Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of adverse possession based on sufficient evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding adverse possession. The State argued the lower court failed to cite specific evidence for its finding that the disputed land was possessed from 1885 to 1890. The court rejected this claim, noting that the lower court explicitly referenced the submitted documents and that the historical possession period did not impact the outcome since the required twenty-year period had already been completed by the current owner's predecessors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's finding of fact based on submitted evidence is not subject to re-examination unless the lower court failed to consider relevant evidence or acted arbitrarily.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1055 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1055/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμαλία Λαμπράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και του αρχικού διαδίκου Β. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4689/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1077/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), 6 πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ασκείτο νομή επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις των ν. 20, 12 πανδ. (5.8) ν. 27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41.3), 3 και 5 παρ. 1 πανδ. (41.10), 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του άλλου, τη συνδρομή δε της καλής πίστεως, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδιχθέντα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (ΟλΑΠ 75/1987), όπως αυτό προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 ΝΔ Της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", πλήν όμως προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα, ενώ εάν δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις .
Επί της έκτακτης χρησικτησίας επί δημοσίου κτήματος, που, κατά τα ανωτέρω, συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11.9.1915, δεν είχαν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε με αυτή, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν 192/1946, και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι "στα δημόσια εν γένει κτήματα θεωρείται νομέας το Δημόσιο και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής" (ΑΠ 301/2015, 2192/2013).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου, ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξ ετέρου η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από χρησικτησία, για να μην στερείται νόμιμης βάσης και να δημιουργείται έτσι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της μεταξύ άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του, του οποίου τον χρόνο χρησικτησίας προσμετράει στον δικό του, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Ο παραπάνω από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε, ευθέως ή εκ πλαγίου, κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική και δη με παράγωγο (από αγοραπωλησία) και πρωτότυπο (από έκτακτη χρησικτησία) τρόπο αποκτήσεως κυριότητας αγωγή, που ασκήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και τον ήδη αποβιώσαντα πατέρα του Β.
Μ.: "Με το υπ'αριθ. ..15/2002 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Κ. Λ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο ..9 και με αριθμό ..1, ο πρώτος ενάγων (ήδη αποβιώσας) μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής προς τον δεύτερο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο υιό του, την ψιλή κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, μετά της υπάρχουσας επ' αυτού οικίας (επιφανείας 51,00 τμ) που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., πρώην Δήμου ..., του τέως Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλεως και εντός ζώνης και συγκεκριμένα επί της ...
εμβαδού, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης, 670,00 τμ, σύμφωνα δε με νεότερη καταμέτρηση, 686,03 τμ, το οποίο εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Ιουνίου 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Μ. και συνορεύει, κατά το διάγραμμα αυτό, ανατολικά με αγροτικό δρόμο, πλάτους μέτρων 6,00 και επί προσώπου Α-Δ μήκους μέτρων 19,00, δυτικά με ιδιοκτησίες Α.ς συζύγου Π.
Β. και Σ. Τ. και επί πλευράς Β-Γ μήκους μέτρων 19,00, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Α. και επί πλευράς Δ-Γ μήκους μέτρων 41,50 και νότια με ιδιοκτησία Γ. Μ. και επί πλευράς Α-Β μήκους μέτρων 32,80, παρακρατουμένου του δικαιώματος επικαρπίας αυτού για τον εαυτό του και εφ'όρου ζωής του. Το προπεριγραφέν ακίνητο είχε περιέλθει στην (πλήρη) κυριότητα του πρώτου ενάγοντος, λόγω πώλησης, από την Φ.
σύζυγο Ν. Α., το γένος Β. Σ., δυνάμει του υπ'αριθ. …25-7-1983 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Κ. Λ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 211 και με αριθμό 187, σε συνδυασμό με την υπ'αριθ. …9/1986 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης του ανωτέρω συμβολαίου, που μεταγράφηκε στα πιο πάνω βιβλία στον τόμο 231 και με αριθμό 27.
Στην Φ. σύζυγο Ν. Α. το γένος Β. Σ. είχε περιέλθει η ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου, και στον σύζυγο αυτής Ν. Γ. Α. η διοίκηση και επικαρπία του ακινήτου αυτού, λόγω προίκας που συνέστησε υπέρ αυτής η μητέρα της, Μ. σύζυγος Β. Σ., το γένος Α. Τ., δυνάμει του υπ'αριθ. …1957 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Β.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Κρωπίας στον τόμο ..7 και με αριθμό ..5, μετά δε την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983 (ΦΕΚ Α' 25/18.2.1983), με τον οποίο καταργήθηκε ο θεσμός της προίκας, περιήλθε σ' αυτήν η πλήρης κυριότητα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην Μ. σύζυγο Β. Σ., το γένος Α. Τ. είχε περιέλθει το ανωτέρω ακίνητο, λόγω κληρονομικής διαδοχής, από την αποβιώσασα (προ του έτους 1914) μητέρα της, Α.
σύζυγο Α. Τ., το γένος Π. Α. και κατόπιν άτυπης διανομής, που έλαβε χώρα μετά του συγκληρονόμου (της ανωτέρω θανούσας) αδελφού της Π. Τ.. Στην Α. σύζυγο Α. Τ., το γένος Π. Α. είχε περιέλθει το επίδικο, λόγω κληρονομικής διαδοχής, από τον αποβιώσαντα (πριν το έτος 1930) πατέρα της, Π. Α. και κατόπιν άτυπης διανομής, που έλαβε χώρα μετά των συγκληρονόμων- αδελφών της, δηλαδή των Α.
χήρας Δ. Τ., το γένος Π. Α., Δ. Α., Ν. Α. και Κ. Α., στον δε Π. Α. είχε περιέλθει η κυριότητα του επιδίκου (ως μεγαλύτερη έκταση 29 στρεμμάτων, η οποία συνόρευε ανατολικά με Ι. Κ., δυτικά με Γ.Κ., βόρεια με ρούγα και νότια με βουνό), το έτος 1894, δυνάμει της υπ' αριθ. 26617/1894 κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού, όπως αυτή αναφέρεται στην υπ'αριθμ.
…3/1894 περίληψη τίτλου ιδιοκτησίας που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Αθηνών Π. Π., ως υπάλληλος επί του πλειστηριασμού, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Η ανωτέρω έκταση των 29 στρεμμάτων ανήκε, κατά το έτος 1890, στον Μ. Μ. του Ν., στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Ν. Μ. (βλ. το υπ'αριθ. 2….4/1890 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Α.). Το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα της ως άνω ευρύτερης έκτασης των 29 στρεμμάτων, που ανήκε επί πενταετία τουλάχιστον, ήδη πριν από το έτος 1890, στους Μ. Μ. και Ν. Μ. και περιήλθε στην κυριότητα του Π. Α. κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ενισχύεται και από το ότι οι αναγραφόμενοι στα οικεία κτηματολογικά φύλλα ως δικαιούχοι εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των όμορων του επιδίκου γεωτεμαχίων, δηλαδή των ακινήτων με τους ΚΑΕΚ ….904003/0/0 (Α.
Β.), ..904025/0/0 (Σ. Τ.), …18/0/0 (Ε. Μ., Λ. Μ., Α. Μ. και Γ. Μ.) και …904002/0/0 (Π. Π. και Β. Π.), έχουν ως απώτατο δικαιοπάροχο τους τον Π. Α., στον οποίο είχαν περιέλθει οι πιο πάνω ιδιοκτησίες τους κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο. Ειδικότερα το επίδικο συνορεύει όπως έχει αναφερθεί δυτικά με τις ιδιοκτησίες Σ. χήρας Π. Τ. (ΚΑΕΚ …904025/0/0) και Αικ.
συζ. Π. Β. (ΚΑΕΚ …04003/0/0), οι οποίες έχουν καταστεί κυρίες δυνάμει των υπ'αριθ. …/1976 Πράξης Διανομής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. - Λ. Ξ. νομίμως μεταγεγραμμένης και της …6/1976 δήλωσης αποδοχής της ίδιας Συμβολαιογράφου της κληρονομιάς του συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης Π. Τ. του Α. (αδελφού της Μ.ς συζ.
Β. Σ.) με απώτερο δικαιοπάροχο τον Π. Α.. Επίσης το επίδικο συνορεύει νοτίως με ιδιοκτησία Γ. και Ά. Μ. (ΚΑΕΚ …04018/0/0), στους οποίους μεταβιβάστηκε, δυνάμει του 30679/1980 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Β. Σ. Π. νομίμως μεταγεγραμμένου, από την Α. χήρα Δ. Τ. στην οποία περιήλθε εκ κληρονομιάς του πατρός της Π.
Α.. Η ιδιοκτησία δε αυτή συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησία Π. και Β. Π. (βλ. το 3…79/1980 συμβόλαιο), με ΚΑΕΚ …04002, η οποία συνορεύει βόρεια με τις παραπάνω ιδιοκτησίες Αικ.Β. και Σ. Τ. (βλ. ..6/1980 συμβόλαιο Συμβολαιογράφου Κρωπίας Β. - Σ. Π.), στους οποίους μεταβιβάστηκε με το …16/1980 συμβόλαιο Συμβολαιογράφου Κρωπίας Β. - Σ.
Π. νομίμως μεταγεγραμμένο από την ίδια δικαιοπάροχο Α. χήρα Δ. Τ. στην οποία περιήλθε εκ κληρονομιάς του πατρός της Π. Α., όπως προαναφέρθηκε. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, οι ανωτέρω ιδιοκτήτες των όμορων του επιδίκου αγροτεμαχίων, τα οποία (αγροτεμάχια) μαζί με το επίδικο αποτελούσαν τμήματα της ως άνω ευρύτερης έκτασης των 29 στρεμμάτων, υπέβαλαν ενστάσεις προς την δευτεροβάθμια επιτροπή κατά των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων, που αφορούσαν στα πιο πάνω ακίνητα, ιδιοκτησίας τους, επικαλούμενοι τη νομή των απώτερων δικαιοπαρόχων τους, που χρονολογείται μία πενταετία τουλάχιστον προ του έτους 1890.
Οι υποβληθείσες αυτές ενστάσεις για τις όμορες του επιδίκου ιδιοκτησίες, έγιναν, δεκτές, με την αιτιολογία ότι "....από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται νομή των δικαιοπαρόχων του ενισταμένου επί πενταετία τουλάχιστον, ήδη πριν από το έτος 1890, οπότε το ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικώς, περιελθόν έτσι στον Π.
Α., απώτερο δικαιοπάροχο του". Έτσι τα αγροτεμάχια αυτά, καταχωρίσθηκαν, κατά τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... στο όνομα των ενισταμένων και όχι ως ανήκοντα στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (βλ.τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους ενάγοντες κτηματολογικά φύλλα των όμορων γεωτεμαχίων και τις ...23/4/28/16/22-10-2003, ...23/4/ 19/ 26/ 22-10-2003, ...23/4/28/25/22-10-2003, ...23/28/26/23-10-2003 αποφάσεις της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του Εθνικού Κτηματολογίου).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι (άμεσοι και απώτεροι) δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν τουλάχιστον από του έτους 1885 στο επίδικο ακίνητο πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, και με καλή πίστη, καλλιεργώντας το και συλλέγοντας τους καρπούς του. Ειδικότερα, τόσο ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ν. Μ., τουλάχιστον από το 1885, όσο και ο γιός του Μ.
Μ. από το 1890 μέχρι το έτος 1894, καλλιεργούσαν αυτό, συνέλεγαν τους καρπούς των δέντρων που υπήρχαν στην ευρύτερη έκταση των 60 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο και εν συνεχεία ο Π. Α., στην έκταση των είκοσι εννέα (29) στρεμμάτων, από τα παραπάνω εξήντα (60) στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, φυτεύοντας το και καλλιεργώντας το ως αμπέλι και ακολούθως και τα πέντε παιδιά του και κληρονόμοι του, οι οποίοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, χώρισαν την παραπάνω έκταση των είκοσι εννέα στρεμμάτων και την διένειμαν άτυπα και συνέχισαν να την καλλιεργούν ως αμπέλι, ο καθένας το περιελθόν σ' αυτόν τμήμα.
Μεταξύ δε των κληρονόμων αυτών ήταν και η Α. σύζυγος Α. Τ. το γένος Π. Α., στην οποία περιήλθε τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας κατά τα ως άνω, στο οποίο περιλαμβάνετο και το επίδικο και η οποία συνέχισε να το φυτεύει και να το καλλιεργεί ως αμπέλι, και περαιτέρω τα δύο παιδιά της και κληρονόμοι της εξ αδιαθέτου Π.
Τ. και Μ. Τ., οι οποίοι επίσης διένειμαν την περιελθούσα στην μητέρα τους κατά τα ανωτέρω έκταση και συνέχισαν να την καλλιεργούν ως αμπέλι ο καθένας το περιελθόν σ'αυτόν τμήμα. Κατά την διανομή δε αυτή το επίδικο περιήλθε στη Μ. Τ., η οποία συνέχισε να το καλλιεργεί ως αμπέλι και εν συνεχεία σύμφωνα με όσα αναφέρονται και παραπάνω μεταβίβασε λόγω προίκας την ψιλή κυριότητα στη κόρη της Φ.
Ν. Α. και την διοίκηση και επικαρπία στο σύζυγο αυτής Ν. Γ. Α.. Και αυτοί επίσης συνέχισαν την ίδια καλλιέργεια μέχρι να το μεταβιβάσει, η Φ. Α., μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας κατά τα ανωτέρω, στον πρώτο ενάγοντα. Ο τελευταίος δε, από το χρόνο αγοράς του επίδικου ακινήτου με το ως άνω συμβόλαιο συνέχισε και αυτός να νέμεται το ακίνητο αυτό μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.
Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων από της αγοράς του αγροτεμαχίου το έτος 1983, το επισκεπτόταν, το περιέφραξε και αποψίλωσε το υπάρχον σ'αυτό αμπέλι, φύτεψε οπωροφόρα δένδρα και διάφορα κηπευτικά και άνθη, έκτισε επ' αυτού δύο κατοικίες, μία εκ των οποίων νομιμοποίησε με το ν. 1337/1983, υποβάλλοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά ενώπιον της αρμόδιας Πολεοδομίας και καταβάλλοντας άπαντες τους αναλογούντες φόρους και πρόστιμα για την αυθαίρετη κατασκευή, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα κυριότητάς του από το εναγόμενο ή από οποιονδήποτε τρίτο.
Από δε το 2002 ασκούσε τις προαναφερόμενες πράξεις νομής με τον δεύτερο ενάγοντα. Τα παραπάνω δε πρόσωπα είχαν μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23.02.1946) την πεποίθηση ότι, νεμόμενοι συνεχώς επί τριάντα έτη μέχρι το έτος 1915 με τις παραπάνω πράξεις το επίδικο, δεν προσβάλλουν δικαίωμα κυριότητας τρίτων και αυτού ακόμη του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ είχαν την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο, χωρίς στην άσκηση των πιο πάνω πράξεων να παρακωλυθούν από οποιονδήποτε, ούτε από τα όργανα του Δημοσίου.
Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού συμπληρώθηκε η τριακονταετία μέχρι τις 11-9-1915 που απαιτείται για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία πριν την εισαγωγή του ΑΚ αλλά και η εικοσαετία κατά τον Αστικό Κώδικα, που αρχίζει από την εισαγωγή αυτού.
Εξάλλου, η αγροτική μορφή του επιδίκου από του έτους τουλάχιστον 1885, αποδεικνύεται από τις αναφερόμενες παραπάνω καλλιέργειες που διενεργούντο από τους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων στην ευρύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνετο και το επίδικο. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, περί της αγροτικής μορφής της ευρύτερης έκτασης στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, γίνεται μνεία στα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες υπ' αριθ….4/1890 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Α. και …3/10-11-1894 περίληψη τίτλου ιδιοκτησίας που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Αθηνών Π. Ν. Π., στα οποία η έκταση αναφέρεται "ως αγρός", καθώς και σε όλα τα συμβόλαια που έχουν αναφερθεί παραπάνω, στα οποία προσδιορίζεται η ευρύτερη ιδιοκτησία ως "....μείζονος εκτάσεως αγρός ιδιοκτησίας Π. Α.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, την οποία κυριότητα μεταβίβασαν διαδοχικά στους ενάγοντες.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της απόκτησης από τον πρώτο ενάγοντα της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, με την προσμέτρηση στο δικό του, από το 1983, χρόνο χρησικτησίας και εκείνου των δικαιοπαρόχων του και του ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοί του είχαν καταστεί κύριοι του επιδίκου κατά τις διατάξεις του β.ρ.δ.
ήδη από το έτος 1915, ενώ το Δημόσιο ουδέποτε είχε επί του επιδίκου αντίστοιχο δικαίωμα. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες το Εφετείο αρκέστηκε στη γενική μόνον αναφορά ότι συνέτρεχε το στοιχείο της καλής πίστεως στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, ενώ θα έπρεπε να αναφέρει ειδικότερα πραγματικά περιστατικά κατά τη διενέργεια πράξεων νομής καθενός από αυτούς, που να δικαιολογούν την καλή πίστη αυτών, στοιχείο που επίσης εσφαλμένως συνήγαγε από τη μη άσκηση επί μακρό χρόνο του δικαιώματος κυριότητας εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ενώ το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται άνευ άλλου ύπαρξη καλής πίστεως στο πρόσωπο των ανωτέρω προσώπων, είναι απαράδεκτες, αφού υπό την επίφαση εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνων δικαίου πλήττεται η απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ενόψει τούτων και κατά το μέρος αυτό ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ωστόσο δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποιά από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του το δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Εν προκειμένω με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ως προς το ότι το Εφετείο "δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση, που αποτελούσε τμήμα ευρύτερης εκτάσεως 29 στρεμμάτων, υπήρξε αντικείμενο χρησικτησίας κατά το διάστημα από 1885 έως 1890 από τον Ν. Μ., χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτό, παρά μόνο το μεταγενέστερο υπ' αριθμ.
…44/1890 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Α. και χωρίς να εκθέτει το δικάσαν δικαστήριο από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για τα παραπάνω". Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται διότι στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται κατ' είδος τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Εφετείο άντλησε απόδειξη περί του ως άνω θέματος και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο συνήγαγε την απόδειξη ούτε να αξιολογείται καθένα από αυτά ειδικά και χωριστά, πέραν του ότι, με δεδομένο ότι το δικαστήριο δέχεται ότι το επίδικο δεν υπήρξε ποτέ δημόσιο κτήμα, ο οριοθετούμενος διηγηματικά στην απόφαση χρόνος νομής του απώτατου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, Ν.
Μ. (1885 έως 1890) δεν ασκεί έννομη επιρροή στην επικαλούμενη με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον πατέρα του ιδίου (αναιρεσιβλήτου), εφόσον το απαιτούμενο προς τούτο, υπό την ισχύ του ΑΚ, χρονικό διάστημα (εικοσαετία κατ' άρθρο 1045 ΑΚ) είχε ήδη συμπληρωθεί διαδοχικά στο πρόσωπο των αμέσων δικαιοπαρόχων του, Φ.
συζ. Ν. Α. το γένος Β. Σ. και Β. Μ. (1957 έως 2002) και επομένως αυτός (χρόνος νομής του Ν. Μ.) δεν αποτελεί πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατόπιν τούτων θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 του Ν.3693/1997, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-6-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1077/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ