1055/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 25/4/2006 κρινόμενης αίτησης ως προς την 5η και τον 10ο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
Legislator headnote
AI generated1055/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Επειδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσειούσης με προφορική δήλωση του στο ακροατήριο πριν από τη συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την πέμπτη και τον δέκατο από τους αναιρεσιβλήτους Ψ5 και Ψ10, έχοντας την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα της αναιρερεσειούσης (βλ .......
Full text
Απόφαση 1055 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1055/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με έδρα την Θεσσαλονίκη και επωνυμία "....... ΟΕ" όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κούκνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς αυτός να δώσει τα στοιχεία ταυτότητάς του και να καταθέσει νομιμοποιητικά έγγραφα, 2) Ψ2 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς αυτός να δώσει τα στοιχεία ταυτότητάς του και να καταθέσει νομιμοποιητικά έγγραφα, 3) Ψ3 η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς αυτός να δώσει τα στοιχεία ταυτότητάς του και να καταθέσει νομιμοποιητικά έγγραφα, 4) Ψ4 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς αυτός να δώσει τα στοιχεία ταυτότητάς του και να καταθέσει νομιμοποιητικά έγγραφα, 5) Ψ5 η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6) Ψ6 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς αυτός να δώσει τα στοιχεία ταυτότητάς του και να καταθέσει νομιμοποιητικά έγγραφα, 7) Ψ7 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς αυτός να δώσει τα στοιχεία ταυτότητάς του και να καταθέσει νομιμοποιητικά έγγραφα, 8) Ψ8 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς αυτός να δώσει τα στοιχεία ταυτότητάς του και να καταθέσει νομιμοποιητικά έγγραφα, 9) Ψ9 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς αυτός να δώσει τα στοιχεία ταυτότητάς του και να καταθέσει νομιμοποιητικά έγγραφα, 10) Ψ10 ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 11) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με έδρα το Μαρούσι Αττικής και επωνυμία "GENERALI HELLAS (ΤΖΕΝΕΡΑΛΙ ΕΛΛΑΣ) A.E." όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάσων Δουμπή, που κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 25/4/2006 κρινόμενης αίτησης ως προς την 5η και τον 10ο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2002 αγωγή των 1ης, 2ου, 3ης, 4ου, 5ης, 6ου, 7ου, 8ου, 9ου και 10ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 24/3/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της 11ης από αυτούς, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18087/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3077/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/4/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 28/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσειούσης με προφορική δήλωση του στο ακροατήριο πριν από τη συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την πέμπτη και τον δέκατο από τους αναιρεσιβλήτους Ψ5 και Ψ10, έχοντας την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα της αναιρερεσειούσης (βλ .......
πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονόκης Ελισάβετ Κουτελοπούλου). Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρα 294 εδ. α', 295 παρ. 1 εδ. α' και 573 παρ, 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει ως προς αυτούς να καταργηθεί η δίκη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω πρακτικά, οι αναιρεσίβλητοι Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ7, Ψ8 και Ψ9 φέρονται ότι παραστάθηκαν δια πληρεξούσιου δικηγόρου, ο οποίος δεν έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητας του.
Όμως οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν προσκόμισαν συμβολαιογραφικό έγγραφο με το οποίο να παρέχουν εντολή και πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη. Επομένως, θεωρούνται δικονομικώς απόντες (άρθρα 94 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ). Ακόμη, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ...., ..., ...., ....
και .... της ..... εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., οι αναιρεσίβλητοι Ψ1, Ψ2, Ψ6, Ψ7 και Ψ9 είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν στο δικαστήριο τούτο προς συζήτηση της υπό κρίση αναιρέσεως κατά την αρχική δικάσιμο στις 27-4-2007, κατά την οποία, με αίτηση της αναιρεσειούσης αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.
Κλήση των αναιρεσιβλήτων αυτών για την τελευταία αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη δικάσιμο αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. γ'και 575 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, από τις ..., ... και ... της .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ....
και από τα φύλλα .... και .... των εφημερίδων "......" και "......", αντιστοίχως, προκύπτει ότι για κάθε ένα από τους φερόμενους ως άγνωστης διαμονής άλλους, ως άνω, αναιρεσιβλήτους Ψ3, Ψ4 και Ψ8 επιδόθηκαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ακριβές αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αναιρέσεως, βεβαίωση του γραμματέα του δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο και κλήση για να παραστούν στη δικάσιμο αυτή και δημοσιεύτηκε περίληψη των επιδοθέντων ως άνω δικογράφων στις προαναφερερόμενες δύο εφημερίδες ύστερα από υπόδειξη του ανωτέρω Εισαγγελέα.
Κατά συνέπεια, όλοι οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, εφόσον δε αυτοί δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως στο δικαστήριο τούτο κατά την μετ' αναβολή νέα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ δήλωση, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν κι αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν.Γ.Π.Ν/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι εντεύθεν δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Έτσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από τη σύγκρουση αυτοκινήτων ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα ανελέγκτως διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά γεγονότα μπορούν, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αιτιακής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσο και ως προς τον βαθμό του πταίσματος κάθε οδηγού των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες προσδιόρισε σε 60% το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος στενού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων φυσικών προσώπων στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, κατά το οποίο συγκρούστηκε το οδηγούμενο από αυτόν μοτοποδήλατο με το αυτοκίνητο της αναιρεσειούσης, που οδηγούσε άλλο πρόσωπο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγουμένης συζητήσεως, που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγουμένης συζητήσεως προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μόνο με τον πιο πάνω τρόπο επαναφέρονται στη δίκη για την έφεση οι ισχυρισμοί, που είχαν προβληθεί στη δίκη ενώπιον του πρώτου βαθμού. Απαιτείται, συγκεκριμένα, τόσον η επανυποβολή τους τουλάχιστον με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων, που τους περιέχουν, όσο και η προσκομιδή σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων.
Η συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων, που είχαν υποβληθεί στον πρώτο βαθμό, στις προτάσεις για το Εφετείο, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών, που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων, που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους.
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο, διότι απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση της αναιρεσειούσης περί περιορισμού της ευθύνης της μέχρι της αξίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ως απλής κυρίας αυτού (άρθρ. 4 Ν.
ΓΠΝ/1911), παρόλο που νομοτύπως την είχε επαναφέρει ενώπιόν του. Ο λόγος αυτός από την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος, αφού ο αναιρεσείων δέχεται και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε για τυπικό λόγο την ανωτέρω ένσταση. Αλλά κι αν θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση, ότι γίνεται επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 14 του πιο πάνω άρθρου για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω μη επαναφοράς της άνω ενστάσεως, που η αναιρεσείουσα, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, είχε προβάλει, στο Εφετείο κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ,(άρθρο 562 παρ. 2 ίδιου κώδικα) αφού, όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις της για το τελευταίο αυτό δικαστήριο, δεν γίνεται σ' αυτές ειδική μνεία της ενστάσεως σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων, αλλά αυτή περιέχεται μόνο στις τελευταίες αυτές προτάσεις, που έχουν συρραφεί και ενσωματωθεί στις προτάσεις για το Εφετείο.
Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρά το νόμο απέρριψε με ασαφείς αιτιολογίες την πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθείσα, προς απόκρουση της κατά της αναιρεσειούσης ασφαλισμένης παρεμπιπτούσης αγωγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ένσταση ανυπαρξίας αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ασφαλιστικού βάρους και ζημίας, ως μη νόμιμη.
Ο λόγος αυτός, ως αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον και η αναιρεσείουσα δέχεται, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, ως αιτίαση δε από την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του ίδιου άνω άρθρου (έλλειψη νόμιμης βάσεως με ανεπαρκείς αιτιολογίες) είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο εισήλθε στην κατ' ουσίαν εξέταση του ισχυρισμού και όχι όταν τον απέρριψε ως μη νόμιμο, όπως φέρεται εν προκειμένω.
Εξάλλου, με τον ίδιο άνω λόγο της αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρωτοδίκως και κατ' έφεση επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της προβληθείσης ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αναγωγής της παρεμπιπτόντως εναγούσης - αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ήτοι ότι η παραδοχή της αγωγής αυτής θα προκαλέσει στην πρώτη δυσανάλογη ζημία, αφού οι παραβάσεις των ασφαλιστικών βαρών εκ μέρους της ασφαλισμένης αναιρεσειούσης, στις οποίες στηρίζεται το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης, δεν επέδρασαν στο ύψος της ζημίας, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα είχε συνομολογήσει ενυπογράφως τη χρήση του αυτοκινήτου από τον Γ1 και η αναιρεσείουσα δεν γνώριζε, ούτε ήταν δυνατό να γνωρίζει την παραχώρηση από εκείνον της χρήσεως του αυτοκινήτου σε τρίτο πρόσωπο, που το οδηγούσε κατά το ατύχημα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος όσον αφορά μεν τα ως άνω δύο πρώτα περιστατικά ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο τα έλαβε υπόψη, προκειμένου ν' απορρίψει την πιο πάνω ένσταση, όσον αφορά δε το τρίτο περιστατικό ως αλυσιτελής, διότι αυτό αναφέρεται στο ασφαλιστικό βάρος της μη παραχωρήσεως της χρήσεως του αυτοκινήτου σε τρίτο, όχι δε και στο μη πληττόμενο αποτελεσματικώς με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως άλλο ασφαλιστικό βάρος, που αφορά τη συνομολογηθείσα ιδιωτική χρήση του αυτοκινήτου, η παραβίαση του οποίου εκ μέρους της ασφαλισμένης αναιρεσειούσης επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο έγινε δεκτή η ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα ως μη διαλαμβάνουσα κατά τρόπο ορισμένο τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, παρόλο που την περί αοριστίας αυτής του αγωγικού δικογράφου ένσταση είχε προβάλει η αναιρεσείουσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, σε κάθε δε περίπτωση, διότι από τις προτάσεις, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε για το Εφετείο, δεν προκύπτει παραδεκτή προβολή σε αυτό του περί της προβαλλομένης αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού, αφού αυτός περιέχεται στις ενσωματωμένες πρωτόδικες προτάσεις, χωρίς να γίνεται ειδική μνεία αυτού στις προτάσεις εκείνες σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδίκων και ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη χωρίς να έχουν προταθεί στο Εφετείο κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
ΙV. Επειδή ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα έγγραφα, που παραδεκτώς και νομίμως είχαν προσκομίσει με επίκληση οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου του αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ, εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό. Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται και ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο, ότι έχει το έγγραφο αυτό και να παρατίθεται κατά λέξη το αληθινό περιεχόμενό του, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο, που φέρεται ότι δέχτηκε το δικαστήριο, να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει, αν υπάρχει διαγνωστικό λάθος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ'του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη στο σύνολό του το υπ' αριθ. 10261743 ασφαλιστήριο με τις γενικές εξαιρέσεις και τους ειδικότερους όρους, με το οποίο η αναιρεσείουσα κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία τη σύμβαση ασφαλίσεως για το ζημιογόνο αυτοκίνητο για ιδιωτική χρήση και με οδηγό τον Γ1, καθώς και το μισθωτήριο συμβόλαιο, με το οποίο η αναιρεσείουσα φέρεται να εκμίσθωσε στον πιο πάνω οδηγό το αυτοκίνητο αυτό για ίδια χρήση, τα οποία, έγγραφα, η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στο Εφετείο προς απόκρουση της παρεμπιπτούσης αγωγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τις αιτιολογίες της, σε αυτή ρητώς μνημονεύονται τα ανωτέρω έγγραφα και το Εφετείο τα έλαβε υπόψη στο σύνολό του περιεχομένου τους για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικώς με την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή.
Εξάλλου, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.πολ.Δ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου των ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεως, που η αναιρεσείουσα κατάρτισε με τον Γ1 για το άνω αυτοκίνητο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, λόγω αοριστίας, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω αποδεικτικών εγγράφων, ούτε και το ακριβές περιεχόμενο που δέχτηκε το Εφετείο, ότι έχουν τα έγγραφα αυτά αλλά μόνο τον γενόμενο από το δικαστήριο χαρακτηρισμό των συμβάσεων, που έχουν συναφθεί με αυτά.
V. Επειδή μετά τα παραπάνω πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως προς όλους τους άλλους αναιρεσιβλήτους, εκτός από εκείνους ως προς τους οποίους καταργείται η δίκη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παράστασης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Καταργεί τη δίκη ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ψ5 και Ψ10.
Απορρίπτει την από 25-4-2006 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".......... ΟΕ", για αναίρεση της 3077/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους.Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS (ΤΖΕΝΕΡΑΛΙ ΕΛΛΑΣ) ΑΕ, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ