Legislator Case Law & Legislation
1055/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on costs as legal fees are not excessive and loss of litigation is not a constitutional violation.

Case Number 1055/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding litigation costs. The appellant argued that the €1,000 cost award for the opposing party was excessive and violated constitutional rights, while the opposing heirs contended the amount was legally justified. The court ruled that such costs do not constitute a violation of property rights or constitutional guarantees and that the trial court was not required to provide specific reasoning for the cost assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100 et seq. of the Code of Lawyers; Article 176, 183 of the Code of Civil Procedure: The award of litigation costs to the losing party does not violate constitutional property rights or European Convention obligations, and the trial court is not required to provide specific reasoning for the cost assessment.

Keywords

AI generated
litigation costs legal fees constitutional property rights Code of Civil Procedure litigation expenses appeal admissibility court reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of the Constitution
Article 2 of Law 796/1971
Article 1 of Additional Protocol 1 to the European Convention on Human Rights
Articles 100 et seq. of the Code of Lawyers
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1055 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1055/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Γ. , κατοίκου Αθηνών. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μηλιαράκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 05.11.2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Φ. του Δ. , κατοίκου Αθηνών, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος Δ. Φ. , 2) Κ. Φ. του Δ. , κατοίκου Αθηνών, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος Δ. Φ. και 3) Ε. χήρας Δ. Φ. . , το γένος Η. Κ. , κατοίκου … Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χαιρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.01.2010 αγωγή της ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου και του αρχικού διαδίκου Δ. Φ. , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 4702/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2432/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17.01.2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του Συντάγματος, «Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο». Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, «μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά και με την άδειά της επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ’ αυτή». Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του ΝΔ 796/1971, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 7 του από 18.01.1975 Δ’ ψηφίσματος της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και στη συνέχεια με το άρθρο 112 παρ. 1 του Συντάγματος, αναφορά, κατά την έννοια του άρθρου 20 του κειμένου του Συντάγματος του 1968, που είχε παρόμοια διατύπωση με αυτή του προαναφερόμενου άρθρου 10 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, θεωρείται το έγγραφο, το οποίο διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παράλειψης κάποιας αρχής ή οργάνου της, εκτός από εκείνες που αφορούν κυβερνητικές πράξεις, και το οποίο περιέχει αμέσως η εμμέσως αίτηση για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης.

Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, δεν θεωρείται οπωσδήποτε αναφορά: (α) αίτηση για παροχή απλών πληροφοριών, (β) ένδικο μέσο ή δικαστική πράξη ενώπιον κάθε δικαστηρίου και (γ) ενδικοφανής προσφυγή, προβλεπόμενη από το νόμο.

Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ίδιου ΝΔ 796/1971, η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή στην προϊσταμένη της αρχή ή σ’ αυτή που την εποπτεύει.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι τότε μόνο ορισμένο έγγραφο έχει το χαρακτήρα της αναφοράς ώστε η ποινική δίωξη εκείνου που την υποβάλλει να υπόκειται στις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του Συντάγματος, όταν: (α) περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παράλειψης κάποιας αρχής ή οργάνου της, (β) περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης και (γ) απευθύνεται σε αρχή, η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από το νόμο αρμόδια και υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει επιζήμιες συνέπειες, που επήλθαν από την ενέργεια ή την παράλειψη. Η αναφορά λαμβάνει την μορφή μήνυσης, οπότε δεν απαιτείται να τηρηθούν οι ως άνω προϋποθέσεις για την άσκηση της ποινικής δίωξης, όταν κοινοποιηθεί και στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Αν παρά το γεγονός ότι συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ότι, δηλαδή, πρόκειται για αναφορά κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, ασκήθηκε κατά του υποβαλόντος την αναφορά ποινική δίωξη, χωρίς να έχει δοθεί σχετική άδεια της αρχής προς την οποία απευθύνθηκε, πρέπει αυτή (ποινική δίωξη), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41, 54 και 370 εδ. γ’ του ΚΠΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη (ΟλΑΠ 1245/1986, ΑΠ 1494/2007, ΑΠ 650/2015).

Από καμία, όμως, διάταξη του ν.δ/τος 796/1971, δεν τίθεται ως δικονομική προϋπόθεση άσκησης της αγωγής αστικής αξίωσης από θιγόμενο με την άνω αναφορά πρόσωπο η προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής (ΑΠ 1412/2019), πολύ περισσότερο δε όταν σε μία τέτοια αναφορά διαλαμβάνονται συκοφαντικοί ισχυρισμοί σε βάρος του αναφερόμενου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθ. 1, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 10 του Συντάγματος. Ειδικότερα, ισχυρίζεται με το λόγο αυτό ότι το Εφετείο, κακώς ερμηνεύοντας το συνταγματικό του δικαίωμα αναφέρεσθαι στις Αρχές και το συνυφασμένο με αυτό δικαίωμα έκφρασης γνώμης, θεώρησε ότι οι αναφορές του στις αρμόδιες αρχές συνιστούν αδικοπραξία θεμελιώνοντας δικαίωμα αποζημίωσης κατά παράβαση του δικαιώματος ελεύθερης πρόσβασής του άνευ δυσμενών συνεπειών στις Δημόσιες Αρχές.

Με το περιεχόμενο αυτό ο προκείμενος λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, καθόσον, παρότι γίνεται επίκληση κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δη του άρθρου 10 του Συντ., σε κάθε δε περίπτωση δεν εξειδικεύονται έστω οι συγκεκριμένες αναφορές στις αρμόδιες αρχές, κατά περιεχόμενο και αρχή στην οποία απευθύνονταν, ώστε να μπορεί να κριθεί αν κατ’ αρχάς κάθε μία από αυτές έχει τα στοιχεία της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 παρ. 2 του Συντ.

αναφοράς, ήτοι α) περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παράλειψης κάποιας αρχής ή οργάνου της, β) περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης και γ) απευθύνεται σε αρχή, η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από το νόμο αρμόδια και υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από την ενέργεια ή παράλειψη, και περαιτέρω αν έλαβε χώρα εσφαλμένη ή μη εφαρμογή του άρθρου 10 του Συντ.

[II] Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, «πράγματα» που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι’ αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, «αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι κατά το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκαλουμένη απόφαση με μόνη την κατ’ άρθρο 532 ΚΠολΔ τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του εναγομένου τεκμήριο ομολογίας. Επομένως, αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών – εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ενώ, κατά το άρθρο 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσία, μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο (αντίθετης) δικής του έφεσης ή αντέφεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα «κεφάλαια» και ότι ως προς τα «κεφάλαια» αυτά (τα οποία μεταβιβάζονται ολόκληρα αδιαιρέτως στο εφετείο), μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην εκ του άρθρου 536 του ΚΠολΔ αρχή της «μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος». «Κεφάλαιο» θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 1290/2019, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 6/2017, ΑΠ 132/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:

Ο ήδη αποθανών Δ. Φ. και η σύζυγός του Ε. Φ. , τρίτη των αναιρεσιβλήτων, άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος την από 21.01.2010 αγωγή τους, με την οποία, επικαλούμενοι ότι ο εναγόμενος προέβη στις αναφερόμενες ψευδείς εις βάρος τους καταγγελίες στο Αστυνομικό Τμήμα …, στο Νομάρχη Μαγνησίας, στην Πολεοδομία … και στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας …, εν γνώσει του ψεύδους των διαλαμβανομένων σ’ αυτές γεγονότων και με σκοπό τη σπίλωση της τιμής και υπόληψής τους, ζήτησαν (α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή της προσωπικότητάς τους και να μην την επαναλάβει στο μέλλον και (β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον καθένα τους το ποσό των 150.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της τιμής και υπόληψής τους.

Μετά την άσκηση της αγωγής και δη την 18.10.2010 απεβίωσε ο πρώτος των άνω εναγόντων, Δ. Φ. , ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. Φ. , κατά τα 2/8 και από τα τέκνα του Χ. Φ. και Κ. Φ. , κατά τα 3/8 κάθε μία από αυτές, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομία και συνέχισαν τη δίκη. Με την 4702/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, εκτός από το αίτημα άρσεως της προσβολής και μη επανάληψής της στο μέλλον, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των εναγόντων, και, ακολούθως, λόγω της τεκμαιρόμενης ομολογίας των πραγματικών περιστατικών της αγωγής συνεπεία της ερημοδικίας, και αφού λήφθηκαν υπόψη το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος και η περιουσιακή και οικονομική κατάσταση των μερών, βάσει των οποίων κρίθηκε ότι πρέπει να καθορισθεί η μη καλυπτόμενη από το τεκμήριο της ερημοδικίας χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων στο ποσό των 4.000 ευρώ για τον καθένα, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 8.000 ευρώ και δη σε κάθε μία από τις Χ.

Φ. και Κ. Φ. το ποσό των 1.500 ευρώ και στην Ε. χήρα Δ. Φ. το ποσό των 5.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση μόνο ο εναγόμενος που ερημοδικάστηκε, με την οποία, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, ισχυρίζεται ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έσφαλε καθόσον:

(1) εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής υπέλαβε εσφαλμένα ότι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αίτημά της αναφέρονται κατά τρόπο ορισμένο στο δικόγραφο, με αποτέλεσμα να θεωρήσει την αγωγή ορισμένη και να προχωρήσει σε παραπέρα εξέτασή της, ενώ με σωστή εκτίμηση του δικογράφου έπρεπε να την θεωρήσει αόριστη και να την απορρίψει, και

(2) τα όσα περιέλαβε στις επίδικες καταγγελίες του δεν ήταν ψευδή και ως εκ τούτου σε καμία παράνομη πράξη δεν προέβη και μάλιστα με σκοπό προσβολής της τιμής και υπόληψης των αντιδίκων του, αλλά στις αναφορές – καταγγελίες του προέβη και προστασία του δικαιώματός του, με συνέπεια να μη θεμελιώνεται η επικαλούμενη από τους ενάγοντες προσβολή της προσωπικότητάς του και άρα η δημιουργία αξίωσης αποζημίωσης, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, υποχρεώνοντάς τον να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 8.000 ευρώ.

Για τους διαλαμβανόμενους ως άνω λόγους ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του, να μεταρρυθμιστεί και εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή των αντιδίκων του (αναιρεσιβλήτων), προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, επικουρικά δε ως νόμω και ουσία αβάσιμη.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος εναγομένου, εξαφάνισε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 528 ΚΠολΔ την εκκαλουμένη λόγω του ότι ο εκκαλών επικαλούνταν, μεταξύ άλλων, και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δικάζοντας την αγωγή, κατά τη διάταξη του άρθρου 535 παρ.1 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι αυτή είναι νόμιμη, εκτός από (α) το αίτημα άρσεως της προσβολής και μη επανάληψής της στο μέλλον, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των εναγόντων και (β) το αίτημα για καταβολή της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποίησης εντόκως, λόγω μη παραδεκτής προβολής του από τους ενάγοντες.

Ακολούθως, κρίνοντας επί της ουσίας δέχθηκε ότι τα διαλαμβανόμενα στις καταγγελίες του εναγόμενου γεγονότα περί καταπάτησης του αναφερόμενου δρόμου και ακινήτου του από τους ενάγοντες είναι ψευδή και αυτός τα ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναλήθειάς τους με σκοπό να βλάψει την προσωπικότητά τους, με συνέπεια να είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι προέβη στις καταγγελίες του κατά των εναγόντων προς ενάσκηση και προστασία νομίμου δικαιώματός του, και ότι από τις άδικες αυτές πράξεις του εναγόμενου υπέστησαν οι ενάγοντες ηθική βλάβη για την οποία δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης.

Αφού δε έλαβε υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης των εναγόντων, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας με τη μακροχρόνια ψυχική ταλαιπωρία των εναγόντων και την εμπλοκή τους σε δικαστικούς αγώνες, τη βαρύτητα του πταίσματος και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση των μερών, έκρινε ότι καθένας των αρχικώς εναγόντων δικαιούται το ποσό των 6.000 ευρώ και με βάση το νόμιμο ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομίας εκ 2/8 και 3/8 των κληρονόμων του θανόντος πρώτου ενάγοντος η Χ.

Φ. δικαιούται το ποσό των 2.250 ευρώ, η Κ. Φ. δικαιούται το ποσό των 2.250 ευρώ και η δεύτερη ενάγουσα το ποσό των (6.000 + 1.500) 7.500 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων ως κληρονόμων του Δ. Φ. το ποσό των 2.250 ευρώ και στην άλλη ενάγουσα το ποσό των 7.500 ευρώ, επέβαλε δε εις βάρος του εκκαλούντος-εναγομένου μέρος της δικαστικής δαπάνης των εφεσιβλήτων-εναγόντων, την οποία όρισε στο ποσό των 1.000 ευρώ.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αγωγή μεταβιβάστηκε στο Εφετείο κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά το οποίο είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Αφού, λοιπόν, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το κεφάλαιο αυτό (ολόκληρο και αδιαιρέτως), μπορούσε το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην αρχή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ της «μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος», όπως και έκανε, αφού έκρινε ότι καθένας των αρχικώς εναγόντων δικαιούται το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντί του ποσού των 4.000 ευρώ που είχε επιδικασθεί σε καθένα των αρχικώς εναγόντων με την πρωτόδικη απόφαση.

Συνεπώς, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή, παρά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, το Εφετείο δεσμευόταν από το μεταβιβαστικό περιεχόμενο της εφέσεως και δεν μπορούσε να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα πέραν των ήδη προσβαλλομένων κονδυλίων των 1.500 ευρώ για τις δύο πρώτες των αναιρεσιβλήτων και των 5.000 ευρώ για την τρίτη, που κατά το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης είχαν εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς να ασκηθεί έφεση ή αντέφεση από τους αντιδίκους του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά τη γνώμη, ωστόσο, ενός μέλους του δικαστηρίου και δη του Αρεοπαγίτη Κυριάκου Μπαμπαλίδη, έπρεπε να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους εξής λόγους:

Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/2011, «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως».

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η «τυπική» παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018).

Η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης γίνεται, κατά την άνω διάταξη, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης. Και με τη διάταξη αυτή εφαρμόζεται η καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή τα διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, την οποία αρχή ρυθμίζει ειδικά η διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ.

Έτσι, στην περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς ανάγκη να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ’ ουσίαν, κάποιος λόγος της έφεσης.

Όμως, η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος, ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που ο τελευταίος προβάλλει, ως υπεράσπιση, κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 6/2017).

Επομένως, ως προς τα μη θιγόμενα με το ένδικο μέσο της έφεσης κεφάλαια, δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υπόθεση και δεν εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση και παρά την τυχόν γενικότητα της διατυπώσεως του διατακτικού της εφετειακής απόφασης και μόνο κατά τα προσβαλλόμενα «κεφάλαια» μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην αρχή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ της «μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος» (ΑΠ 1096/2020, ΑΠ 1290/2019, ΑΠ 579/2018).

Όταν, όμως, το εκκληθέν με την έφεση κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε μερικά δεκτή και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο, ναι μεν μεταβιβάζεται ολόκληρο το κεφάλαιο αδιαιρέτως στο Εφετείο (γι’ αυτό μπορεί να ασκηθεί αντέφεση, καθόσον αφορά στο μέρος του αιτήματος που έγινε δεκτό), το Εφετείο όμως μπορεί να το εξετάσει μόνον κατά το μέρος που πλήττεται με έφεση ή αντέφεση.

Λόγοι δε έφεσης δεν είναι παραδεκτοί (και αν καθ’ υπόθεση υποβάλλονται) εφόσον αναφέρονται στο μέρος του κεφαλαίου της εκκαλουμένης που ωφελεί τον εκκαλούντα. Επομένως, σε περίπτωση παραδοχής λόγου εφέσεως του εναγομένου, χωρίς την άσκηση αντεφέσεως από τον ενάγοντα, η εξαφάνιση της αποφάσεως θα είναι μερική, αποκλειομένης της επιδικάσεως στον εφεσίβλητο - ενάγοντα του μέρους του κεφαλαίου της απαιτήσεως του τελευταίου που απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς την άσκηση εκ μέρους του εφέσεως ή αντεφέσεως (ΑΠ 1344/2015, ΑΠ 261/2012, ΑΠ 496/2010, ΑΠ 1065/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, δεχόμενο το Εφετείο, ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται κάθε ένας των αρχικώς εναγόντων, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, ανέρχεται στο ποσό των 6.000 ευρώ και επιδικάζοντας εν τέλει τα ποσά αυτά, ενώ πρωτοδίκως είχε επιδικασθεί για την αυτή αιτία το ποσό των 4.000 ευρώ σε κάθε έναν των αρχικώς εναγόντων, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εφόσον έλαβε υπόψη ανύπαρκτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, ο οποίος με το προαναφερθέν δικόγραφο της έφεσής του δεν παραπονούνταν καθόλου για το απορριφθέν μέρος της εν λόγω αξίωσης των εναγόντων, δηλαδή για το πέραν των 4.000 ευρώ αιτούμενο από τους ενάγοντες ποσό της χρηματικής τους ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αλλά μόνο για το μέρος της εν λόγω αξίωσης των εναγόντων που έγινε δεκτή, δηλαδή για το ποσό των 4.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα.

Και ναι μεν το εκκληθέν με την έφεση του αναιρεσείοντος κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, που αφορά την αξίωση της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού στους αρχικώς ενάγοντες, μεταβιβάσθηκε ολόκληρο στο Εφετείο αδιαιρέτως, πλην όμως το Εφετείο μπορούσε να το εξετάσει μόνον κατά το μέρος που επλήττετο με την έφεση, δηλαδή μόνο κατά το μέρος του επιδικασθέντος τελικά με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ποσού των 4.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα και όχι και κατά το απορριφθέν επιπλέον αιτούμενο από τους ενάγοντες για την αιτία αυτή ποσό, αφού για το μέρος αυτό δεν παραπονείτο καθόλου ο εναγόμενος με το προαναφερθέν δικόγραφο της έφεσής του.

Δεν μπορούσε, συνεπώς, το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, επιδικάζοντας στους ενάγοντες και μέρος του κεφαλαίου της απαιτήσεως των τελευταίων που απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης, όπως έκανε τελικά, χειροτερεύοντας κατά τον τρόπο αυτό τη θέση του εκκαλούντος, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός.

[III] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών του περί αληθείας των διαλαμβανομένων στις αναφορές – καταγγελίες του και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του πενήντα έξι (56) σχετικά δημόσια έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε ότι όσα έχει καταθέσει σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, ήταν απολύτως αληθή και δη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε: (α) ότι το οικόπεδό του δεν συνόρευε ποτέ με την ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής Ευαγγελιστρίας …, ενώ από τα αναφερόμενα πέντε συμβόλαια που προσκόμισε προέκυπτε το αντίθετο, (β) ότι το ακίνητο του πατέρα του δεν συνόρευε με δρόμο, ενώ από τα ίδια ως άνω συμβόλαια και την υπ' αριθ. 1/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκοπέλου προέκυπτε το αντίθετο, (γ) ότι οι αντίδικοι δεν καταπάτησαν δημόσια έκταση με την ανέγερση πέτρινης περίφραξης του επιδίκου ακινήτου διότι η πέτρινη περίφραξη έγινε στο οικόπεδό τους, ενώ από τα άνω προσκομισθέντα και επικληθέντα δημόσια έγγραφα αποδεικνύονταν ότι οι αντίδικοι κατέλαβαν το μοναδικό παμπάλαιο μονοπάτι της Ιεράς Μονής Ευαγγελιστρίας …, αλλά και ένα μέρος (294 τ.μ.) από την ιδιωτική δασική του έκταση, όπως προέκυπτε και από το υπ' αριθ. 687/14.4.1988 έγγραφο του Δασάρχη Σκοπέλου, που εκδόθηκε σε συνέχεια των λοιπών αναφερομένων δημοσίων εγγράφων.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι οι ενάγοντες καταπάτησαν δύο μονοπάτια που οδηγούσαν το μεν ένα από το οικόπεδό του προς παραπλήσια πηγή, το δε δεύτερο από το οικόπεδό του προς την πόλη της Σκοπέλου, καθώς και ένα κομμάτι του δικού του οικοπέδου με την ανέγερση πέτρινης περίφραξης, προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως ψευδείς τους άνω ισχυρισμούς του εναγομένου, δεχόμενο ότι η επίδικη ανέγερση της περίφραξης έγινε εντός στο οικόπεδο των εναγόντων και όχι σε άλλο οικόπεδο τρίτου (Μονής Ευαγγελιστρίας) ή εν μέρει σ’ αυτό του εναγομένου, « [...] όπως κατέθεσε ως μάρτυς αλλά και ισχυρίστηκε σε διάφορα έγγραφα προς τρίτους κατά τα ανωτέρω [...]», όπως επί λέξει σημειώνεται.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον με την επίκληση τους πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

[IV] Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 - 182 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Επομένως, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 476/2017, ΑΠ 121/2008).

Εξάλλου η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος κατά το οποίο «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας» ούτε του άρθρου 1 εδ.α του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» κατά το οποίο «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους». Τέλος, τα οριζόμενα στα άρθρα 100 επ. του ν.δ.3026/1954 «περί του κώδικος των δικηγόρων» όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο (ΑΠ 118/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και χωρίς επαρκή αιτιολογία τον καταδίκασε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, τα οποία καθόρισε στο υπέρογκο ποσό των 1.000 ευρώ, ενώ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος περιορίζονται μόνον στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι κατά τα προεκτεθέντα: (α) η καταδίκη του ηττωμένου διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 εδ. α του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης, (β) τα οριζόμενα στα άρθρα 100 επ.

του ν.δ. 3026/1954 «περί του κώδικος των δικηγόρων» όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο, και (γ) κατά την επιβολή των εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Ιανουαρίου 2017 αίτηση του Χ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2432/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτου

αποχωρήσαντος

από την υπηρεσία,

ο αρχαιότερος της

σύνθεσης Αρεοπαγίτης

και ήδη Αντιπρόεδρος

του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ