρο 1 ν. 4335/2015), πριν παρέλθει τριετία από την έκδοση της 2358/2011 εκκαλούμενης απόφασης, της οποίας οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση ούτε προκύπτει αυτή από τα έγγραφα της δικογραφίας και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, κατά τα διαγραφόμενα από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις όρια (άρθρα 579, 580 παρ. 3 και 4 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., 3 παρ. 2 του ν. 2190/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946) προκύπτει ότι τα προαιρετικώς καταβαλλόμενα στον εργαζόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδωρήματα, έναντι της παρεχόμενης σ` αυτούς εξυπηρέτησης, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν, βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ο πρώτος παρέχει στο δεύτερο τη δυνατότητα να λαμβάνει τα φιλοδωρήματα και αυτά εισπράττονται τακτικά, έτσι ώστε να επαυξάνουν τις αποδοχές του (ΑΠ 4/2012, ΑΠ 1811/2011, 177/2001, 13/1992).

Εξ άλλου με το άρθρο 3 παρ. 8 εδ. τελ. του ν. 2206/1994 "Ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία, έλεγχος καζίνων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 62) ορίσθηκε ότι με υπουργική απόφαση ρυθμίζεται η λήψη φιλοδωρημάτων από το προσωπικό (των καζίνο). Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, με το άρθρο 9 παρ.1 της κατά τον επίδικο χρόνο (2005 - 2008) ισχύουσας με αριθ.

Τ/6736/1 Ιουλίου 2003 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης "Κανονισμός Διοικητικού Ελέγχου και Εποπτείας της λειτουργίας των Καζίνο" (ΦΕΚ Β 929/4.7.2003), που αντικατέστησε την με αυτή καταργηθείσα προηγουμένη με αριθ. 962/17.5.1995 απόφαση του Υπουργού Τουρισμού (ΦΕΚ Β 440/1995), ρυθμίζονται τα της λήψης φιλοδωρημάτων από τους τεχνικούς υπαλλήλους τυχερών επιτραπέζιων παιχνιδιών εκ μέρους των παικτών του Καζίνο.

Με τη διάταξη αυτή ορίζεται ειδικότερα ότι: "Οι παίκτες του Καζίνο επιτρέπεται, κατά την διεξαγωγή των επιτραπέζιων παιχνιδιών, να δίνουν με δική τους βούληση και πρωτοβουλία φιλοδώρημα. Κανένας υπάλληλος των επιτραπέζιων παιχνιδιών δεν επιτρέπεται να λαμβάνει το φιλοδώρημα ιδιαιτέρως ή ατομικώς για αποκλειστικά ίδιο όφελος (εδ.

α). Τα φιλοδωρήματα λαμβάνονται από τον κρουπιέρη, πρέπει δε να ρίπτονται αμέσως από αυτόν σε κουτί φιλοδωρημάτων (TIP'S BOX) των τραπεζιών παιχνιδιών (εδ. β). ...(εδ. γ). Μετά τη λήξη των επιτραπέζιων παιχνιδιών και κατά το κλείσιμο των τραπεζιών, το περιεχόμενο κάθε κουτιού φιλοδωρημάτων καταμετράται και καταγράφεται, ξεχωριστά ανά τραπέζι, στο ημερήσιο δελτίο φιλοδωρημάτων.

Στη διαδικασία αυτή παρίσταται υποχρεωτικά εντεταλμένος για έλεγχο υπάλληλος της Διεύθυνσης Καζίνο, ο οποίος υπογράφει το δελτίο φιλοδωρημάτων και κρατά ένα αντίγραφο αυτού. Οι καταμετρημένες μάρκες και το δελτίο φιλοδωρημάτων παραδίδονται στο ταμείο του Καζίνο (εδ. δ). Το φιλοδώρημα κατανέμεται μηνιαία αποκλειστικά μεταξύ των υπαλλήλων των επιτραπέζιων παιχνιδιών, όπως ειδικότερα ορίζεται από τη Σύμβαση Εργασίας των υπαλλήλων με το Καζίνο (εδ.

ε). Δεν επιτρέπεται στο Καζίνο να κατανέμει στους υπαλλήλους που εργάζονται στα τμήματα του Κλειστού Συστήματος Οπτικοακουστικής Παρακολούθησης (C.C.T.V.) και Ασφάλειας - Φύλαξης (Security) ποσοστό φιλοδωρημάτων που προέρχονται από τα επιτραπέζια τυχερά παιχνίδια (εδ. στ)". Εξ άλλου στο παράρτημα Α των από 20.10.2003, 2.6.2005 και 21.5.2007 επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ε.σ.σ.ε.), που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο (2005 -2008) και ειδικότερα από 1.9.2003 έως 31.12.2005 η πρώτη (άρθρ.13 αυτής), από 1.1 έως 31.12.2006 η δεύτερη (η οποία παρέτεινε την ισχύ της πρώτης μέχρι 31.12.2006) και από 1.1.2007 έως 31.12.2008 η τρίτη (άρθρ. 12 αυτής), καθορίσθηκαν ειδικότερα οι όροι εργασίας και αμοιβής των τεχνικών υπαλλήλων τυχερών επιτραπέζιων παιχνιδιών καζίνο που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας Α.Ε.", στο πλαίσιο συλλογικών συμφωνιών που καταρτίσθηκαν μεταξύ της τελευταίας και του Πανελλαδικού Σωματείου Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων και οι οποίοι, κατ' άρθρο 8 ν. 1876/1990, δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Με το άρθρο 5 της πρώτης εσσε και το ομοίου περιεχομένου με μικρές διαφοροποιήσεις άρθρο 4 της τρίτης εσσε ορίσθηκαν σχετικά τ' ακόλουθα, όσον αφορά τα φιλοδωρήματα: Α) τα φιλοδωρήματα που προβλέπονται στο άρθρο 9 της Τ/6736/1.7.2003 (ΦΕΚ 929/Β/4.7.2003) απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης (νυν Τουριστικής Ανάπτυξης) [στην πρώτη από 20.10.2003 ε.σ.σ.ε.

γίνεται μνεία του άρθρου 16 της - προηγουμένης - 962/17.5.95 ΦΕΚ Β 18.5.95 Υ.Α.] διανέμονται μηνιαίως και μέχρι ύψους 425.532 ευρώ για το καζίνο ως εξής, [καταργουμένης κάθε σχετικής προηγουμένης ρύθμισης - η φράση αυτή προστέθηκε με την τελευταία εσσ.]: 1) Σε ποσοστό 70% μεταξύ των αμειβομένων, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει 15 έτη προϋπηρεσία στα Καζίνο της Ελλάδας. 2) Σε ποσοστό 50% μεταξύ των αμειβομένων, οι οποίοι προσλαμβάνονται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 2003. 3) Το δε υπόλοιπο ποσοστό 30% ή και 50% κατά περίπτωση, παραμένει στα έσοδα του καζίνο για την κάλυψη μέρους των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων.

Σε περίπτωση που το μηνιαίο φιλοδώρημα για το καζίνο υπερβεί το ποσό των 425.532 ευρώ, η κατά τα παραπάνω κατανομή του υπερβαίνοντος τα 425.532 ευρώ φιλοδωρήματος θα γίνεται κατά ποσοστό 60% στους εργαζομένους και 40% στον εργοδότη, για την περίπτωση (1) ανωτέρω. Β) Στη διανομή του φιλοδωρήματος δεν συμμετέχουν α) όσοι δεν ασκούν πραγματική υπηρεσία ως τεχνικοί παιγνίων στα επιτραπέζια παίγνια και για όσο χρόνο διαρκεί η μη πραγματική απασχόλησή τους στα επιτραπέζια παίγνια και β) οι μη συμπληρώσαντες δύο μήνες υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της προϋπηρεσίας των (νεοπροσλαμβανόμενοι), γ) Η διανομή των φιλοδωρημάτων γίνεται με μοναδικό κριτήριο το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας σε καζίνο της Ελλάδας με την ειδικότητα του τεχνικού παιγνίων στα επιτραπέζια παίγνια ως εξής:

Με τη συμπλήρωση δύο μηνών λαμβάνεται ένας πόντος και στη συνέχεια ένας πόντος ανά δύο μήνες μέχρι και τη συμπλήρωση του 24ου μήνα. Δηλαδή σύνολο χορηγουμένων πόντων με τη συμπλήρωση του δεύτερου έτους δώδεκα (12) πόντοι συνολικά. Με τη συμπλήρωση του τρίτου έτους ένας πόντος για κάθε έτος, μέχρι τη συμπλήρωση του ενάτου χρόνου (δηλ.

για τα εννέα έτη συμπληρωμένα λαμβάνονται 19 πόντοι συνολικά). Από το δέκατο έτος και εφεξής και μέχρι τέλους υπηρεσίας, χορηγείται ένας πόντος ανά δύο έτη. δ) Για κάθε αδικαιολόγητη απουσία θα περικόπτεται το 1/22 του μηνιαίου ποσού φιλοδωρημάτων που αναλογούν στον εργαζόμενο που απουσίασε. ε) Τα ποσά των φιλοδωρημάτων που αφαιρούνται θα μεταφέρονται στον επόμενο μήνα και θα προστίθενται στο διανεμητέο ποσό του μήνα αυτού.

στ) Σε περίπτωση ασθενείας, τα αναλογούντα στον εργαζόμενο φιλοδωρήματα χορηγούνται κανονικά για το χρονικό διάστημα απουσίας λόγω ασθενείας, σύμφωνα με την ισχύουσα εργατική νομοθεσία (25 ημέρες). ζ) Τα φιλοδωρήματα καταβάλλονται στην εργαζομένη και καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και λοχείας, εφόσον βρίσκεται σε νόμιμη άδεια.

η) Τα φιλοδωρήματα καταβάλλονται και στις ημέρες ρεπό που προβλέπονται από την παρούσα, τις ημέρες αδείας μετ' αποδοχών που προβλέπονται από την παρούσα, την εργατική νομοθεσία καθώς και τις ημέρες συνδικαλιστικής αδείας. θ) Τα φιλοδωρήματα, ως κυμαινόμενες μηνιαίες αποδοχές, αποτελούν μέρος των μηνιαίων τακτικών αποδοχών και λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό δώρων εορτών, επιδόματος αδείας, αμοιβής για νυχτερινή απασχόληση, απασχόληση καθ' ημέρα Κυριακή και αργία, υπερωριακή απασχόληση και λοιπών υποχρεώσεων του εργοδότη που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία.

ι) Κατά τις ημέρες που η επιχείρηση Καζίνο παραμείνει εκτός λειτουργίας από υπαιτιότητα του εργοδότη, το διανεμητέο φιλοδώρημα συμπληρώνεται από τον εργοδότη μέχρι του ύψους του μέσου όρου των τελευταίων 12 μηνών [Ρητά συμφωνείται ότι στην περίπτωση αυτή δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση ανωτέρας βίας και δυσμενών καιρικών συνθηκών - το εδάφιο αυτό προστέθηκε στην τρίτη από 21.5.2007 εσσε)] .

κ) Ο εργοδότης παραδίδει στο Σωματείο στο τέλος κάθε μήνα ημερήσιο και μηνιαίο δελτίο φιλοδωρήματος, καθώς και αναλυτικό μηνιαίο πίνακα κατανομής φιλοδωρημάτων". Επομένως η αγωγή, με το περιεχόμενο που εκτέθηκε ανωτέρω, και αίτημα την καταβολή του αδιανέμητου υπολοίπου στους εργαζομένους της εναγομένης, που είχαν την ειδικότητα των τεχνικών επιτραπέζιων τυχερών παιγνίων, είναι νόμιμη, στηριζόμενη αφενός στις προπαρατεθείσες, κανονιστικού περιεχομένου, διατάξεις των εσσε, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ. 1 της Τ/6736/1.7.2003 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης, με την οποία προβλέφθηκε η διανομή του φιλοδωρήματος, και αφετέρου στις γενικές διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653, 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 ν. 2190/1920, 5 παρ. 1 ν. 3198/1955 και 1 της 95/1049 Διεθνούς Συμβάσεως περί προστασίας του ημερομισθίου που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/1946).

Συνακολούθως, η εκκαλουμένη που απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη και ως αόριστη, θεωρώντας ότι α) μόνο μια διανομή των φιλοδωρημάτων γίνεται μεταξύ των εργαζόμενων και της εναγομένης, η οποία χρησιμοποιεί το μέρος που τής αναλογεί για την κάλυψη μέρους των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζόμενων, χωρίς τούτο να είναι απόλυτο, αφού το ποσό που τής αναλογεί αποτελεί έσοδό της και ότι με τη διανομή εξαντλείται το σύνολο του ποσού, ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για δεύτερη διανομή του ή επιστροφή του σύμφωνα με τις διατάξεις των εσσε και β) ότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η εναγομένη οφείλει να αποδώσει τις αντιστοιχούσες στα ποσά των φιλοδωρημάτων εργοδοτικές εισφορές αυτά θα έπρεπε να αναφέρονται κατά μήνα και κατά εργαζόμενο στην αγωγή για να είναι ορισμένη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων και πρέπει να εξαφανισθεί, κατ' αποδοχή αμφοτέρων των λόγων της έφεσης ως και ουσιαστικά βάσιμων.

Περαιτέρω η υπόθεση πρέπει να διακρατηθεί και η αγωγή να ερευνηθεί για την ουσιαστική της βασιμότητα Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και εάν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2002, 8/2001, ΑΠ 308/2020). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 626/2020, 472/2020).

Η εναγομένη πρότεινε παραδεκτά, κατ' άρθρο 591 παρ. 1δ ΚΠολΔ, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων την οποία στήριξε στα εξής πραγματικά περιστατικά: α) Ότι οι ενάγοντες ουδέποτε προέβαλαν οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών τους, από της προσλήψεως τους και έως το 2010, ενώ οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποί τους λάμβαναν στο τέλος κάθε μήνα αναλυτική κατάσταση του ύψους και του τρόπου διανομής του μηνιαίου φιλοδωρήματος, χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε παρατήρηση ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του επίμαχου όρου της σσε, β) το σωματείο των εργαζομένων που συνυπέγραψε τις συλλογικές συμβάσεις επιβεβαίωνε την ορθότητά τους με τα έγγραφα που απέστελνε σε τακτά χρονικά διαστήματα και στα συμβατικά κείμενα που είχε συνυπογράψει (μεταξύ των οποίων το πρακτικό συμφωνίας του έτους 2007), ενισχύοντας την εδραία και εύλογη πεποίθησή της περί της ορθής εφαρμογής της σσε, ενώ δεν προσέφυγε στον ΟΜΕΔ ή σε άλλο δικαιοδοτικό όργανο για να επιδιώξει ερμηνεία του επίμαχου όρου, γ) ότι η ίδια είχε την εύλογη και αδιατάρακτη πεποίθηση ότι εφάρμοζε ορθά τον όρο της σσε, αν δε είχε αντιληφθεί ότι αυτός επιδεχόταν διαφορετικής ερμηνείας θα αρνούνταν να υπογράψει τις επόμενες σσε με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και δ) ότι οι συνέπειες τυχόν αποδοχής της αγωγής θα είναι επαχθείς και καταστροφικές και την οικονομική της θέση, δεδομένου ότι το συνολικώς αιτούμενο κεφάλαιο των απαιτήσεων (που διεκδικούνται και από άλλους εργαζομένους της-παραθέτει είκοσι μία συνολικά αγωγές) υπερβαίνει το ποσό των 14.000.000 ευρώ.

Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω ένσταση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ καθώς, ούτε το διάστημα που μεσολάβησε (περί τα έξι μόλις έτη) ήταν αρκετά μακρύ, ώστε να δημιουργήσει παγιωμένη κατάσταση, η οποία δεν δύναται να ανατραπεί, ούτε αναφέρεται ότι οι ενάγοντες είχαν (ατομικά και όχι μόνο μέσω των συνδικαλιστικών τους εκπροσώπων) σαφή γνώση των αποτελεσμάτων της διαχείρισης των ποσών των φιλοδωρημάτων τους από την αναιρεσίβλητη, η οποία της είχε ανατεθεί μέσω των συλλογικών συμβάσεων και ωστόσο επέλεξαν να μην τα διεκδικήσουν, ούτε περιγράφεται ότι επέδειξαν συμπεριφορά που θα μπορούσε να δημιουργήσει εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν θα ασκήσουν τα δικαιώματά τους, ούτε, τέλος, οι επιπτώσεις από τη άσκηση των δικαιωμάτων των συγκεκριμένων εναγόντων μπορούν να προκαλέσουν στην εναγομένη τόσο επιζήμιες συνέπειες, ώστε να επιβάλλεται η θυσία τους.

Επομένως, η ένσταση πρέπει να απορριφθεί.

Με το άρθρο 15 του ν. 4842/2021, το οποίο ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο (βλ. τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 120 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι "Η ισχύς του Μέρους Α` και των άρθρων 116 και 119 του Μέρους Δ` αρχίζει την 1η.1.2022"), η διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης που έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν επιβάλλεται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αντικαταστάθηκε και έλαβε την ακόλουθη μορφή:

Παρ 1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης.

Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. Παρ. 2. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία ορίζεται το συντομότερο δυνατό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν και παρ 3. Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο.

Σε προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη επί των ζητημάτων της παρ. 1. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.", ενώ κατά το άρθρο 591 παρ. 4 ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, όπως η προκείμενη, όπως και αυτό ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, η δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, του παρέχεται κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 237.

ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη αυτή ως είχε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης (άρθρο 12 του ν. 4842/2021, ομοίως εφαρμοζόμενο από 1.1.2022): "Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου (που όμως αφορά στην τακτική διαδικασία και δεν εφαρμόζεται στην παρούσα), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη στην οποία προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.

Η καταχώριση της διάταξης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων...". Από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, συνδυασμένων μεταξύ τους, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να προσφύγει στην επανάληψη της δίκης για να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, την οποία οφείλει να προκαλέσει με απλή διαταγή και χωρίς να εκδώσει σχετική απόφαση.

Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, που η κρίση του Δικαστηρίου περί της ανάγκης διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, προϋποθέτει την έκδοση απόφασης περί του παραδεκτού και του νόμω βάσιμου του ενδίκου βοηθήματος, η αρχή της οικονομίας της δίκης επιβάλλει την παροχή δυνατότητας στο δικαστήριο να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ με την έκδοση της σχετικής απόφασης, (και όχι απλής διάταξης) συμπεριλαμβάνοντας σε αυτήν, μαζί με τα άλλα ζητήματα που επιλύει με οριστικές διατάξεις και διάταξη περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, την οποία και κρίνει αναγκαία για τη διαμόρφωση ασφαλούς δικανικής πεποιθήσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τη μελέτη της δικογραφίας, προκύπτει ότι είναι αναγκαία η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για να ελεγχθεί η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και ειδικότερα η διαπίστωση της ύπαρξης τυχόν υπολοίπου, μετά την πρώτη διανομή του ποσού των φιλοδωρημάτων, το οποίο θα πρέπει να αναδιανεμηθεί στους ενάγοντες, κατά το ποσό που αναλογεί στον καθένα χωριστά, αφού αφαιρεθεί το σύνολο των προσαυξήσεων στις έκτακτες αποδοχές τους, στα επιδόματα δώρων εορτών και άδειας και στην αποζημίωση αδείας, και, τέλος, το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογεί στις αποδοχές τους, όπως αυτές διαμορφώνονται μετά την προσαύξηση του φιλοδωρήματος.

Δεδομένου ότι η εναγομένη δεν αμφισβητεί ειδικώς τους πόντους που φέρονται να έχουν συγκεντρώσει οι ενάγοντες και το ποσό των φιλοδωρημάτων που έλαβαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και το ποσοστό της παρακράτησης επί του φιλοδωρήματος με την πραγματογνωμοσύνη θα πρέπει να διαπιστωθεί το σύνολο του φιλοδωρήματος που εισπράχθηκε από την εναγομένη, το ποσό που κατανεμήθηκε ανάμεσα σε αυτήν και όλους τους εργαζομένους της επιχείρησης κατά 70 ή 50% αντίστοιχα, το σύνολο της προσαύξησης που το φιλοδώρημα επέφερε στις πάσης φύσεως αποδοχές των εργαζομένων (τακτικές, έκτακτες και επιδόματα δώρων εορτών και αδείας) και το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών δηλαδή των εργοδοτικών εισφορών και των εισφορών των ασφαλισμένων που αντιστοιχούν σε αυτές.

Οι υπολογισμοί θα πρέπει να γίνουν κατά μήνα και να αναφέρονται σε όλο το επίδικο διάστημα.

Συνεπώς, πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 254 ΚΠολΔ, και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 2358/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την αγωγή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να διενεργηθεί, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, πραγματογνωμοσύνη.

ΔΙΟΡΙΖΕΙ πραγματογνώμονες τους: 1) Γ. Δ. του Ν. ... Οικονομολόγο με ειδίκευση σε θέματα λογιστικής εργατικών και εμπορικών διαφορών, 2) Δ. Μ. του Ν., ..., Οικονομολόγο-Λογιστή, Φοροτεχνικό Α' τάξεως, που περιέχονται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και οι οποίοι, αφού δώσουν τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σε δημόσια συνεδρίασή του και σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την προς αυτούς νόμιμη κοινοποίηση της παρούσας απόφασης και αφού λάβουν υπόψη τους τις μνημονευόμενες στο σκεπτικό συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, θα γνωμοδοτήσουν για τα εξής:

α) το ύψος των φιλοδωρημάτων που εισπράχθηκαν από την εναγομένη τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2008, β) το ποσό κατά το οποίο τα φιλοδωρήματα προσαύξησαν τις έκτακτες και λοιπές αποδοχές του συνόλου των εργαζομένων ως τεχνικών επιτραπέζιων παιγνίων στην επιχείρηση, γ) την προσαύξηση που επέφεραν στις ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και ασφαλισμένων) του συνόλου των εργαζομένων ως τεχνικών επιτραπέζιων παιγνίων στην επιχείρηση, δ) το ποσό που διανεμήθηκε στους ως άνω εργαζoμένους ως φιλοδώρημα, ε) εάν μετά την αφαίρεση των υπό στοιχεία β', γ', και δ' ποσών από το υπό στοιχείο α' ποσό απέμεινε υπόλοιπο προς περαιτέρω διανομή και στ) σε περίπτωση θετικής απάντησης στο υπό στοιχείο ε' ερώτημα, πώς κατανέμεται το ποσό αυτό ανά μήνα, στο διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2008.

Την έγγραφη αιτιολογημένη γνωμοδότησή τους, θα περιλάβουν σε έκθεση την οποία πρέπει να καταθέσουν στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την όρκισή τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ