Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision regarding public land expropriation procedures.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Greek State's appeal against a second-instance administrative court decision concerning the expropriation of public land. The State argued that the lower court improperly accepted arguments regarding the land's public nature without proper procedural justification. The court ruled that the lower court had explicitly considered all evidence presented and that the State failed to demonstrate any legal error in the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)(c) KPolD; Art. 562(2) KPolD: An appeal argument is inadmissible if it relies on an assertion not legally presented in the court of first instance, unless it concerns a non-presentable violation, a defect inherent in the judgment, or public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1055 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1055/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Διονύσιο Χειμώνα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαρτίου 1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ΕΜ 103/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 811/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25 Αυγούστου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ... αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τη πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Kατ' ακολουθίαν, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το από 21-1-1967 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Συντονισμού και αεροφωτογραφία έτους λήψης 1945 που προσκόμισε και επικαλέστηκε το αναιρεσείον.
Οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ' αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε τους εις τον λόγο αυτό ισχυρισμούς της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ενόψει του ότι η επαναφορά τους στο Εφετείο δεν ήταν σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ., διότι έγινε με απλή ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου είναι απορριπτέος προέχοντος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η ακύρωση του ένδικου πρωτοκόλλου έγινε κατά παραδοχή σχετικού λόγου της ανακοπής της αναιρεσίβλητης περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων εκδόσεώς του λόγω του ότι δε πιθανολογήθηκε ότι η καταληφθείσα έκταση είναι δημόσιο κτήμα και ευρίσκεται υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου, η έρευνα της οποίας (ανακοπής) μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση που άσκησε το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει όμοια και όχι κατά παραδοχή πραγματικού ισχυρισμού που προβλήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης και επαναφέρθηκε στο Εφετείο επίσης με τις προτάσεις που αυτή κατέθεσε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ.
σχ. Ολ. ΑΠ 43/1990, ΑΠ 10/2008). Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη τα εις το λόγο αυτό αναφερόμενα έγγραφα, των οποίων η προσκόμιση και επίκληση εκ μέρους της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου δεν ήταν νόμιμη, είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το λόγο αυτό προβλήθηκαν εκ μέρους του αναιρεσείοντος στο Εφετείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Αυγούστου 2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 811/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ