Legislator Case Law & Legislation
1054/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to raise inadmissibility arguments before lower court.

Case Number 1054/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued the lower court should have rejected a claim for reinstatement as inadmissible due to lack of legal interest, but failed to raise this procedural objection before the Court of Appeal. The court ruled that such inadmissibility arguments must be presented to the lower court to be considered, and since they were not raised, the appeal was rejected as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; inadmissibility objections must be raised before the court of first instance, otherwise the appeal is rejected.

Keywords

AI generated
procedural objection inadmissibility labor dispute reinstatement claim appeal dismissal legal interest Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 144 of the Code of Civil Procedure
Article 145, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 599, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1054 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1054/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ Μ.ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Λουκέρη και Δημητρίου Ιωαννίδη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις

Της αναιρεσίβλητης: Θ. Λ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 722/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2054/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την υπό κρίση από 4.12.2023 (με αριθ. εκθ. καταθ. 9976/985/7.12.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2054/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρ. 614 περ. 3 ΚΠολΔ). Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 6.10.2022 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθ. 722/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η από 18.7.2019 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είχε γίνει εν μέρει δεκτή, και, αφού η αμέσως προαναφερόμενη απόφαση εξαφανίστηκε εν μέρει, και δη κατά το μέρος της που αφορούσε επιδίκαση μισθών υπερημερίας, απορρίφθηκε κατά το αντίστοιχο μέρος της ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς το μέρος της εκείνο κατά το οποίο η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 7.12.2023 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 26.4.2023, δηλαδή κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 18.7.2019 (με αριθ. εκθ. κατ. 66357/1685/24.7.2019) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, ζήτησε 1)να αναγνωριστεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει στην αγωγή της, ότι είναι άκυρη, ως καταχρηστική, η από 8.5.2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αορίστου χρόνου, στην οποία προέβη η εργοδότριά της εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, 2)να υποχρεωθεί η τελευταία α)να την απασχολεί όπως και πριν την άκυρη καταγγελία, έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση της απόφασης, και β)να της καταβάλει το ποσό των 19.076,60 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 8.5.2019 μέχρι 8.9.2019, νομιμοτόκως, και 3)να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία υποχρεούται να της καταβάλει α)το ποσό των 19.076,60 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 9.9.2019 μέχρι 31.12.2019 και β)το ποσό των 14.073,28 ευρώ που αντιστοιχεί στα μη καταβληθέντα σ' αυτήν επιδόματα ισολογισμού για τα έτη 2015, 2016, 2017, νομιμοτόκως.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθ. 722/2022 απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς το υπό στοιχ. 3β' αίτημά της (ήτοι ως προς το κονδύλιο περί επιδόματος ισολογισμού), δέχθηκε εν μέρει αυτή και 1)αναγνώρισε ως άκυρη την από 8.5.2019 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, 2) υποχρέωσε την εναγομένη α)να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας με τους όρους της σύμβασης εργασίας της, τούτο δε με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της στη διάταξη αυτή της απόφασης, και β) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 19.076,60 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 8.5.2019 έως 8.9.2019, νομιμοτόκως, και 3)αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 19.076,60 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το μεταγενέστερο ως άνω διάστημα, νομιμοτόκως.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 6.10.2022 (με αριθ. καταθ. 96587/4947/2022) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, υπ' αριθ. 2054/2023, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς τις διατάξεις της για τους μισθούς υπερημερίας, απέρριψε την αγωγή ως προς τα αιτήματα αυτά ως ουσιαστικά αβάσιμη (κατά παραδοχή της επικουρικά προβληθείσας ένστασης της εναγομένης - εκκαλούσας περί συμψηφισμού εν συνόλω των απαιτήσεων αυτών με ανταπαίτησή της λόγω καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, που, εν τέλει, ήτοι και σε δεύτερο βαθμό, κρίθηκε ότι ήταν άκυρη ως καταχρηστική). 3.

Από τις ισχύουσες για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία αυτή συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομελής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της όμως δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Πιο συγκεκριμένα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου (ΟλΑΠ 3/2024, ΑΠ 516/2023, 139/2023, 258/2019). Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 1740/2024, 1561/2023, 892/2021, 725/2020).

Έτσι, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθενται στο εισαγωγικό δικόγραφο, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα (ΑΠ 1301/2022, 749/2020, 84/2011), ήτοι περιστατικά από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά όρια της ΑΚ 281 (ΑΠ 679/2023, 84/2011).

Περαιτέρω, η νοµική αοριστία της αγωγής συνδέεται µε τη νοµική εκτίµηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος για να κρίνει νόµιµη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όµως, του δικογράφου της αγωγής µπορεί να µην είναι νοµική αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτηµα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόµου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεµελιώνουν την εφαρµογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1569/2024, 2/2024, 679/2023). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτήν, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1281/2024, 679/2023, 86/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισµένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117- 118 του ίδιου Κώδικα, α)σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεµελιώνουν σύµφωνα µε τον νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγοµένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς και γ) ορισµένο αίτηµα (ΑΠ 679/2023, 916/2022, 473/2022, 33/2022).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση στην αγωγή της η ενάγουσα, για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ακυρότητας, ως καταχρηστικής, της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ιστορούσε τα εξής: Ότι υπήρξε υποδειγματική στην εκτέλεση των καθηκόντων της καθ' όλα τα έτη της απασχόλησής της. Ότι στα πλαίσια δικαστικής διαμάχης που ξεκίνησε μεταξύ των δύο εταίρων της εναγομένης εταιρίας, οι σχέσεις των οποίων από τις αρχές του έτους 2017 δεν εξελίσσονταν πλέον ομαλά, και δη με αφορμή τη συζήτηση της από 11.6.2018 (με αριθ.

καταθ. 56158/6110/2028) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του ενός εκ των εταίρων, Π. Π., σε βάρος του άλλου εταίρου, Κ. Μ., η οποία αφορούσε στην εξέλιξη της διαχειριστικής εξουσίας του τελευταίου στα εταιρικά ζητήματα έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεώς του για έξοδο από την εταιρία, προβλήθηκαν ορισμένοι ισχυρισμοί του Π.

Π., εν είδει κατηγορίας προς το πρόσωπο του Κ. Μ., υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της εταιρίας, οι οποίοι (ισχυρισμοί) αφορούσαν οικονομικά ζητήματα της εταιρίας, από τεχνική - διαδικαστική πλευρά, ήτοι α) το ζήτημα της έκδοσης επιταγών με ετεροχρονισμένες αποδείξεις είσπραξης, β) την ύπαρξη αποδείξεων καταβολής μεγάλων χρηματικών ποσών χωρίς να φέρουν υπογραφές την ληπτών, ενέργειες οι οποίες αποδόθηκαν σε υπαιτιότητα του Κ.

Μ. Ότι γνωρίζοντας η ίδια, που εργαζόταν στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας, και συγκεκριμένα στο λογιστήριο αυτής, την πραγματική σκοπιά των ανωτέρω, και πάντως έχοντας έλθει τα προηγούμενα χρόνια σε άμεση συνδιαλλαγή με τον Κ. Μ., που ήταν εκείνος που διατηρούσε πιο ενεργή παρουσία στην εταιρία σε σχέση με τον Π.

Π., προέβη, με γνώμονα το καλό της εταιρίας και μόνο και την απόδοση δικαιοσύνης, στην υπ' αριθ. ....2018 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π. (το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει). Ότι με την εξέλιξη της εκτενούς δικαστικής διαμάχης και μετά από απόφαση της Γ.Σ. της εταιρίας, ο Κ. Μ. αποχώρησε στις 5.2.2019 από την εταιρία, η δε εταιρία (εναγομένη) τροποποιήθηκε στην παρούσα μορφή της ως Μονοπρόσωπη ΙΚΕ, με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον Π.

Π. Ότι ευθύς αμέσως μετά την ανάληψη των ηνίων της εταιρίας από τον Π. Π. της προτάθηκε, προσχηματικά, μείωση των μηνιαίων αποδοχών της κατά ποσοστό 75% (από 2.660 ευρώ σε 700 ευρώ), η δε ίδια, όπως η εταιρία γνώριζε εξαρχής, αρνήθηκε. Ότι στις 8.5.2019 ο Π. Π. κατήγγειλε, υπό την ως άνω ιδιότητά του, τη σύμβαση της εργασίας της, πλην όμως η καταγγελία αυτή υποκινήθηκε από ταπεινά ελατήρια εκδίκησης προς το πρόσωπό της λόγω της ένορκης κατάθεσης που έδωσε νομίμως στα πλαίσια της δικαστικής διαμάχης των δύο εταίρων, η οποία, παρ' ότι ήταν πλήρως αμερόληπτη και αντικειμενική και δεν περιείχε καμία αρνητική υπόνοια για κανέναν από τους δύο εταίρους, απέβη προς όφελος του Κ.

Μ., γεγονός που οδήγησε τον Π. Π. σε σταδιακή αποξένωσή της και, εν τέλει, στην απόλυσή της. Ότι, συνεπώς, για την ανωτέρω αιτία και επειδή δεν συνέτρεχε κανένας αντικειμενικός λόγος η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν καταχρηστική, άλλως ήταν καταχρηστική διότι ήταν το επαχθέστερο μέσο, χωρίς στην πραγματικότητα να αναζητηθεί κάποιο ηπιότερο και ως τέτοιο δεν μπορεί να θεωρηθεί η κατά τα ανωτέρω προταθείσα προσχηματική μείωση των αποδοχών της, που κατεδείκνυε προειλημμένη απόφαση απομάκρυνσής της, άλλως, ήτοι και αν ήθελε κριθεί ότι η απόλυσή της οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους, ήταν καταχρηστική και, επομένως, άκυρη, διότι δεν ήταν ορθή η επιλογή της ως απολυτέας.

Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή δεν ήταν αόριστη ως προς το σκέλος της που αφορούσε στη θεμελίωση της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, επειδή η άσκησή της υπερέβη προφανώς τα όρια της ΑΚ 281, για το λόγο ότι υπαγορεύτηκε από κίνητρα ξένα προς το σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα, εξαιτίας διάθεσης εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στην εργοδότρια εταιρία συμπεριφορά της εργαζομένης ενάγουσας.

Και τούτο, διότι, σε συνάρτηση και με όσα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις αναπτύσσονται, η ενάγουσα, διώκοντας την αναγνώριση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ως καταχρηστικής για την πιο πάνω αιτία (διάθεση εκδίκησης εκ μέρους της εργοδότριας εναγομένης) επικαλέστηκε σχετικώς στο αγωγικό της δικόγραφο, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής καθ' ο μέρος με αυτήν γίνεται επίκληση ότι η καταγγελία υπερέβη τα αξιολογικά όρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ επειδή υπαγορεύθηκε από τα συγκεκριμένα κίνητρα (διάθεση εκδίκησης) της εργοδότριας και, συνεπώς, καθίσταται απαγορευμένη.

Ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εκ των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, αληθώς όμως μόνο εκ των αριθμών 8 και 14 του ως άνω άρθρου ως εκ της αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειας περί ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, κατά τα άνω στην οικεία προηγηθείσα νομική σκέψη αναφερόμενα, με την αιτίαση, ειδικότερα, πλην όμως μη ορθώς, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, όπως η ίδια ζήτησε τόσο κατά τον πρώτο βαθμό όσο και κατ' έφεση, επειδή, σύμφωνα με όσα η ίδια υποστηρίζει, στην αγωγή, πέρα από την ως άνω γενική αναφορά της ενάγουσας περί απόλυσής της για λόγους εκδίκησης, δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά που προηγήθηκαν της απόλυσης και μαρτυρούν πρόθεση εκδίκησης, εμπάθειας και εχθρότητας, και δεν εξειδικεύονται έμπρακτες εκδηλώσεις μιας τέτοιας ενδιάθετης κατάστασης της ίδιας (εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας) ως εργοδότριας.

Αβάσιμος, εξάλλου, και συνεπώς απορριπτέος είναι, περαιτέρω, ως προς το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς δεν απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή, μολονότι αυτή περιείχε λιγότερα από τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία, ήτοι στοιχεία που και αληθή υποτιθέμενα δεν θα στοιχειοθετούσαν προφανή υπέρβαση των ορίων της διάταξης αυτής (ΑΚ 281), ενώ παράλληλα δεν υφίστατο, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, και ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, αφού μεταξύ της δοθείσας από την ενάγουσα ένορκης βεβαίωσης (18.6.2018) και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της (8.5.2019) μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το ο οποίο η ενάγουσα εξακολούθησε να ασκεί ακώλυτα τα καθήκοντά της, η δε απόλυσή της, αν πράγματι οφειλόταν σε διάθεση εχθρότητας ή εμπάθειας, θα έπρεπε, κατά τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να γίνει αμέσως μετά τη δοθείσα ένορκη βεβαίωση και δη μέσω και πάλι του Π.

Π., που τότε ήταν ο ένας εκ των δύο διαχειριστών, που μπορούσαν να δρουν ατομικά και να δεσμεύουν την εργοδότρια εταιρία εκπροσωπώντας αυτήν προς τα έξω. Και τούτο διότι, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής που ανωτέρω εκτίθεται και σε συνάρτηση με όσα σχετικώς στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις διαλαμβάνονται, η αγωγή δεν έπασχε νομική αοριστία και, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας νόμιμη αυτήν, δεν αρκέστηκε για τη θεμελίωσή της, καθ' ο αφορά στην καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας λόγω υπέρβασης των ορίων της ΑΚ 281 για την ανωτέρω αιτία, δηλαδή ως φερόμενης να έγινε από διάθεση εκδίκησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρίας, σε στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο.

Ήτοι, η ενάγουσα, για τη θεμελίωση κατά νόμο της αγωγής κατά το μέρος της αυτό, δηλαδή διώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας για τη συγκεκριμένη αιτία, επικαλείται, όπως απαιτείται, τα πραγματικά περιστατικά εξαιτίας των οποίων η επίμαχη καταγγελία είναι, κατ' αυτήν, άκυρη ως καταχρηστική και δεν απαιτείτο να εξειδικεύσει και εξηγήσει γιατί η καταγγελία αυτή, στην οποία αποδίδει τα κίνητρα που πιο πάνω αναφέρονται, ασκήθηκε, ως δικαίωμα, στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο που εν τέλει έλαβε χώρα, μετά τη φερόμενη ως μη αρεστή στην εναγομένη εργοδότρια προηγηθείσα νόμιμη συμπεριφορά της.

Όσα, δε, περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το σκέλος αυτό του δευτέρου λόγου της αναίρεσής της επικαλούμενη εσφαλμένα την αναγκαιότητα ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μη αρεστής συμπεριφοράς της ενάγουσας και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, δεν αφορούν στη νομική θεμελίωση της αγωγής, ως προς το συγκεκριμένο αίτημα, αλλά, στην πραγματικότητα, άρνηση, εκ μέρους της εναγομένης εργοδότριας, της αγωγής ως προς το στοιχείο των κινήτρων που η ενάγουσα αποδίδει στην επίμαχη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. 4.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, ήταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 2/2019, 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, 1/1999, ΑΠ 1464/2022, 1283/2021).

Εξάλλου, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μόνο, δηλαδή, το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, 1/1999, ΑΠ 1464/2022, 1283/2021).

Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, ΑΠ 1283/2021, 1368/2019). Δεν αποτελούν δε "ζητήματα" οι αιτιολογίες, σχετικά με την αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή αντιφάσεις, σχετικά με τη νομική ή επί των αποδείξεων επιχειρηματολογία των διαδίκων ή τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των κρίσιμων περιστατικών (ΑΠ 312/2023, 996/2020, 291/2020), ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 996/2020, 291/2020, 804/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη Θ. Λ. του Π. και της Ο., ... προσλήφθηκε στις ...-1995 από την εδρεύουσα στην Αθήνα (επί της οδού ...) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΠΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί σε αυτήν ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της βοηθού λογιστή πλήρους απασχόλησης .....Τα ειδικότερα καθήκοντα της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης ως βοηθού λογιστηρίου και υπαλλήλου που τηρεί λογιστικά βιβλία συνίσταντο στην εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας άπτετο των λογιστικών θεμάτων της εταιρείας, πλην της μισθοδοσίας των υπαλλήλων ......Κατόπιν συγχώνευσης της ως άνω εργοδότριας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΠΕ" και της επίσης εδρεύουσας στην Αθήνα ...

εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ" .....συστάθηκε η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ", με έδρα το Δήμο Αθηναίων (οδός ...), διάρκεια πενήντα (50) έτη και σκοπό την εισαγωγή και πώληση χονδρικά και λιανικά αθλητικών ειδών παντός είδους και μορφής, όπως και η εμπορία παντός αθλητικού είδους ημεδαπού ή η αλλοδαπού. ........

Εν συνεχεία ....με την υπ' αριθ. ...-2014 συμβολαιογραφική πράξη ...που καταχωρήθηκε νόμιμα στο ΓΕΜΗ .... τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο το καταστατικό της ως άνω εταιρείας στην οποία μόνοι εταίροι ήταν: 1) Ο Π. Π. του Δ. και της Α., έμπορος ...... και 2) Ο Κ. Μ. του Μ. και της Σ., έμπορος .... οι οποίοι ήταν και συνδιαχειριστές της εταιρείας, η οποία δραστηριοποιείται στην εμπορία αθλητικών ειδών, διατηρούσε δε σε όλη την Ελλάδα 113 καταστήματα λιανικής - χονδρικής πώλησης, 23 καταστήματα υπό το σύστημα δικαιόχρησης (franchise) και 6 καταστήματα shop in shop και απασχολούσε 730 εργαζόμενους - υπαλλήλους, το δε μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανερχόταν στο ποσό του 1.020.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 34.000 εταιρικά μερίδια, αξίας 30 ευρώ, εκ των οποίων ο μεν Π.

Π. είχε καταβάλει 765.000 ευρώ και συμμετείχε στην εταιρία με μία μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 25.500 εταιρικά μερίδια (ποσοστό 75%), ο δε Κ. Μ. είχε καταβάλει 255.000 ευρώ και συμμετείχε στην εταιρεία με μία, επίσης, μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 8.500 μερίδια (ποσοστό 25%). Δυνάμει της από 30-1-2019 απόφασης της συνέλευσης των εταίρων, αποφασίσθηκε η μείωση του εταιρικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 255.000 ευρώ με επιστροφή μετρητών στον εξερχόμενο εταίρο Κ.

Μ. και ακύρωση των 8.500 εταιρικών μεριδίων του συνολικής ονομαστικής αξίας 255.000 ευρώ, λόγω εξόδου του από την εταιρία δυνάμει της υπ' αριθ. 196/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταβολή στον ως άνω εξερχόμενο εταίρο επιπλέον του ποσού των 8.520.000 ευρώ από τα κέρδη σε εξόφληση του συνολικού ποσού της πραγματικής αξίας της μερίδας του, ήτοι του ποσού των 8.775.000 ευρώ, όπως αυτή προσδιορίστηκε με την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (...).

Καθολική διάδοχος της ως άνω εταιρείας είναι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ Μ.ΕΠΕ", της οποίας μοναδικός εταίρος και διαχειριστής είναι ο Π. Π. Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εργάστηκε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία από την αρχή της πρόσληψής της (...-1995) μέχρι την 8-5-2019, οπότε η τελευταία (εναγομένη) νομίμως εκπροσωπούμενη από τον μοναδικό εταίρο και διαχειριστή, Π.

Π., κατήγγειλε εγγράφως και χωρίς προειδοποίηση τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης .....Καθ' όλο το ως άνω διάστημα της εργασίας της επί είκοσι τέσσερα [24] συναπτά έτη η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη απασχολούνταν στο Τμήμα Λογιστηρίου της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και εκτελούσε με υπευθυνότητα, επιμέλεια και ευσυνειδησία τα εργασιακά καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί, έχοντας άριστη συνεργασία με τους συναδέλφους της, χωρίς ποτέ έως την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της στις 8-5-2019 να διατυπωθεί σε βάρος της παράπονο ή σύσταση από τους εταίρους, διαχειριστές και νόμιμους εκπροσώπους της εργοδότριας εταιρείας Π.

Π. και Κ. Μ., οι οποίοι έτρεφαν απόλυτη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό της και γι' αυτό άλλωστε την τοποθέτησαν και στο Τμήμα Λογιστηρίου σχεδόν από την αρχή, ενώ η ίδια παρέμεινε σε μια τέτοια καίρια θέση για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία. Ωστόσο, από τις αρχές του έτους 2017 οι σχέσεις των δύο ως άνω εταίρων άρχισαν να διαταράσσονται, γεγονός που επηρέασε και τη λειτουργία της εταιρείας, την ψυχολογία των εργαζομένων και το γενικότερο κλίμα που επικρατούσε στο χώρο εργασίας, ειδικά για όσους απασχολούνταν στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας, όπου στεγαζόταν και το Λογιστήριο.

Αιτία της ως άνω εξέλιξης ήταν η δυσπιστία που ο εταίρος Π. Π. άρχισε να εκδηλώνει στο πρόσωπο του εταίρου Κ. Μ., παρά τη συνεχιζόμενη κερδοφόρο πορεία της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία. Ο εταίρος Π. Π. άρχισε να αμφισβητεί έντονα τον τρόπο άσκησης των διαχειριστικών καθηκόντων του εταίρου Κ.

Μ., εκφράζοντας μάλιστα την επιθυμία το Φεβρουάριο του έτους 2017 να προβεί σε έλεγχο της διαχείρισης των οικονομικών της εταιρείας και συγκεκριμένα του ταμείου και των τραπεζικών λογαριασμών. Παρά την αντίδραση του Κ. Μ., ιδίως ως προς το να γίνει ο έλεγχος αυτός για λογαριασμό και με επιβάρυνση της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ", ο Π.

Π., κατά το χρόνο που ο εταίρος Κ. Μ. απουσίαζε σε επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα, δίχως να ενημερώσει τον τελευταίο, ανέθεσε το Φεβρουάριο του 2017 ως διαχειριστής και για λογαριασμό της εταιρείας, στο Λογιστή - Φοροτεχνικό Α' τάξης, Μ. Β. τον εσωτερικό έλεγχο αυτής, θέτοντας στη διάθεσή του όλα τα απαραίτητα στοιχεία του λογιστηρίου.

Ο απών εταίρος Κ. Μ. ενημερώθηκε αμέσως μετά την επιστροφή του από την Κίνα στο τέλος του Φεβρουαρίου 2017, οπότε ο λογιστής της εταιρείας έθεσε υπόψη του την από 13-2-2017 σχετική επιστολή του Π. Π. προς τον Μ. Β. σχετικά με την ανάθεση του ως άνω ελέγχου, ενώ την 18-4-2017 ο εταίρος Κ. Μ. πληροφορήθηκε ότι την 1-3-2017 ο εταίρος Π.

Π. υπέγραψε για λογαριασμό της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ" με τον Μ. Β. σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών για τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας και κυρίως ταμείου - επιταγών και τραπεζικών λογαριασμών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-12-2016, αλλά και την παροχή υπηρεσιών οικονομικού Συμβούλου με στόχο τη βελτίωση της λειτουργίας του λογιστηρίου και των οικονομικών μεγεθών της εταιρείας, με τη μνεία μάλιστα ότι οι υπηρεσίες αυτές θα συνεχίζονται να παρέχονται και μετά την 1-1-2017 .......Η ενέργεια αυτή του εταίρου Π.

Π. να αναθέσει σε τρίτο πρόσωπο, μη κοινής με τον εταίρο Κ. Μ. αποδοχής, να προβεί σε εσωτερικό έλεγχο της εν γένει διαχείρισης της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ" από το έτος 2005 και εφεξής, αποκτώντας πρόσβαση σε έγγραφα και στοιχεία ως επί το πλείστον απόρρητα, δίχως τη συναίνεση του εταίρου Κ. Μ. και μάλιστα στο όνομα της εταιρείας με οικονομική επιβάρυνση αυτής, πυροδότησε τις σχέσεις των δύο εταίρων.

Ο λογιστής - φοροτεχνικός Α' τάξης, Μ. Β., διενήργησε κατ' εντολή του εταίρου Π. Π., δειγματοληπτικό έλεγχο στη διαχείριση των χρηματικών διαθεσίμων και αξιόγραφων της εταιρείας για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως και 31-12-2016 και συνέταξε την από 20-10-2017 "Έκθεση επί του Προσυμφωνημένων Διαδικασιών της εταιρείας ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ".

Ο εταίρος Κ. Μ. εξέλαβε την ως άνω κίνηση ως μομφή κακοδιαχείρισης στο πρόσωπό του και οι δύο εταίροι άρχισαν να ανταλλάσσουν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και εξώδικα έγγραφα μεταξύ τους, ενώ οι διά ζώσης διαπληκτισμοί τους έγιναν όλο και πιο συχνοί και ξεκίνησε μεταξύ τους έντονη δικαστική διαμάχη.

Στις 25-10-2017 συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 9-8-2017 (...) αίτηση ασφαλιστικών του Κ. Μ. κατά της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ", η οποία συνεκδικάσθηκε με την από 25-10-2017 πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε προφορικά με δήλωση στο ακροατήριο υπέρ της τελευταίας ο Π. Π. Επ' αυτών συνεκδικαζόμενων κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η υπ' αριθ. 8571/7-12-2017 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου ..., η οποία απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, επέτρεψε στον τότε αιτούντα εταίρο Κ.

Μ. την έξοδό του από την τότε καθ' ης εταιρεία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ" και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη, ως προς την πραγματική περιουσιακή της εταιρείας κατά το χρόνο της συζήτησης (25-10-2017) καθώς και την πραγματική αξία της μερίδας συμμετοχής του, μετά τη διενέργεια της οποίας [πραγματογνωμοσύνης] με την υπ' αριθ. 196/2019 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, η αξία της συμμετοχής του ως άνω εξερχόμενου εταίρου καθορίστηκε στο ποσό των 8.755.000 ευρώ.

Στις 18-6-2018 στο πλαίσιο της ανωτέρω αντιδικίας των δύο εταίρων η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την υπ' αριθ. 8978/18-6-2018 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π. κατέθεσε, όπως αναφέρεται σε αυτήν: i)προς αντίκρουση της αίτησης για χορήγηση προσωρινής διαταγής, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 11-6-2018 (.....) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του εταίρου και συνδιαχειριστή της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ", Π.

Π. κατά του Κ. Μ. του Μ., η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 19-6-2018, ii)προς αντίκρουση της από 11-6-2018 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (....) και iii)προς υποστήριξη και απόδειξη της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 13-4-2018 (....) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Κ. Μ., αναφερόμενη στον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας, τη λειτουργία και την οργάνωση του κεντρικού της λογιστηρίου, το ζήτημα των ετεροχρονισμένων αποδείξεων είσπραξης, την ύπαρξη κοινού τραπεζικού λογαριασμού των δύο εταίρων, τις αποδείξεις μεγάλων ποσών και τον τρόπο διαχείρισης της εταιρείας.

Ειδικότερα κατέθεσε επί λέξει τα εξής: "Τυγχάνω υπάλληλος της εταιρείας από την ...-1995, ως βοηθός λογιστή στην εταιρεία, με αντικείμενο εργασία οτιδήποτε άπτεται των λογιστικών θεμάτων της εταιρείας, πλην της μισθοδοσίας των εργαζομένων ....Ειδικότερα, εκ της θέσεώς μου ως υπαλλήλου του Λογιστηρίου της εταιρείας, είμαι σε θέση να γνωρίζω πολύ καλά τα εξής:

Ο κύριος Μ. στεγάζεται στο χώρο του Λογιστηρίου της εταιρείας, χωρίς ωστόσο να εμπλέκεται στην διεκπεραίωση των λογιστικών εργασιών. Όποτε κρίνεται αναγκαίο, δίνει κάποιες κατευθύνσεις, από κοινού με τον κύριο Π., ως εταίροι και συνδιαχειριστές της εταιρείας. Σχετικά με το ζήτημα της έκδοσης επιταγών με ετεροχρονισμένες αποδείξεις είσπραξης, το οποίο ετέθη από τον κύριο Π., χωρίς να γνωρίζω (άλλωστε δεν εξειδικεύει) σε ποιες επιταγές αναφέρεται, μπορώ να βεβαιώσω ότι στο παρελθόν υπήρχαν ορισμένες περιπτώσεις, όπου για κάποιες επιταγές πελατών, γινόταν κατάθεση σε κοινό λογαριασμό των κυρίων διαχειριστών, Π.

και Μ., και όταν γινόταν η εξόφλησή τους, το αντίστοιχο τμήμα με ενημέρωνε, και εγώ κατόπιν, με εντολή και των δύο διαχειριστών, προσωπικά ή κάποια συνάδελφος, κόβαμε τις αποδείξεις. Αυτό γινόταν μεταγενέστερα διότι αργούσε να έρθει η ενημέρωση ή σε κάποιες περιπτώσεις εξαιτίας του μεγάλου όγκου των ενημερώσεων, μπορεί και να γινόταν παράλειψη.

Όταν εντοπιζόταν, κοβόταν η απόδειξη. Όλα αυτά που αναφέρω βέβαια, γίνονταν στα πλαίσια συμφωνίας των λογαριασμών του λογιστικού σχεδίου και κυρίως των επιταγών πελατείας. Γνώστες της κατάστασης και του χειρισμού ήταν αμφότεροι οι εταίροι και συνδιαχειριστές της εταιρείας, καθώς και ο οικονομικός διευθυντής.

Για το παραπάνω ζήτημα, δεν εμπλέκονται άμεσα οι κύριοι Μ. και Π., πέραν των γενικών κατευθύνσεων που είχαν δοθεί και από τους δύο συγχρόνως ως συνδιαχειριστές της εταιρείας, τις οποίες εμείς ακολουθούσαμε. Και αυτό γιατί απ' ότι ξέρω δεν είχαν και τις τεχνικές και ειδικές λογιστικές γνώσεις. Γνωρίζω ότι συμμετείχαν σε συμβάσεις και συναντήσεις με τράπεζες και συνεργάστες στο λογιστήριο.

Είχαν και οι δύο γραφεία εντός λογιστηρίου απλά ο κύριος Π. απ' ότι ξέρω χρησιμοποιούσε έναν άλλο χώρο στη οδό ... στο κέντρο ως επί το πλείστον. Αντιθέτως, ο κύριος Μ. ερχόταν στο δικό του συνήθως μία φορά την εβδομάδα και ασχολούνταν με διάφορες εργασίες του ενώ παράλληλα υπέγραφε και έγγραφα τα οποία έχρηζαν υπογραφής διαχειριστή.

Επιπλέον ο κύριος Μ. είχε επιφορτιστεί με την εποπτεία της οργάνωσης του λογιστηρίου. Επίσης, σε σχέση με τις "αποδείξεις μεγάλων χρηματικών ποσών", οφείλω να αναφέρω ότι παρ' ότι προσωπικά δεν έχω καμία ανάμειξη αλλά ούτε και εμπλοκή σε όλη την αναφορά του, ωστόσο γνωρίζω από τον αρμόδιο υπάλληλο, ο οποίος υπενθύμισε ότι οι αποδείξεις αυτές "καταβολής μεγάλων χρηματικών ποσών", στην ουσία αφορούν καταβολές "μερισμάτων" προς τους εταίρους.

Συγκεκριμένα, οι εταίροι πολλές φορές προσέρχονταν κατά διαστήματα και εισέπρατταν σε μετρητά χρήματα αντί μερισμάτων προκαταβολικά και μετά εντός της ημέρας εισέπρατταν το επιπλέον ποσό, τακτική που προκαλούσε σύγχυση στο Λογιστήριο, το οποίο υποχρεωνόταν έτσι σε διόρθωση της απόδειξης. Σε σχέση με τις "απαραίτητες" υπογραφές των φερόμενων ως ληπτών, η μη θέση τους οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα, καθώς έπαιρναν τα χρήματα και αμελούσαν να υπογράψουν.

Το σύνολο των καταβολών, για όλα τα παρελθόντα έτη, δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από κανέναν από τους δύο διαχειριστές, αφού άλλωστε αφορούσαν μερίσματα καθορισμένα και αποφασισμένα από τη Γενική Συνέλευση των εταίρων, βάσει αυτών μάλιστα υπέβαλαν την φορολογική τους δήλωση ετησίως. Το γεγονός ότι παρ' ότι επρόκειτο για μεγάλα ποσά, δεν είχαν τεθεί οι απαιτούμενες υπογραφές, δεν είναι ζήτημα ευθύνης και υπαιτιότητας του λογιστηρίου, αλλά υπαιτιότητα των διαχειριστών, έτσι οι αποδείξεις έμπαιναν κάποια στιγμή στο αρχείο.

Χαρακτηριστικό ήταν ότι έχει ειπωθεί η φράση "εντάξει παιδιά δεν υπάρχει πρόβλημα", έδιναν έτσι την εντύπωση ότι αναλάμβαναν την ευθύνη των πράξεων και παραλείψεών τους, ωστόσο σήμερα έρχεται και μετακυλίεται ουσιαστικά η ευθύνη στους υπαλλήλους του Λογιστηρίου, οι οποίοι είναι ανεπίτρεπτο να χρεωθούν το βάρος των δικών τους πλημμελειών και παραλείψεων".

Η ενέργεια αυτή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης να καταθέσει ενόρκως σχετικά με τη λειτουργία της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία ήταν νόμιμη, καθώς η διαφορά μεταξύ των δύο εταίρων - διαχειριστών αφορούσε ζητήματα σχετικά με την εύρυθμη λειτουργία του λογιστηρίου και η ίδια [ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη] είχε ιδία αντίληψη επί των ερειζομένων μεταξύ των εταίρων θεμάτων, αφού εργαζόταν σε αυτήν ως υπάλληλος το λογιστηρίου για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε την εικοσαετία συνεργαζόμενη στενά με τον εταίρο και συνδιαχειριστή Κ.

Μ., ο οποίος είχε την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του λογιστηρίου. Πρόκειται λοιπόν για νόμιμη και αναγκαία ενέργεια που έγινε προς το συμφέρον της εναγομένης, καθώς και την προστασία της ίδιας της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης ως βοηθού λογιστή, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι από αυτήν επηρεάστηκε (άμεσα ή έμμεσα) ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, ούτε ότι οι σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων.

Με την από 18-6-2018 ένορκη βεβαίωσή της η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δεν αντιστρατευόταν τα συμφέροντα της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, ως αβασίμως και οψίμως διατείνεται η τελευταία, αλλά ενόψει της αρχής της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εταιρείας πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα συμφέροντα του εταίρου Π.

Π. - ακόμη κι αυτός είναι ο εταίρος με την πλειοψηφία των μεριδίων - δεν ταυτίζονταν με αυτά του νομικού προσώπου. Αποξένωση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης από τα συμφέροντα της εταιρείας δεν αποδείχθηκε. Η ενέργειά της όμως αυτή, καίτοι σύννομη, αποτέλεσε μη αρεστή στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας Π.

Π. συμπεριφορά της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εργαζομένης διότι θεωρήθηκε ότι έτσι η τελευταία λάμβανε σαφώς θέση υπέρ του συνεταίρου του Κ. Μ. με τον οποίο ευρισκόταν σε σφοδρή αντιδικία. Και ενώ μέχρι τότε οι σχέσεις της ενάγουσας με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας Π.

Π. ήταν αρμονικές, ο τελευταίος μετέβαλε τη στάση του απέναντί της κι όπως χαρακτηριστικά καταθέτει εξ ιδίας αντίληψης στην προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...-2023 ένορκη κατάθεσή της η Μ. Π. "....Όταν, δε, κατάθεσε η Λ., διαπίστωσα ότι η στάση του κ. Π. προς αυτήν άρχισε να αλλάζει, δηλαδή δεν πήγαινε να της μιλήσει όπως παλιά, δεν την φώναζε, δεν γελούσε ούτε έκανε πλάκα μαζί της.

Γνωρίζω ότι δεν είχε γίνει κάτι άλλο που να δικαιολογεί αυτήν την αλλαγή στάσης του. Μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο να μην της λέει ούτε "καλημέρα", ακόμη κι αν έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο στον διάδρομο του γραφείου, σε σημείο που ακόμη και εάν του έλεγε εκείνη "καλημέρα", ο κ. Π. απαξιούσε καν να της απαντήσει.

Αυτή η ραγδαία αλλαγή στάσης μας είχε προβληματίσει όλους, γιατί σαφώς δεν επηρέαζε μεμονωμένα την Λ. αλλά όλους τους υπαλλήλους..... Μετά την αντιδικία με τον κ. Μ. και σε χρονικό διάστημα που ήταν και οι δύο ακόμη εργοδότες μας, δηλαδή πριν από την αποχώρησή του, άρχισε να αλλάζει ο κ. Π. και άτυπα να χτίζει μέτωπα βλέποντας παντού εχθρούς.....".

O ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ότι δεν υφίσταται καταχρηστική απόλυση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εργαζομένης - ο οποίος αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής - με το επιχείρημα ότι η από 8-5-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης δεν μπορεί να συνδεθεί με την ένορκη βεβαίωση που έδωσε η τελευταία στις 18-6-2018, αφού παρήλθε σχεδόν ένα έτος μετά την ανωτέρω ένορκη κατάθεση, δεν κρίνεται βάσιμος, δεδομένου ότι η ένδικη καταγγελία έλαβε χώρα μόλις τούτο κατέστη εφικτό, ήτοι δύο μήνες [2] μετά τη μετατροπή της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας σε Μονοπρόσωπη ΕΠΕ με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον Π.

Π., με το υπ' αριθ. ...-2019 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π., δεδομένου ότι μέχρι την έξοδο του εταίρου και [συν]διαχειριστή Κ. Μ. στις 5-2-2019, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι η ένδικη καταγγελία μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς την υπογραφή του τελευταίου, αφού κατά το άρθρο 15 του καταστατικού της εταιρείας η διαχείρισή της είχε ανατεθεί στους δύο - ευρισκόμενους τότε σε σφοδρή αντιδικία - εταίρους ενεργούντων από κοινού ή χωριστά, η καταγγελία αυτή μπορούσε ευχερώς να αποκρουσθεί από τον έτερο συνδιαχειριστή Κ.

Μ. με την επαναπρόσληψή της.

Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης. Κατόπιν δε υποβολής στις 21-12-2018 ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών (...) της από 21-12-2018 έγκλησης (....) του Π. Π. τόσο ατομικά όσο και ως εταίρου και [συν]διαχειριστή της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ" κατά: 1]του Κ.

Μ. ως εταίρου και [συν]διαχειριστή της ως άνω εταιρείας και 2]παντός άλλου υπευθύνου - συμμετόχου ή προστηθέντος αυτού, στην τέλεση των αναλυτικώς αναφερόμενων στην ως άνω έγκληση αξιοποίνων πράξεων και μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Κ. Μ. για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και η αξία του υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (.....), πράξη που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος των εγκαλούντων [ήτοι σε βάρος της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ" και του Π.

Π.] στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από την 1-1-2005 έως την 31-12-2016 και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης, η οποία περατώθηκε νόμιμα, με την απολογία του ως άνω κατηγορουμένου και τη γνωστοποίηση στους διαδίκους του πέρατός της. Μετά τη διαβίβαση της δικογραφίας, με το υπ' αριθ. πρωτ. 127/11-2-2021 έγγραφο της Ανακρίτριας, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι εγκαλούντες εγχείρισαν στον τελευταίο το από 1-7-2021 συμπληρωματικό υπόμνημά τους, στο οποίο επαναλάμβαναν τους ισχυρισμούς και τις αιτιάσεις που εκτίθενται στο από 11-1-2021 υπόμνημα του Π.

Π. προς την Ανακρίτρια [καθώς και στα προηγούμενα συμπληρωματικά, διορθωτικά των συμπληρωματικών, επαναληφθέντα και αντικατασταθέντα υπομνήματά τους], περί τέλεσης από τον ως άνω κατηγορούμενο Κ. Μ. της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, προς επίρρωση των οποίων προσκόμισαν την από 22-6-2021 έκθεση τεχνικού συμβούλου της εταιρείας "KPMG Σύμβουλοι Μονοπρόσωπη ΑΕ", στην οποία, όπως αναφέρεται και στο υπόμνημα επαναλαμβάνονται οι διαπιστώσεις που περιέχονται στις εκθέσεις "επί προσυμφωνημένων διαδικασιών" του λογιστή φοροτεχνικού Α' Τάξης Μ.

Β. Με το εν λόγω υπόμνημά τους, επαναλάμβαναν και τα αιτήματα, που περιέχονταν στα προαναφερόμενα υπομνήματά τους για: α]απαγγελία κατηγορίας σε βάρος του Κ. Μ. και για επιπρόσθετα ποσά ζημίας, τα οποία δεν είχε εισφέρει στην ανακριτική διαδικασία και β]την επέκταση της ασκηθείσας ποινικής δίωξης και σε βάρος των στελεχών - υπαλλήλων της εταιρείας (Η.

Σ., Β. Ν., Μ. Κ. και της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Θ. Λ.) ως συμμέτοχων στην πράξη της υπεξαίρεσης που αποδίδεται στον Κ. Μ. Τα ανωτέρω αιτήματα απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα με την υπ' αριθ. 2678/2021 απαλλακτική πρόταση που υπέβαλε η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθ. 3177/13-9-2021 βούλευμά του, αφού έλαβε υπόψη του το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση ......κρίνοντας ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου Κ.

Μ., αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του για την ως άνω αποδιδόμενη σε αυτόν κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου που του είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και η αξία του υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2016 σε βάρος της εταιρείας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΠΕ" και του Π.

Π. Ειδικότερα ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη του αιτήματος για επέκταση της ασκηθείσας ποινικής δίωξης και σε βάρος των υπαλλήλων της εταιρείας (Η. Σ., Β. Ν., Μ. Κ. και της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Θ. Λ.) ως συμμέτοχων στην πράξη της υπεξαίρεσης που αποδίδεται στον Κ. Μ., το ως άνω βούλευμα διαλαμβάνει υιοθετώντας πλήρως την εισαγγελική πρόταση ότι ".....δεν προέκυψαν κατά την κύρια ανάκριση επαρκείς ενδείξεις, ώστε να επεκτείνουμε την ασκηθείσα ποινική δίωξη, σε βάρος οποιουδήποτε τρίτου προσώπου και ειδικότερα σε βάρος των αναφερομένων στο υπόμνημα των εγκαλούντων προσώπων.

Τούτο διότι, αφ' ενός προέκυψε ότι τα ανωτέρω πρόσωπα, ήταν υπάλληλοι της εγκαλούσας εταιρείας, η οποία, αν και κεφαλαιουχική εταιρεία, είχε όμως έντονο προσωπικό - οικογενειακό χαρακτήρα, και διοικείτο από τους δύο συνδιαχειριστές της, οι οποίοι ήλεγχαν κάθε τομέα της λειτουργίας της και λάμβαναν αποφάσεις για κάθε εταιρικό ζήτημα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ανωτέρω υπάλληλοι να εκτελούν τις εντολές των δύο εργοδοτών τους, χωρίς κανένα περιθώριο να διαφοροποιηθούν αποκλίνουν από την εκτέλεση αυτών, χωρίς περιθώριο να αναπτύξουν οποιαδήποτε δράση ελευθέρα τη βουλήσει και χωρίς περιθώριο να αντιδράσουν ή να διαφοροποιηθούν από τις εντολές των δύο συνδιαχειριστών της εταιρείας ....".

Κατά του ανωτέρω απαλλακτικού βουλεύματος κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία και τον Π. Π., η από 15-11-2021 αίτηση αναίρεσης με τα συνημμένα σε αυτήν σχετικά .... και η οποία στις 15-11-2021 τέθηκε στο αρχείο .....Με την υπ' αριθ. 130-12-2022 Διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε η από 1-6-2022 έγκληση του Π.

Π. νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας κατά του Κ. Μ. για ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση και κατά των: 1] Η. Σ. του Ν., 2] Β. Ν. του Γ., 3] της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Θ. Λ. του Π., 4] Μ. Κ. του Η., 5] Φ. Γ. του Ε., 6] Π. Π. του Α., 7]Κ. Π. του Ι., 8] Α. Μ. του Γ., για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης που φέρονται ότι τέλεσαν εξεταζόμενοι ενόρκως, στις 5-3-2020, 6-3-2020, 22-6-2020, 10-3-2020, 15-7-2020, 21-5-2020, 4-3-2020 στο πλαίσιο της σχηματισθείσας με ΑΒΜ:

ΔΖ 2019/5828 δικογραφίας με αφορμή την ως άνω από 21-12-2018 έγκληση του Π. Π. κατά του Κ. Μ., για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και η αξία του υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Κατά τον χρόνο όμως της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης στις 8-5-2019 δεν είχε υποβληθεί σε βάρος της μήνυση για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας της, ούτε είχε απαγγελθεί κατ' αυτής κάποια κατηγορία, ενώ καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, δεν είχε γίνει σε αυτή οποιαδήποτε σύσταση ή παρατήρηση.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ως άνω από 8-5-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1, 5 του Ν. 3198/1955 συνιστά δικαίωμα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εργοδότριας εταιρίας και ως μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δεν εξαρτά το κύρος της από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Στην ένδικη όμως περίπτωση η άσκησή της υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281) κι ως εκ τούτου, η ως άνω καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, είναι άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι στην προκείμενη περίπτωση η εκ μέρους της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εργοδότριας εταιρίας από 8-5-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης είναι καταχρηστική, διότι υπαγορεύθηκε από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα.

Συγκεκριμένα αποδεικνύεται ότι η καταγγελία αυτή έγινε από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον μοναδικό εταίρο και διαχειριστή της, Π. Π. από λόγους εκδίκησης, εχθρότητας και εμπάθειας στο πρόσωπο της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στη διοίκηση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, συμπεριφορά της εργαζόμενης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και συγκεκριμένα λόγω της υπ' αριθ. 8978/18-6-2018 ένορκης κατάθεσης που έδωσε στα πλαίσια της δικαστικής διαμάχης των δύο εταίρων, προς όφελος του εταίρου Κ.

Μ., γεγονός που οδήγησε την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία νομίμως εκπροσωπούμενη από τον μοναδικό εταίρο και διαχειριστή της Π. Π. στην απόλυσή της. Η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν οδήγησε στον οριστικό κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας στο πρόσωπο της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, όπως αβασίμως και οψίμως διατείνεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, αφού ο ισχυρισμός της αυτός αναιρείται από όσα η ίδια η εναγομένη ισχυρίζεται με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου νομοτύπως κατατεθείσες από 3-12-2019 έγγραφες προτάσεις, όπου [σελ. 10 - 11] αρνούμενη αιτιολογημένα την σε βάρος της από 18-7-2019 ...

αγωγή και δη την ακυρότητα της από 8-5-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης ανέφερε επί λέξει "...εάν είχα επηρεαστεί από την ως άνω ένορκο βεβαίωση της αντιδίκου κάλλιστα θα μπορούσα να επικαλεστώ την έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης στο πρόσωπο της αντιδίκου η οποία είναι δεκτή ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας κατά παγία νομολογία ...

Δεν το έπραξα όμως διότι η άνω ένορκος βεβαίωση της αντιδίκου δεν με προσέβαλε ούτε ως εταιρεία, ούτε ατομικά τον νυν νόμιμο εκπρόσωπό μου Π. Π., ούτε μου προξένησε καμία ζημιά. Η εκτίμησή του άλλωστε στο πρόσωπο της αντιδίκου εξεδηλώθη μέχρι της απολύσεώς της ....".

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη και μετά την από 18-6-2019 ένορκη βεβαίωση συνέχισε να εκτελεί επιμελώς και με ευσυνειδησία τα ανατιθέμενα σε αυτήν καθήκοντα, όπως αυτά διατυπώνονταν από τον προϊστάμενο του λογιστηρίου Μ. Β. και τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρίας Π.

Π. Άρνηση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, προ του χρόνου απόλυσής της το έτος 2019, σχετικά με την αναδιάρθρωση της δομής του Λογιστηρίου της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας και την εφαρμογή απολύτως διαφανών διαδικασιών διαχείρισης του εταιρικού χρήματος δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δήλωνε αντίθετη με την εταιρική απόφαση το ταμείο να παρακολουθείται πλέον διακριτά από υποκατάστημα, ώστε να ελέγχεται πλήρως η διακίνηση του εταιρικού χρήματος, ούτε ότι αντέδρασε στην απόφαση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας πλέον οι αποδείξεις μερισμάτων να φέρουν υποχρεωτικά την υπογραφή της ταμία, του λαβόντος και του οικονομικού διευθυντή που ασκούσε και χρέη προϊστάμενου Λογιστηρίου, ούτε ότι αυτή [ενάγουσα] εναντιώθηκε στην καταχώριση κάθε εγγραφής στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας και μάλιστα στο να φέρει πλέον η εγγραφή αυτή την υπογραφή και τη σφραγίδα του διενεργούντος την εγγραφή.

Σχετικώς δε με την παρακολούθηση των επιταγών από τη λήψη τους μέχρι την εξόφλησή τους και την παρακολούθησή τους πλέον στο βιβλίο των επιταγών δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ήταν αντίθετη, ως αβασίμως διατείνεται όψιμα η εκκαλούσα εταιρεία. Ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η από 7-5-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της οφείλεται σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης ή σε έλλειψη πνεύματος συνεργασίας, αλλά αντίθετα είναι απότοκος της αντίδρασης του δυσαρεστηθέντος από την ενέργειά της αυτή εταίρου Π.

Π., νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας στην προαναφερόμενη ενέργεια της ενάγουσας ........

Συνεπώς ο όψιμος ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ότι δεν υφίσταται καταχρηστική απόλυση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εργαζομένης - ο οποίος αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (...) - διατεινόμενη ότι "η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αντιδίκου δεν οφειλόταν σε λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας, αλλά i)σε οριστικό κλονισμό της εμπιστοσύνης της προς αυτήν και ii)της εύλογης αμφιβολίας της για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης της, λόγω σοβαρής υπόνοιας σε βάρος της για τέλεση αξιόποινων πράξεων κατά της εταιρείας, iii)άλλως και λόγω της δικής της αποξένωσης από τα συμφέροντα της εταιρείας και τον συντονισμό των ενεργειών της με τα συμφέροντα του πρώην εταίρου Κ.

Μ., τα οποία όμως δεν ήταν άσχετα αλλά συγκρούονταν με αυτά της εταιρείας, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ενόψει των ανωτέρω η από 8-5-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης τυγχάνει άκυρη ως καταχρηστική, αφού η άσκησή της υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, όπως αυτά επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος ....Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε τα ίδια, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις....".

Ακολούθως, ήτοι μετά τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον δεύτερο λόγο της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστήριξε τα αντίθετα. Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με ελλιπείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η απόλυση της ενάγουσας υπήρξε εκδικητική και άρα άκυρη, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της ΑΚ 281, και δη: 1)Με το να δεχθεί ότι η απόλυση της ενάγουσας έγινε μετά την πάροδο ικανού χρόνου από την δοθείσα ένορκη βεβαίωση επειδή μόνον τότε, δεδομένης της προϋφιστάμενης καταστατικής πρόβλεψης ατομικής εκπροσώπησης ξεχωριστά από τους δύο εταίρους, δεν υπήρχε περίπτωση επαναπρόσληψής της από τον Κ.

Μ., υπέπεσε σε αντίφαση, διότι, με τις παραδοχές της αυτές, ταυτόχρονα από τη μια δέχεται και από την άλλη απορρίπτει την ταύτιση συμφερόντων της αναιρεσίβλητης και του Κ. Μ., μολονότι σύμφωνα με όσα βασίμως η ίδια (αναιρεσείουσα) ισχυρίστηκε, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε επειδή η τελευταία είχε αποξενωθεί από τα συμφέροντα της εταιρίας και είχε ταυτιστεί με τα συμφέροντα του Κ.

Μ. 2)Δεν αιτιολόγησε, μολονότι θα έπρεπε να αιτιολογήσει ειδικά: α)Γιατί, παρά τη σύνδεση μεταξύ αναιρεσίβλητης και Κ. Μ., δεν επήλθε αποξένωση της αναιρεσίβλητης από τα συμφέροντα της εταιρίας, που είχε πλέον μετατραπεί σε μονοπρόσωπη και άρα κλονισμός της εμπιστοσύνης. β)Γιατί, ενώ κρίθηκε ότι η ένορκη βεβαίωση της αναιρεσίβλητης δόθηκε προς διασφάλιση των συμφερόντων του νομικού προσώπου της εταιρίας, που διατηρεί την αυτοτέλειά του έναντι των εταίρων, και όχι προς όφελος συγκεκριμένου εταίρου, αυτός ο τελευταίος θα έσπευδε να την επαναπροσλάβει, αν απολυόταν εξαιτίας της ένορκης βεβαίωσης από τον άλλο εταίρο (Π.).

γ)Γιατί, εφόσον η ένορκη βεβαίωση δόθηκε για το συμφέρον της εταιρίας, το περιεχόμενο αυτής ήταν ικανό να προκαλέσει την εκδικητική αντίδραση του Π. Π., ο οποίος πλέον ταυτιζόταν με την εταιρία. δ)Από ποιες ειδικότερες περιστάσεις προκύπτει ότι η ως άνω ενέργεια της αναιρεσίβλητης προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του Π.

Π. απέναντι στην αναιρεσίβλητη, η οποία μάλιστα αποτέλεσε δήθεν το κίνητρο για την απόλυση της πρώτης ένα έτος μετά. ε)Γιατί, ενώ είχε λήξει η μεταξύ των πρώην συνεταίρων αντιδικία και η εργασιακή σχέση εξελισσόταν ομαλά, εξακολουθούσε να υπάρχει πρόθεση εκδίκησης σε βάρος της αναιρεσίβλητης. στ)Πώς δικαιολογείται αυτό, μετά μάλιστα και την αποχώρηση του Μ., κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής.

ζ)Γιατί, και πάλι, η απόλυση της αναιρεσίβλητης έγινε τρεις μήνες μετά την αποχώρηση του Κ. Μ. και τη μετατροπή της εταιρίας σε μονοπρόσωπη. η)Από που προκύπτει η πρόθεση του Κ. Μ. να επαναπροσλάβει την αντίδικο, αν τυχόν αυτή απολυόταν από τον Π. Π. αμέσως μετά την ένορκη βεβαίωσή της. Ως προς το άνω δεύτερο σκέλος του, σε συνάρτηση και με όσα εκτίθενται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις για τη στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του και ειδικότερα:

Ως προς τις με αριθ. 2 υπό στοιχ. δ', ε', στ' και ζ' αιτιάσεις του ως αβάσιμος, διότι με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε, δε, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ακυρότητα της επίμαχης από 8.5.2019 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα εργοδότρια εταιρία.

Αναλυτικότερα, με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε δεκτό ότι η καταγγελία αυτή υπαγορεύθηκε από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό για τον οποίο προβλέπεται το δικαίωμα και συγκεκριμένα από λόγους εκδίκησης, εχθρότητας και εμπάθειας προς το πρόσωπο της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στην εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα συμπεριφοράς της πρώτης και δη λόγω της υπ' αριθ. ....2018 ένορκης βεβαίωσής της την οποία η ίδια έδωσε στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης των δύο εταίρων της εταιρείας στην οποία αυτή εργαζόταν.

Συνεπεία των προαναφερθέντων ορθώς δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι για τους λόγους αυτούς η από 8.5.2019 καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης υπερβαίνει προφανώς τα εκ του άρθρου 281 ΑΚ τασσόμενα όρια για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματός της εργοδότριας αναιρεσείουσας, δηλαδή ότι είναι καταχρηστική και, συνεπώς, άκυρη.

Ως προς, δε, τις λοιπές αιτιάσεις του ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την με αριθ. 1 αιτίαση βάλλεται επιχείρημα του Δικαστηρίου, σχετιζόμενο με την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν συνιστά παραδοχή επί της οποίας διαμορφώθηκε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Δεν εμπεριέχει, δε, κάποια αντίφαση, ήτοι συγκρουόμενα μεταξύ τους πραγματικά περιστατικά, και δη αναφορικά με ζήτημα που αφορά σε αυτοτελή ισχυρισμό της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας. Τέλος, με τη με αριθ. 2 υπό στοιχ. α' αιτίαση αποδίδεται στο Δικαστήριο ότι δεν αναφέρθηκε ειδικώς και δεν απάντησε σε επιχείρημα της αναιρεσείουσας που δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, ενώ με τις με αριθ. 2 υπό στοιχ.

β', γ' και η' αιτιάσεις προβάλλονται, και πάλι, επιχειρήματα της τελευταίας, ήτοι δεν πρόκειται για αιτιολογίες που αφορούν σε πραγματικά περιστατικά απαιτούμενα για τη στοιχειοθέτηση της εφαρμοσθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση και πάλι την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ , με την αιτίαση ότι σ' αυτήν διαλαμβάνονται ελλιπείς, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες για την κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου περί μη απόλυσης της αναιρεσίβλητης ένεκα κλονισμού της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό της, καθώς:

α)Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί κλονισμού της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο της αντιδίκου εξαιτίας της εδραίας πεποίθησης της πρώτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ότι η δεύτερη είχε τελέσει ποινικά αδικήματα σε βάρος της, συμμετέχοντας στην εγκληματική δράση του πρώην συνεταίρου της εταιρίας Κ.

Μ. β)Μονολεκτικά, χωρίς καθόλου αιτιολογίες, άλλως με ελλιπείς αιτιολογίες, το Εφετείο έκρινε περί μη αποξένωσης της αντιδίκου από τα συμφέροντα της εταιρίας. γ)Δεν εξηγείται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γιατί, μολονότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της απόλυσης της αντιδίκου η αναιρεσείουσα είχε την πιο πάνω εδραία πεποίθηση περί της τέλεσης αξιόποινων πράξεων σε βάρος της, παρά ταύτα δεν επήλθε κλονισμός της εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, αν και αυτή κατείχε καίρια θέση στο λογιστήριο της επιχείρησης, και γιατί θα όφειλε να την διατηρήσει στη θέση εργασίας της.

δ)Ως προς τον ισχυρισμό της περί άρνησης της αντιδίκου να συμμορφωθεί προς τις διαρθρωτικές αλλαγές, δεν εξηγεί γιατί κρίνονται ως πλέον αξιόπιστες οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης (Σ., Ν., Κ. και Π.), όταν ουδείς εξ αυτών εργαζόταν πλέον στην εταιρία κατά τον κρίσιμο χρόνο της απόλυσης της αντιδίκου κλπ.

και αυτοί οι μάρτυρες στερούνταν της αναγκαίας αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, ενώ, αντιθέτως, δεν αιτιολογείται γιατί δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι δικοί της οι μάρτυρες ανταπόδειξης (Β. και Σ.), οι οποίοι δεν εξαρτούσαν κανένα συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ούτε ποιο συμφέρον θα είχαν οι μάρτυρες αυτοί αν κρινόταν ως έγκυρη η απόλυση της αντιδίκου.

Σε ακολουθία και εκείνων που στις ως άνω νομικές σκέψεις περί της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναπτύσσονται, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του, ήτοι ως προς όλες τις αιτιάσεις του, ως απαράδεκτος. Και τούτο, ειδικότερα, διότι: Με τις υπό στοιχ. α', β' και γ' αιτιάσεις προβάλλονται πλημμέλειες που αφορούν σε αιτιολογίες του Δικαστηρίου σχετικά με την από μέρους της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, δηλαδή σε αιτιολογίες που δεν αποτελούν "ζητήματα" κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου ως προς τις ως άνω αιτιάσεις. Η υπό στοιχ. δ' αιτίαση, εξάλλου, αναφέρεται σε ελλείψεις, κατά την αναιρεσείουσα, αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση αποδεικτικών μέσων, που (επίσης) δεν συνιστούν αιτιολογίες κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραλλήλως δε και σε αιτιολογίες σχετικές με την αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής που, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "ζητήματα" κατά την έννοια της ίδιας διάταξης. 5.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. α' ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ α' 74/20.3.2013) "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε αντίθεση με τα μέχρι τότε κρατούντα (ΟλΑΠ 9/2011, ΑΠ 770/2016, 772/2016), επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνωρίσεως της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμενος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφόσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικαστικώς, πρόσθετα περιστατικά τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν καταχρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 1148/2017, 772/2016, 770/2016).

Εξάλλου, επί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματός της (ΑΠ 1168/2021, 1206/2020). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1863/2022, 1032/2019).

Με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, καθότι ενώ η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να την απασχολεί με τους ίδιους εργασιακούς και μισθολογικούς όρους, στην ίδια θέση, με την ίδια ιδιότητα, με το ίδιο αντικείμενο και καθήκοντα εργασίας που την απασχολούσε πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της (8.5.2019) έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της παρούσας υπόθεσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την απόφασή του, που επικυρώθηκε από το Εφετείο, είχε υποχρεώσει την ίδια (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με τους όρους της σύμβασης εργασίας" με απειλή χρηματικής ποινής ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της, δηλαδή χωρίς να θέσει το πιο πάνω χρονικό όριο (της τελεσιδικίας).

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ως προς το ως άνω σκέλος του, ανεξαρτήτως του ότι η επικαλούμενη πλημμέλεια της πρωτόδικης απόφασης δεν προβλήθηκε με ειδικό λόγο έφεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, διότι το αναγραφόμενο πράγματι στην αγωγή περί τελεσιδικίας της απόφασης για τη χρονική έκταση του διαστήματος επαναπασχόλησης της ενάγουσας, δεν δύναται να έχει έννομη συνέπεια και να περιορίζει χρονικά το δικαίωμά της αυτό περί πραγματικής της απασχόλησης, κατ' άρθρο 656 ΑΚ, το οποίο, σύμφωνα και με την αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, ενόψει της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ικανοποιείται με την πραγματική απασχόλησή της από την εργοδότρια αντίδικό της (εναγόμενη), η οποία έχει προς τούτο ειδική και αυτοτελή υποχρέωση, γεννημένη και ενεργό καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, άρα και μετά την άκυρη καταγγελία της σύμβασης, αφού με την άκυρη αυτής καταγγελία δεν λύθηκε η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας.

Άλλωστε, η τελεσιδικία συνιστά απλώς βαθμό δικονομικής ωριμότητας της ίδιας της οριστικής απόφασης, η οποία θα αποφαίνεται για τη διάγνωση του ένδικου αυτού αγωγικού δικαιώματος, δηλαδή ως προς το αν πράγματι υφίσταται ή όχι το δικαίωμα αυτό.

Συνεπώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να απασχολεί την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιδικάζοντας περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα. 6.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο, ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, που θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων έχει ως συνέπεια να στερείται η διαδικαστική αυτή πράξη των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και όχι από το ουσιαστικό δίκαιο, οι ακυρότητες από το οποίο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 838/2021, 390/2020, 384/2020, 480/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρωτίστως, η διαδικαστική πράξη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παραβαίνοντας την οικεία δικονομική διάταξη, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη.

Επίσης, πρέπει να ιστορείται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, καθοριζόμενου συγχρόνως του νόμιμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού (ΑΠ 916/2024, 231/2020, 390/2020). Με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κάνοντας τυπικά δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας, δεν απέρριψε, ενώ όφειλε να απορρίψει, αυτεπαγγέλτως το αγωγικό αίτημα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για επανατοποθέτησή της στη θέση εργασίας της έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ως αλυσιτελές, άλλως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθόσον, άμα τη εκδόσει της τελεσίδικης απόφασης, τούτο θα καθίστατο άνευ οποιουδήποτε περιεχομένου και νοήματος, κρίνοντας έτσι ότι συνέτρεχε η ανωτέρω διαδικαστική προϋπόθεση, ενώ τούτο δεν συνέβαινε.

Ως προς το σκέλος του αυτό, με το οποίο βάλλεται καθ' ολοκληρίαν το αίτημα περί πραγματικής απασχόλησης της αναιρεσίβλητης, το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, θα έπρεπε ν' απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτο, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ν' απορριφθεί ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση ως προς το ίδιο σκέλος του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα πιο πάνω εκτίθενται αναφορικά με το πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου, το συγκεκριμένο αίτημα της ενάγουσας ως προς την υποχρέωση της εναγομένης να την απασχολεί στη ίδια θέση που την απασχολούσε προβάλλεται παραδεκτώς και νομίμως, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή η επίμαχη αναφορά, στο αγωγικό δικόγραφο, ως προς την τελεσιδικία της εκδοθησόμενης απόφασης. 7.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της τελευταίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.12.2023 (με αριθ. καταθ. 9976/985/7.12.2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2054/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ