Supreme Court allows appeal when lower court ignores evidence submitted by parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal because the Court of First Instance failed to consider specific sworn affidavits submitted by the appellant. The appellant argued these documents were legally presented and crucial to her case, yet the appellate court dismissed her appeal without mentioning them. The court ruled that while a general reference to evidence is sufficient, the omission of specific, relevant affidavits in the final judgment constitutes a procedural error requiring the case to be remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; Art. 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the court of first instance failed to take into account evidence adduced by the parties; the court must consider all legally presented evidence, and failure to mention specific relevant evidence in the judgment warrants remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1055 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1055/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Οούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. - Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαραντόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2017 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ', του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011).Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός,θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται:
α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1454/2017) Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015).
Παράλληλα,η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ1461/2013,ΑΠ481/2013) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ1461/2013).
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠοΛΔ σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα,παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων,επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβ/φου ή προξένου,που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης,εκτός αν η προσκομιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο,διότι,κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του,ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια(ΑΠ204/2017,ΑΠ1450/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559αρ11γ ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι,αν και είχε το πρώτον, νόμιμα επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του εφετείου και είχε προσκομίσει τις …93,…94 και …95/3.2.2017 ένορκες βεβαιώσεις των Α.
Μ., Γ. Π. - Κ. και Ι. Ξ. αντίστοιχα ενώπιον του Σ/φου Ν. Δ., προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η επίδικη από 16-9-2013 καταγγελία του αντιδίκου της σε βάρος της ήταν ψευδής και συκοφαντική για το πρόσωπό της και ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του ήταν ψευδές διότι αυτός πράγματι είχε εγκρίνει εν γνώσει του την υπερωριακή της απασχόληση των μηνών Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου 2012 και ότι ουδεμία προσθήκη ή αλλοίωση του περιεχομένου των καταστάσεων υπερωριακής απασχόλησης έγινε από εκείνη μεταγενέστερα του χρονικού σημείου, κατά το οποίο εκείνος έθεσε την υπογραφή του, όπως επίσης γνώριζε ότι μετά την υπογραφή των παραπάνω καταστάσεων ουδεμία πρόσβαση είχε η ίδια στις καταστάσεις αυτές, ώστε να τις νοθεύσει και για τις οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) ο αναιρεσίβλητος είχε κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προ δύο (2) εργασίμων ημερών, στις 30-12-2017 ως προκύπτει από την …10β/30-1-2017 έκθεση επίδοσης του Δικ Επιμελητή στο Πρωτοδικέιο Κυπαρισσίας Γ.
Π., το Εφετείο δεν τις έλαβε υπόψη και δεν τις συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις ως προς τη βασιμότητα των άνω ισχυρισμών της, με αποτέλεσμα να απορρίψει την έφεσή της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθ561παρ2ΚΠοΛΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, αν και υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους και προσκόμισή τους με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, των άνω ενόρκων βεβαιώσεων .
Συγκεκριμένα στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα εξής <Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης και την χωρίς όρκο εξέταση του εναγομένου, που έλαβαν χώρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα σε επικυρωμένο αντίγραφο, ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα ανεξαιρέτως και μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα παραδεκτά το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ. 1α ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πράγματικά περιστατικά ...Στη συνέχεια το Εφετείο εκτιμά τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν χωρίς να γίνεται μνεία στις άνω ένορκες βεβαιώσεις ή το περιεχόμενό τους και καταλήγει στην απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσς, ως ουσιαστικά αβάσιμης.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, αφού από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα επικαλέστηκε τις άνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δεν ελήφθησαν υπόψη, αφού δεν μνημονεύονται καθόλου, ενώ ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο δεν καλύπτονται από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση στα προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και εφόσον αυτές δεν αποκρούστηκαν από το Εφετείο αποσκοπούσαν στην απόδειξη του άνω ουσιώδους ισχυρισμού της, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών.
Κατόπιν τούτων πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ)και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 98/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνη που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικασιτκά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ