Legislator Case Law & Legislation
1055/2017 AI generated

1055/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1055/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1055/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 8-1-2013 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1715/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1055 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1055/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Χ. (...), 2) Η. Κ. του Ε. (...), 3) Χ. συζ. Κ. Μ., το Ν. (...), 4) Α. συζ. Μ. Ρ., το γένος Ι. Κ. (...), 5) Δ. Κ. του Β. (...), 6) α. Δ. Δ. του Γ. και β. Γ. συζ. Ν. Λ. (...), 7) Α. Ξ. του Χ. (...), 8) Ι. Γ. του Κ. (...), 9) Α. Λ. του Α. (...), 10) Α. Μ. του Α. (...), 11) Δήμου … (...) και 12) α. Χ. χας Δ. Μ., β. Ν. Μ. του Δ. (...), εκ των οποίων οι 2ος και 6β εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Σκεύα, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2153/2008 μη οριστική και 1715/2012 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-1-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 2ος και 6β των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 8-1-2013 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1715/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/ 2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 8.1.2013 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της 1715/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, της οποίας, με πράξη του Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την συζήτηση της υποθέσεως η 16.9.2016, από την οποία ανεβλήθη εκ του πινακίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (17.3.2017).

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, παραστάθηκαν αφενός μεν το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αφ’ ετέρου δε οι με αύξοντες αριθμούς αναιρετηρίου 2ος (Η.

Κ.) και 6β (Γ. συζ. Ν. Λ.), νομίμως εκπροσωπούμενοι από τους αναφερομένους σ’ αυτά πληρεξουσίους δικηγόρους τους, ενώ οι λοιποί με αύξοντες αριθμούς αναιρετηρίου: 1ος (Χ. Σ.), 3η (Χ. συζ. Κ. Μ.), 4η (Α. συζ. Μ. Ρ.), 5ος (Δ. Κ.), 6α (Δ. Δ.), 7ος (Α. Ξ.), 8η (Ι. Γ.), 9η (Α. Λ.), 10ος (Α. Μ.), 11ος (...), 12α (Χ. χήρα Δ. Μ.) και 12β (Ν. Μ.), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική δίκη, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Από την υπ’ αριθμ. ...12.7.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει την συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 16.9.2016, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Θεοδώρας Καραχάλιου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς τον, θεωρούμενο, κατά τα ανωτέρω, ως αντίκλητο των μη εμφανισθέντων ως άνω αναιρεσιβλήτων, Σπυρίδωνα Σκευά, Δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως, στις 14.5.2012, ήτοι στην δίκη ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1715/2012 απόφασή του περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως.

Δεδομένου δε ότι η μετά την αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με την επίσης εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ.) διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, πρέπει οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δικ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή την μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και την σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 402/2014).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξ άλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών διά την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), διά συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται διά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι διά την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Εισάγεται έτσι με την διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με την διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ’ αυτήν. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν, αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από την διάνοιξη της εθνικής οδού.

Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (Ολ.ΑΠ 11/2011). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του ως άνω νόμου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης.

οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/ 1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στην ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου. Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι’ αυτήν (AΠ 1009/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., υποστηρίζοντας ότι αυτή έχει ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα ότι δεν υπήρξε ωφέλεια ή ότι υπήρξε μερική μόνο ωφέλεια στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, καθ’ όσον δεν διευκρίνισε: "α) τις διατάξεις βάσει των οποίων ρυθμίζεται η κατά κανόνα και κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των επιδίκων ακινήτων, β) τις διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) εκάστου ακινήτου χωριστά προ της απαλλοτριώσεως από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού και γ) τις επιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως των ενδίκων ιδιοκτησιών και συνακόλουθα στην αγοραία αξία αυτών".

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται καθόλου στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, κατά τα προεκτιθέμενα, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Οι εγκεκριμένοι οικισμοί στην περιοχή του δ.δ. ...

του ... του Νομού Σερρών δημιουργήθηκαν με το π.δ/γμα ...31.5.1985 (ΦΕΚ 270/Δ/85) και τα έτη 1988 - 1992 καθορίστηκαν ως παραθαλάσσιοι ή παρόδιοι της παλαιάς εθνικής οδού .... Τα ανωτέρω επίδικα ΚΠ βρίσκονται εκτός ορίων των ανωτέρω οικισμών. Η διανοιγείσα οδός ΕΓΝΑΤΙΑ χαρακτηρίζεται οδός ταχείας κυκλοφορίας, είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος, με μεταλλικά στηθαία ή λόγω υψομετρικής διαφοράς, έχει περίφραξη ύψους 2 μ., ενισχυμένη με σιδηροπασσάλους, και με κατασκευή μεταξύ των κυκλοφοριακών κατευθύνσεων ενδιάμεσης και υπερυψωμένης από το οδόστρωμα κατά 0,80 μ., νησίδας πλάτους 1 μ.

Με τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού τα επίδικα ακίνητα δεν έχουν πρόσωπο επ’ αυτής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε αυτή είναι κλειστή ως ταχείας κυκλοφορίας αυτοκινητόδρομος, ούτε βέβαια έχουν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σ’ αυτήν. Δεν υπάρχει παράπλευρο δίκτυο κατά μήκος του τμήματος της Εγνατίας οδού.

Έχουν διανοιγεί κάθετοι οδοί και ορισμένοι απ’ αυτούς με διαπλάτυνση και εκβάθυνση των υπαρχόντων αγροτικών δρόμων, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή τους. Μέσω των κάθετων αυτών δρόμων, γίνεται η πρόσβαση των ανωτέρω ΚΠ με την παλαιά εθνική οδό ... και μέσω αυτής και άλλων βοηθητικών δρόμων με την Εγνατία Οδό από τους Α/Κ ..., απέχοντες μεταξύ τους 15 χιλιόμετρα και από τα επίδικα από 5 έως 10 χιλιόμετρα.

Η περιοχή είναι κυρίως αγροτική με έντονα στοιχεία τουριστικής ανάπτυξης, καθώς βρίσκονται κοντά στους τουριστικούς οικισμούς "...", δεν υπάρχουν βιομηχανικές δραστηριότητες ή εμπορικές μονάδες, ενώ μετά την απαλλοτρίωση ισχύει η απαγόρευση δόμησης σε απόσταση 60 μ. από τον άξονα της διανοιγείσας οδού και 40 μ.

από το όριο αυτής. Παράλληλα, μετά την απαλλοτρίωση η περιοχή επιβαρύνεται με κονιορτό και θόρυβο κίνησης και βαρέων οχημάτων και η θέα της περιοχής (λόφοι και θάλασσα) υποβαθμίστηκε με το τεχνικό έργο της διανοιγείσας οδού. Το εναγόμενο, κατά την καταβολή της αποζημίωσης, έκρινε ότι οι ιδιοκτήτες βαρύνονται, κατά το ποσό της μη καταβληθείσας αποζημίωσης, με συμμετοχή στις δαπάνες απαλλοτρίωσης για την διάνοιξη της Εγνατίας Οδού (άρθρ. 1 παρ. 3 και 4 του ν. 653/1977), προβαίνοντας σε σχετικό συμψηφισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενώ οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ουδεμία ωφέλεια για τα εναπομένοντα ακίνητά τους προέκυψε από την απαλλοτρίωση και το έργο αυτής. 1.

Το αριθμ. ... γήπεδο, αρχικής έκτασης 4.069,58 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση 2.646 τ.μ. Βρίσκεται σε θαμνώδη επικλινή λόφο μεγάλης κλίσης, χωρίς καλλιέργεια, με πουρνάρια, σχοίνα, κουμαριές κ.λπ. Απέχει από την παλαιά εθνική οδό 280 μ., περίπου και από τη θάλασσα 300 μ. σε κάθετη γραμμή. Είναι εκτός σχεδίου περιοχής οικισμού "...", ενώ η αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του δεν άλλαξε μετά την απαλλοτρίωση.

Το επίπεδο του γηπέδου είναι 20 μέτρα υψηλότερα από το επίπεδο της Εγνατίας οδού, η οποία στο σημείο αυτό είναι κατασκευασμένη σε μεγάλη κοιλαδογέφυρα. Η πρόσβαση πριν και μετά την απαλλοτρίωση στην παλαιά εθνική οδό είναι δύσκολη, καθώς γίνεται από τον αυτό, όπως και πριν την απαλλοτρίωση, δύσβατο αγροτικό δρόμο, πίσω από τα σπίτια του οικισμού "...", κάτω από την κοιλαδογέφυρα.

Από το παραπάνω γήπεδο απαλλοτριώθηκαν 1.423,58 τ.μ., από τα οποία 1.100,31 θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας.

Συνεπώς, για το ... ακίνητο το εναγόμενο είναι υπόχρεο καταβολής αποζημίωσης, ποσού 11.003.100 δρχ. και ήδη 32.290,83 ευρώ, [(1.100,31 τ.μ. χ 10.000 δρχ.), στον πρώτο ενάγοντα, Χ. Σ., ο οποίος με τη με αριθμό 24690/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. 2. Το με αριθμό ... αγροτεμάχιο, αρχικής έκτασης 6.289,28 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση 4.565,98 τ.μ., απέχει 450 μ.

από την παλαιά εθνική οδό και 520 μ. από τη θάλασσα. Είναι εκτός σχεδίου περιοχής οικισμού "...", με κύρια χρήση τη γεωργική. Πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, και μετά την απαλλοτρίωση είναι άρτιο και κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμο, με μείωση της δυνατότητας δόμησης κατά 34,47 τ.μ. Το κάτω (νότιο) τμήμα του αγρού βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της Εγνατίας οδού, το μεσαίο τμήμα βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο της Ε.Ο.

και το υπόλοιπο (βόρειο) είναι πολύ υψηλότερα του ως άνω κλειστού αυτοκινητοδρόμου. Το εναπομείναν τμήμα έχει πρόσβαση στο τεχνικό έργο της κάτω διάβασης 29, με την οποία έχει άμεση πρόσβαση στον οικισμό "...", στην οποία, όμως, καταλήγει και ρέμα νοτιανατολικά του ακινήτου, και στο βορειοδυτικό άκρο του υπάρχει πυλώνας υψηλής τάσης της ΔΕΗ.

Ακόμη, έχει πρόσβαση, μετά από πεζοπορία, στην .... Από το παραπάνω γήπεδο απαλλοτριώθηκαν 1.723,30 τ.μ., από τα οποία 1.572,94 τ.μ. θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι συντρέχει μερικώς το τεκμήριο ωφέλειας, και δη μειωμένο κατά ποσοστό 20%, και, συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 8.808.464 δρχ.

και ήδη 25.850,22 ευρώ {(1.572,94 χ 7.000 δρχ.) = 11.010.580 -20%}. Ήτοι, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 25.850,22 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα, Η. Κ., ο οποίος αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης με τη με αριθμό 22680/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. 3. Το με αριθμό ... αγροτεμάχιο, αρχικής έκτασης 2.847,39 τ.μ., βρίσκεται σε θαμνώδη λόφο, μεγάλης κλίσης, που απέχει 440 μ.

από την παλαιά εθνική οδό και 580 μ. από τη θάλασσα, σε κάθετη γραμμή. Μετά την απαλλοτρίωση προέκυψαν δύο τμήματα, ένα βόρειο, έκτασης 1.411 τ.μ., με στοιχεία ... και ένα νότιο, έκτασης 8 τ.μ. Είναι εκτός σχεδίου περιοχής οικισμού "...", με κύρια χρήση τη γεωργική. Πριν και μετά την απαλλοτρίωση ήταν και είναι άρτιο και μη οικοδομήσιμο.

Το βόρειο τμήμα έχει πρόσβαση από την αερογέφυρα που βρίσκεται στην ..., η οποία έρχεται από κάθετο δρόμο στην παλαιά εθνική οδό ..., στο ύψος της εκκλησίας .... Το νοτιοδυτικό άκρο του βόρειου τμήματος είναι ρέμα και είναι κατασκευασμένο τεχνικό έργο της Εγνατίας οδού, ενώ και στο βόρειο τμήμα του τμήματος υπάρχει χαντάκι, μέσω του οποίου τα όμβρια νερά καταλήγουν στο υπάρχον ρέμα.

Το νότιο τμήμα προσεγγίζεται πεζή μέσω των χωραφιών από την .... Το βόρειο τμήμα βρίσκεται 4 με 5 μέτρα άνωθεν του επιπέδου της Εγνατίας οδού, το νότιο τμήμα βρίσκεται 1 μέτρο κάτωθεν του επιπέδου αυτής. Από το παραπάνω γήπεδο απαλλοτριώθηκαν 1.425 τ.μ., από τα οποία 4 μέτρα του νότιου τμήματος και 693,75 τ.μ. του βόρειου τμήματος θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα.

Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι για το νότιο τμήμα δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας ενώ για το βόρειο τμήμα συντρέχει μερικώς το τεκμήριο ωφέλειας μειωμένο κατά 25%.

Συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 4.456.656 δρχ. και ήδη 13.078,96 ευρώ [(4μ. χ 8.500 δρχ.) + {(693,75 μ. χ 8.500 δρχ.) = 5.896.875 δρχ - 25% = 4.422.656} = 34.000 δρχ. + 4.422.656] στην τρίτη ενάγουσα, Χ. συζ. Κ. Μ., η οποία με τη με αριθμό 22680/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. 4.

Το ... αγροτεμάχιο, αρχικής έκτασης 4.000 τ.μ., σε ύψωμα, με θέα τη θάλασσα, από την οποία απέχει 700 μ. σε κάθετη γραμμή και 550 μ. από την παλαιά εθνική οδό. Πριν την απαλλοτρίωση υπήρχε μέσα σ’ αυτό εξοχική κατοικία, η οποία κατεδαφίστηκε και αποζημιώθηκε. Μετά την απαλλοτρίωση το ακίνητο είναι κατά παρέκκλιση άρτιο, αλλά μη οικοδομήσιμο, λόγω των υποχρεωτικών αποστάσεων, ενώ πριν την απαλλοτρίωση είχε τη δυνατότητα κτίσματος 200 τ.μ.

Το ακίνητο γειτνιάζει με την ..., η οποία ξεκινάει κάθετα από την παλαιά εθνική οδό, στο ύψος της εκκλησίας ..., περνάει μπροστά από το ακίνητο, αμέσως μετά την αερογέφυρα. Η πρόσβαση στο ακίνητο αυτό βελτιώθηκε πολύ με την κατασκευή της άνω Κ.Ο. Το επίπεδο του γηπέδου είναι 15 μ. υψηλότερα από το επίπεδο της Εγνατίας οδού, ενώ το επίπεδο του γηπέδου από την ...

κυμαίνεται από 1,5 έως 3 μέτρα πάνω απ’ αυτήν. Από το παραπάνω γήπεδο απαλλοτριώθηκαν 2.711,99 τ.μ., από τα οποία 545,91 τ.μ. θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι για το εναπομένον τμήμα, του οποίου η επιφάνεια περιορίστηκε πολύ, δεν προσφέρεται για συστηματική γεωργική εκμετάλλευση και δεν είναι οικοδομήσιμη, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας.

Συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 4.640.235 δρχ. και ήδη 13.617,71 ευρώ (545,91 μ. χ 8.500 δρχ.) στην τέταρτη ενάγουσα, Α. συζ. Μ. Ρ., η οποία με τη με αριθμό 22680/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. 5. Το ... αγροτεμάχιο αρχικής έκτασης 3.190 τ.μ., απέμεινε έκταση 1.490 τ.μ., με στοιχεία ..., απέχει 530 μ. σε κάθετη γραμμή από τη θάλασσα και 440 μ. από την παλαιά εθνική οδό. Το ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης, δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Η πρόσβαση στο εναπομένον ακίνητο γίνεται από δύσβατο αγροτικό δρόμο που ξεκινάει από την ..., από την παλαιά εθνική οδό στο ύψος της στροφής του οικισμού "...", στο νότιο τμήμα συνορεύει με δάσος, στο οποίο καταλήγει μεγάλος κατασκευασμένος "νεροχύτης" της Ε.Ο. για τη διέλευση των ομβρίων υδάτων. Το εναπομείναν τμήμα βρίσκεται 10 μ. χαμηλότερα από το επίπεδο της Ε.Ο. Από το παραπάνω γήπεδο απαλλοτριώθηκε τμήμα έκτασης 1.709 τ.μ. από το οποίο 745 τ.μ. θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας.

Συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 4.470.000 δρχ. και ήδη 13.118,12 ευρώ (745 μ. χ 6.000 δρχ.) στον πέμπτο ενάγοντα, Δ. Κ. του Β., ο οποίος με τη με αριθμό 22680/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. 6. Στο με αριθμό ... γήπεδο, αρχικής έκτασης 9.898,77 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση 5.052,09 τ.μ., προέκυψαν δύο τμήματα, ένα βόρειο, έκτασης 34,42 τ.μ. και ένα νότιο έκτασης 4.813,40 τ.μ., είναι χέρσα, χωρίς κτίσματα, με αραιή αυτοφυή βλάστηση. Είναι εκτός σχεδίου περιοχής οικισμού "...". Το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση βόρειο τμήμα, λόγω της μικρής ανωτέρω έκτασής του, καθίσταται άχρηστο, και, συνεπώς, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφελείας. Το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση νότιο τμήμα είναι άρτιο και κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμο. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού, δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας και για το νότιο τμήμα, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, με τη με αριθμό ... ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Δ’ 105/14.2.2003), με την οποία κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση για τη δημιουργία Σ.Ε.Α., και ήδη η απαλλοτρίωση αυτή συντελέστηκε. Από το παραπάνω εναπομείναν βόρειο τμήμα, έκτασης 34,42 τ.μ. και νότιο τμήμα έκτασης 4.813,40 τ.μ. θεωρήθηκαν 17,21 τ.μ. και 1.980,14 τ.μ. ως αυταποζημιούμενα.

Συνεπώς, για το ... ακίνητο το εναγόμενο είναι υπόχρεο καταβολής αποζημίωσης ποσού 13.981.450 δρχ. και ήδη 41.031,40 ευρώ (1.997,35 τ.μ. χ 7.000 δρχ.) στον 6α ενάγοντα, Δ. Δ. του Γ. και 6β ενάγουσα, Γ. συζ. Ν. Λ., κατ’ ισομοιρίαν, οι οποίοι με τη με αριθμό 146/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό 2857/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίστηκαν συγκύριοι, κατ’ ισομοιρίαν, του ως άνω Κ.Π. 7.

Το ... αγροτεμάχιο, αρχικής έκτασης 9.949 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε 8.050 τ.μ. Αυτό δεν καλλιεργείται, ενώ είναι μερικώς δασωμένο, απέχει 170 μ. από την παλαιά εθνική οδό και 330 μ. σε κάθετη γραμμή από τη θάλασσα. Βρίσκεται εκτός σχεδίου περιοχής "...", πριν και μετά την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, με μείωση της οικοδομήσιμης επιφάνειας κατά 32,41 τ.μ.

Το επίπεδο της Εγνατίας οδού βρίσκεται 15 με 20 μέτρα κάτωθεν του επιπέδου του ακινήτου. Δεν υπάρχει οδικό δίκτυο κοντά στο εναπομείναν τμήμα, πέραν του διαμορφωμένου κόμβου της Εγνατίας Οδού, σε απόσταση 1 χιλιομέτρου. Η πρόσβαση στο ακίνητο γίνεται από την παλαιά εθνική οδό, μέσω των αγροτικών οδών από τις κατασκευασμένες ....

Από το παραπάνω γήπεδο απαλλοτριώθηκαν 1.899 τ.μ., από τα οποία 1.140 τ.μ. θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι για το εναπομένον τμήμα συντρέχει μερικώς το τεκμήριο ωφέλειας μειωμένο κατά 30%.

Συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 5.586.000 δρχ. και ήδη 16.393,25 ευρώ [(1.140 μ. χ 7.000 δρχ.) = 7.980.000 δρχ - 30% = 5.586.000] στον έβδομο ενάγοντα, Α. Ξ., ο οποίος με τη με αριθμό 24690/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. 8. Το ... αγροτεμάχιο, αρχικής έκτασης 9.750,23 τ.μ., που περικλείεται από ιδιοκτησίες εκτός από νότιο κομμάτι του που είναι δασόρεμα.

Μετά την απαλλατρίωση προέκυψαν δύο τμήματα, ένα βόρειο, έκτασης 901,49 τ.μ. και ένα νότιο έκτασης 4.277,10 τ.μ. Είναι χέρσο, με μερική βλάστηση από χαμηλά φυτά, απέχει 450 μ. από την παλαιά εθνική οδό και 680 μ. σε κάθετη γραμμή από τη θάλασσα. Βρίσκεται εκτός σχεδίου περιοχής οικισμού "...", και πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο.

Μετά την απαλλοτρίωση το βόρειο τμήμα είναι άρτιο κατά παρέκκλιση αλλά μη οικοδομήσιμο, καθώς εμπίπτει στις απαγορευτικές αποστάσεις των 60 μ. και 40 μ. από τον άξονα της Ε.Ο. και το όριο της απαλλοτρίωσης, αντίστοιχα, ενώ το νότιο τμήμα είναι άρτιο και οκοδομήσιμο, με μείωση της οικοδομήσιμης επιφάνειας κατά 91,96 τ.μ.

Άμεση πρόσβαση στον κλειστό αυτοκινητόδρομο της Εγνατίας Οδού δεν υπάρχει. Η προσέγγιση αφορά την παλαιά εθνική οδό ... και είναι δυσχερής για το βόρειο τμήμα, ενώ είναι ευχερής για το νότιο τμήμα μέσω διπλανών ιδιοκτησιών που προσεγγίζονται από αναβαθμισμένους αγροτικούς δρόμους που καταλήγουν στην παλαιά εθνική οδό ....

Το βόρειο τμήμα είναι ιδιαίτερα επικλινές, με το υψηλότερο σημείο του να βρίσκεται 25 πάνω από το επίπεδο της Εγνατίας Οδού. Από το παραπάνω γήπεδο απαλλοτριώθηκαν 4.572 τ.μ., από τα οποία 450,50 τ.μ. του βόρειου τμήματος και 1.936 τ.μ. του νότιου τμήματος θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για το βόρειο τμήμα ενώ συντρέχει για το νότιο τμήμα, μειωμένο κατά 25%.

Συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 11.415.000 δρχ. και ήδη 33.499,63 ευρώ [(450,50 χ 6.000) + (1.936 τ.μ. χ 6.000) = 11.616.000- 25%) = 2.703.000 + 8.712.000] στην όγδοη ενάγουσα, Ι. Γ. του Κ., η οποία με τη με αριθμό 22680/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. 9. Από το ... αγροτεμάχιο, αρχικής έκτασης 3.000,53 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση 2.242,72 τ.μ. Είναι χέρσο, απέχει 370 μ. από την παλαιά εθνική οδό και 430 μ. σε κάθετη γραμμή από τη θάλασσα. Βρίσκεται εκτός σχεδίου περιοχής οικισμού "...", ενώ πριν και μετά την απαλλοτρίωση είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Δεν υπάρχει οδικό δίκτυο κοντά στο εναπομείναν ακίνητο. Η προσέγγιση της παλαιάς εθνικής οδού ... γίνεται μέσω δύσβατου αγροτικού δρόμου, ενώ στην περιοχή, κοντά στο ακίνητο υπάρχουν τρεις κατασκευασμένοι νεροχύτες της Εγνατίας Οδού, που δίνουν δίοδο στα όμβρια ύδατα. Το βόρειο όριο του ακινήτου βρίσκεται 10 μ. κάτωθεν του επιπέδου της Εγνατίας Οδού. Από το παραπάνω γήπεδο απαλλοτριώθηκαν 759,88 τ.μ., από τα οποία 709,14 τ.μ. θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας.

Συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 5.318.550 δρχ. και ήδη 15.608,36 ευρώ [(709,14 μ. χ 7.500 δρχ.) = 5.318.550 δρχ.] στην ένατη ενάγουσα, Α. Λ., η οποία με τη με αριθμό 22680/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. 10. Το ... αγροτεμάχιο, αρχικής έκτασης 8.108,69 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε 6.433,76 τ.μ. Αυτό δεν καλλιεργείται, ενώ είναι μερικώς δασωμένο, απέχει 670 μ. από την παλαιά εθνική οδό και 800 μ. σε κάθετη γραμμή από τη θάλασσα. Βρίσκεται εκτός σχεδίου περιοχής "...", πριν και μετά την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, με μείωση της οικοδομήσιμης επιφάνειας κατά 19,01 τ.μ. Το επίπεδο της Εγνατίας οδού βρίσκεται 15 μέτρα κάτωθεν του επιπέδου του ακινήτου. Δεν υπάρχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, καθώς είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος. Δεν υπάρχει οδικό δίκτυο κοντά στο εναπομείναν τμήμα, πέραν του διαμορφωμένου κόμβου της Εγνατίας Οδού, σε απόσταση 1 χιλιομέτρου. Η πρόσβαση στο ακίνητο γίνεται από την παλαιά εθνική οδό, μέσω των αγροτικών οδών από τις κατασκευασμένες .... Απαλλοτριώθηκαν 1.674,93 τ.μ., από τα οποία 1.221 τ.μ. θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι για το εναπομένον τμήμα συντρέχει μερικώς το τεκμήριο ωφέλειας μειωμένο κατά 30%.

Συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 5.982.900 δρχ. και ήδη 17.558,03 ευρώ [(1.221 μ. χ 7.000 δρχ.) = 8.547.000 δρχ - 30% = 5.982.900] στον δέκατο ενάγοντα, Α. Μ., ο οποίος με τη με αριθμό 24690/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. 11. Το ... είναι τμήμα ευρύτερης δημοτικής έκτασης 8.000,00 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε έκταση 1.944,43 τ.μ. και απέχει 370 μ. σε κάθετη γραμμή από τη θάλασσα. Το ακίνητο απέχει 150 μ. από την Εγνατία Οδό και απαλλοτριώθηκε για τη διαπλάτυνση αγροτικής οδού στην οποία είχε πρόσοψη και στην οποία χωροθετείται η ..., η οποία ενώνεται με την παλαιά εθνική οδό ..., στο ύψος της εκκλησίας "...", ενώ συνεχίζοντας την ... προς βορά βρίσκεται αερογέφυρα κατασκευασμένη πάνω από την Εγνατία Οδό, με την οποία δεν συνδέεται. Το ακίνητο πριν και μετά την απαλλοτρίωση είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από τα απαλλοτριωθέντα 1.944,43 τ.μ. τα 1.075,68 τ.μ. θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι για το εναπομένον τμήμα συντρέχει μερικώς το τεκμήριο ωφέλειας μειωμένο κατά 35%.

Συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 5.943.132 δρχ. και ήδη 17.441,33 ευρώ [(1.075,68 μ. χ 8.500 δρχ.) = 9.143.280 δρχ - 35% = 5.943.132] στον ενδέκατο ενάγοντα, ..., ο οποίος με τη με αριθμό 24680/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης. 12. Από το ... γήπεδο, αρχικής έκτασης 6.611,90 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση προέκυψαν δύο τμήματα, ένα βόρειο έκτασης 1.696,12 τ.μ.

και ένα νότιο έκτασης 267,92 τ.μ. Αυτό δεν καλλιεργείται, έχει χαμηλή βλάστηση, απέχει 300 μ. από την παλαιά εθνική οδό και 320 μ. σε κάθετη γραμμή από τη θάλασσα. Βρίσκεται εκτός σχεδίου και στην αρχική του κατάσταση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, με δυνατότητα κτίσματος 252,22 τ.μ., ενώ μετά την απαλλοτρίωση το βόρειο είναι άρτιο κατά παρέκκλιση και μη οικοδομήσιμο καθώς βρίσκεται μέσα στα 40 μ.

από το όριο της απαλλοτρίωσης, και το νότιο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Το βόρειο τμήμα έχει πρόσβαση από την αερογέφυρα που βρίσκεται στην Κ.Ο. 27, η οποία έρχεται από κάθετο δρόμο στην παλαιά εθνική οδό ..., στο ύψος του οικισμού "…". Το νότιο τμήμα δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Κ.Ο. 27, την οποία προσεγγίζει κάποιος βαδίζοντας με τα πόδια.

Το βόρειο τμήμα βρίσκεται 10 με 12 μέτρα άνωθεν του επιπέδου της Ε.Ο. και το νότιο 4 με 5 μέτρα άνωθεν του επιπέδου της Ε.Ο. Απαλλοτριώθηκαν συνολικά 4.646,86 τ.μ., από τα οποία 848,06 τ.μ. και 133,96 τ.μ., αντίστοιχα, θεωρήθηκαν ως αυταποζημιούμενα. Ενόψει των προαναφερθέντων και όλων των ως άνω λοιπών χαρακτηριστικών της διανοιγείσας οδού το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι για το εναπομένον νότιο τμήμα δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας.

Συνεπώς, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το ποσό των 5.892.120 δρχ. και ήδη 17.291,62 ευρώ (982,02 τ.μ. χ 6.000 δρχ.) στους 12α, Χ. χήρα Δ. Μ. και 12β, Ν. Μ., κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 6.4.2000, Δ. Μ., ο οποίος με τη με αριθμό 24690/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είχε αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης...".

Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν, για την θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας για τις ιδιοκτησίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον παρέθεσε στην προσβαλλομένη απόφασή του για κάθε ακίνητο χωριστά τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επιδίκων ακινήτων.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του, μαχητού πλέον, τεκμηρίου ωφελείας των ως άνω ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει γι’ αυτούς η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου επί της διανοιγομένης οδού, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνον τότε θα έπρεπε να εξεταστούν και άλλα στοιχεία (οικοδομησιμότητα, δυνατότητες χρήσεως των ακινήτων) (ΑΠ 653/2014, ΑΠ 455/2016), συνακολούθως δε δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η περαιτέρω αναφορά των διαστάσεων (βάθους, μήκους προσώπου) εκάστου ακινήτου χωριστά προ της απαλλοτριώσεως από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού, ενώ, αν και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν ήταν ανάγκη, αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τόσον οι διατάξεις που ρυθμίζουν την κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση αρτιότητα των επιδίκων ακινήτων (βλ.

σελ. 5η της προσβαλλομένης αποφάσεως), όσον και οι επιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως των επιδίκων ιδιοκτησιών και συνακόλουθα στην αγοραία αξία αυτών.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον ίδιο λόγο και κατά το υπόλοιπο μέρος του, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται πλέον, υπό το πρόσχημα της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλειας, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα και, συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά το οικείο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από την μη καταβολή της αποζημιώσεως, στην ουσία, δηλαδή, πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. Επομένως, αναφορικά με την δικαστική δαπάνη θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στην δίκη της απαλλοτριώσεως, εκείνες, δηλαδή, των άρθρων 176, 189, 191 του Κ.Πολ.Δικ., 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου για την καταβολή της αποζημιώσεως και είναι πλήρης, δηλαδή ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως που επιδικάζεται και συγκεκριμένα σε 2% για την σύνταξη της αιτήσεως και 1% για την σύνταξη των προτάσεων με την παράσταση του δικηγόρου και τα λοιπά αναγκαία για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα.

Αντίθετα, στην δίκη αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 2 του ν. 3693/1957 για το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων ή για τον περιορισμό τους μέχρι του ποσού των 294 ευρώ. Και τούτο, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υποχρέου, να διεκδικήσει όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 455/2016, ΑΠ 411/2015, ΑΠ 2161/2013).

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., διότι δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, την οποία εσφαλμένως δεν εφάρμοσε, αλλά καθόρισε αυτήν, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.

γ’ του ν. 2882/2001, την οποία εσφαλμένως εφήρμοσε, στο ποσό των 8.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση σχετικώς με την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Το εκκαλούν - εναγόμενο, λόγω της εν μέρει ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων - εφεσιβλήτων και την αμοιβή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178, 183, 100 παρ. 1, 107, 110 παρ. 1, 114 παρ. 5 του ν. 3026/1954, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3659/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.11.2013 και με αριθμό καταθέσεως ...2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1715/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ