Legislator Case Law & Legislation
1054/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for lack of specific grounds and improper scope of review.

Case Number 1054/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's labor dispute judgment. The appellant argued the lower court used contradictory reasoning and failed to consider evidence, but the Court found these arguments vague and legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to lack of specificity and improper scope, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify exact grounds for review and cannot challenge the scope of evidence considered by the lower court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contradictory reasoning Code of Civil Procedure labor dispute scope of review

Cited Legislation

AI generated
Article 560, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 705/2022
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1054 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1054/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γραμματική Μαγνησάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 770/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5379/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσεων με την από 22-2-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22-2-2022 και με αριθ. κατ. 18335/39/4-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5379/9-4-2020 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 18-7-2017 και με αριθ. κατ.39773/1772/2017 έφεσης κατά της με αριθ. 770/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 12-10- 2016 και με αριθ. 42912/863/13-10-2016 αγωγής.

Με την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αγωγή, ως άνω, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι στις 2-2-1998 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία και απασχολήθηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος-πωλητής έως τις 26-11-2014, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση. Ότι, αν και κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης παρείχε εργασία και κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές, καθώς και εργασία εκτός έδρας, με διανυκτερεύσεις, η εναγομένη δεν του κατέβαλε τις αποδοχές που εδικαιούτο. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως αμοιβή για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 14.341,69 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 770/2017 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την, ως άνω, από 18-7-2017 έφεση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν.? Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 2269/1920, ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες, δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνον μιας και της αυτής οικογενείας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης για τα χρονικά όρια εργασίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσεις θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι, ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία.

Στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, ενδείξεις δε για τον χαρακτηρισμό του υπαλλήλου ως διευθύνοντος συνιστούν ο μισθός, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές, η δυνατότητα πρόσληψης ή απόλυσης προσωπικού και γενικότερα η άσκηση εργοδοτικών δικαιωμάτων επ' αυτού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επί του προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών έναντι τρίτων για τυχόν παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, η ανεξαρτησία τους αναφορικά με το χρόνο εργασίας τους και τα χρονικά πλαίσια εντός των οποίων παρέχουν αυτή, η παραχώρηση εξουσίας εκπροσώπησης του εργοδότη προς τρίτους και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης.

Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως "διευθύνοντος υπαλλήλου" δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, απέναντι τόσο στον εργοδότη όσο και στους λοιπούς εργαζομένους.

Εφόσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως "διευθύνων υπάλληλος", τότε, αν και αυτός εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει ρητώς η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερεργασιακής ή υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβασή τους (ΑΠ 1065/2020, 1186/2020, 935/2017, 478/2014, 1467/2012, 978/2009).

Η έννοια δε του διευθύνοντος υπαλλήλου, όπως αυτή προσδιορίζεται ανωτέρω, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην εργασιακή του σχέση ενυπάρχει και το στοιχείο της εξάρτησης αυτού, ως μισθωτού, από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρότερη μορφή (ΑΠ 869/2018, 1030/2005, 747/2007). Ο ιδιαιτέρως υψηλός μισθός είναι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μισθωτού ως διευθύνοντος υπαλλήλου.

Ο μισθός αυτός θα πρέπει να υπερβαίνει σημαντικά, τα εκάστοτε ελάχιστα όρια μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων της κατηγορίας του. Το ανωτέρω στοιχείο απορρέει από την ιδιαίτερη ευθύνη, την οποία υπέχουν οι διευθύνοντες υπάλληλοι, λόγω της καίριας θέσης τους στην επιχείρηση, καθώς και από τη δυνατότητα λήψης σημαντικών αποφάσεων στην εκτέλεση των προγραμμάτων, ικανών να επηρεάσουν την πορεία της επιχείρησης και αποφάσεων που αφορούν το προσωπικό, την ομαλή διεξαγωγή της εργασίας και τον έλεγχο της τήρησής τους (ΑΠ 1976/2022, ΑΠ 1388/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου (εδ.

α'). Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (εδ. β'). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α') ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020).

Εξάλλου, κατά την έννοια του, ως άνω, άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015).

Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 885/2019, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 704/ 2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσι του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 491/2019).

Εξάλλου, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ λ π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003).

Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή των δικαστηρίων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 772/2023, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 885/2019).

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη την 2-2-1998 αρχικά ως υπάλληλος γραφείου στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών, εργαζόμενος στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας.

Για τις ανάγκες μετακίνησής του συμφωνήθηκε να του χορηγείται αποζημίωση για τη χρήση του αυτοκινήτου υπολογιζόμενη ανά χιλιόμετρο, ενώ στη συνέχεια προήχθη το έτος 2008 και το 2010 από απλός περιοδεύων πωλητής σε υπεύθυνο παρουσίασης δικτύου λιανικών πωλήσεων. Ειδικότερα ήταν επιφορτισμένος με καθήκοντα ανάπτυξης του δικτύου προτείνοντας ποιος δρόμος ήταν ενδεδειγμένος για τη δημιουργία νέου καταστήματος, έστελνε σχέδια ανακαίνισης των καταστημάτων, τα οποία εγκρίνονταν από τον εμπορικό διευθυντή της επιχείρησης.

Περαιτέρω, ο ίδιος επέβλεπε τη δημιουργία νέων καταστημάτων στην Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ ήταν υπεύθυνος για τον τρόπο προβολής των προϊόντων της εφεσίβλητης και στα ταξίδια που πραγματοποιούσε επισκεπτόταν και επιθεωρούσε τον τρόπο λειτουργίας και παρουσίασής τους, προβαίνοντας σε αξιολόγηση των καταστημάτων αναφορικά με τα πρότυπα της εταιρίας.

Το γεγονός ότι οι αποφάσεις και εισηγήσεις του εγκρίνονταν από τα ανώτερα κλιμάκια δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως διευθυντικού υπαλλήλου, αφού κάθε στέλεχος έπρεπε να τηρεί τον κανονισμό της εταιρίας, ενώ σημαντικό ρόλο για την εν λόγω αξιολόγησή του παίζει η ιδιαίτερη εμπιστοσύνη που επεδείκνυε η εταιρία στο πρόσωπο του.

Ενδεικτικό του στοιχείου αυτού είναι το γεγονός ότι για την εκτέλεση των καθηκόντων του είχε παραχωρηθεί εταιρικό τηλέφωνο και φορητός υπολογιστής, εταιρικό αυτοκίνητο με απεριόριστη χρήση βενζίνης μέσω κάρτας, ενώ προϊστατο σε επιδείξεις προϊόντων σε χονδρεμπόρους και είχε τρεις υφισταμένους υπαλλήλους υπό τις εντολές του, ήταν δε ελεύθερος να πραγματοποιεί τις μετακινήσεις του όποτε το έκρινε αυτός σκόπιμο.

Περαιτέρω, ο μισθός του υπερέβαινε σαφώς τον κατώτατο προβλεπόμενο μισθό των Σ.Σ.Ε. για τους περιοδεύοντες πωλητές, αφού ελάμβανε 2.209,20 e, έναντι 1.167 e. Ούτε αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών είχε διεκδικήσει στο παρελθόν ανάλογη αποζημίωση, ακριβώς επειδή γνώριζε ότι κάτι τέτοιο ήταν συνυφασμένο με τη φύση των καθηκόντων του.

Επομένως δεν δικαιούται αποζημίωσης για διαφορές απασχόλησης".

Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο: α) παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 εδ. α' της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας της Ουάσιγκτον, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, με το να δεχθεί ότι έφερε αυτός την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, β) ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της, ως άνω, διάταξης, με το να δεχθεί ότι η χρήση εταιρικού τηλεφώνου, φορητού υπολογιστή και εταιρικού αυτοκινήτου, καθώς και η καταβολή αποδοχών υπέρτερων των νομίμων, αρκούν για να καταστήσουν αυτό διευθύνοντα υπάλληλο.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το ζήτημα της άσκησης από τον ενάγοντα καθηκόντων διευθύνοντος υπαλλήλου, με τις ειδικότερες παραδοχές ότι αυτός: 1) ήταν επιφορτισμένος με καθήκοντα ανάπτυξης του δικτύου πωλήσεων της εναγομένης, προτείνοντας τον ενδεδειγμένο δρόμο για τη δημιουργία νέου καταστήματος, 2) επέβλεπε τη δημιουργία των νέων καταστημάτων, 3) ήταν επιφορτισμένος με τον τρόπο προβολής των προϊόντων της εναγομένης, 4) επιθεωρούσε τον τρόπο λειτουργίας των καταστημάτων και παρουσίασης των προϊόντων, 5) αξιολογούσε τα καταστήματα αναφορικά με τα πρότυπα της εταιρίας, 6) προϊστατο σε επιδείξεις προϊόντων σε χονδρεμπόρους, 7) είχε υπό τις εντολές του τρεις υφιστάμενους υπαλλήλους, 8) ήταν ελεύθερος να πραγματοποιεί τις μετακινήσεις του όποτε αυτός το έκρινε σκόπιμο, 9) ελάμβανε μισθό που υπερέβαινε σαφώς τον προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ (σχεδόν διπλάσιο), δεν παραβίασε την, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, καθόσον οι, ως άνω, αρμοδιότητες και ο τρόπος δράσης του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, καταδεικνύουν ότι αυτός ασκούσε καθήκοντα σε σημαντικό τομέα της επιχείρησης της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης (προώθησης και πωλήσεων των προϊόντων της) και επηρέαζε αποφασιστικά την εξέλιξή της, ενώ επιπλέον είχε υφιστάμενους υπαλλήλους και ελευθερία μετακινήσεων, λαμβάνοντας αποδοχές υπερβαίνουσες κατά πολύ τις νόμιμες.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού περί ευθείας παραβίασης της, ως άνω διάταξης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της ίδιας διάταξης είναι αόριστος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν και, για το λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο τρόπος παραβίασής τους.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί, χωρίς να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ότι αυτός προσλήφθηκε ως υπάλληλος γραφείου, ότι εργαζόταν ως περιοδεύων πωλητής και ότι κατά τα έτη 2008 και 2010 προήχθη σε υπεύθυνο παρουσίασης του δικτύου λιανικών πωλήσεων, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες , ενώ με το δεχθεί ότι δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως διευθύνοντος υπαλλήλου το γεγονός ότι οι αποφάσεις και εισηγήσεις του τελούσαν υπό την έγκριση των ανώτερων κλιμακίων της εταιρίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες.

Ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών είναι αόριστος και, για το λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να έχει η προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον οι παραδοχές ότι δεν αναιρείται η ιδιότητά του ως διευθύνοντος υπαλλήλου από το γεγονός ότι οι αποφάσεις και εισηγήσεις του τελούσαν υπό την έγκριση των ανώτερων κλιμακίων της εταιρίας, δεν συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δεν αλληλοσυγκρούονται και δεν αλληλοαναιρούνται.

Ολως αόριστος και, για το λόγο αυτό, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ό ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, αφού ουδόλως προσδιορίζει αυτά.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα τις προσκομισθείσες από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλλητη με αριθ. 7681/2016 και 7682/2016 ένορκες βεβαιώσεις.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Αν ήθελε δε θεωρηθεί ότι αναιρεσείων επικαλείται τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον επί αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο, ως άνω, λόγος και όχι για τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λοιπούς λόγους (ΑΠ 705/2022).

Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 22-2-2022 και με αριθ. 18335/39/2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 5379/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ