Supreme Court dismisses appeal on bond debt characterization, upholding lower court's finding of public bond loan.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Athens' decision rejecting her appeal. The appellant argued the debt was a simple bank loan rather than a public bond loan, claiming only one bank held the debt and no bonds were issued. The court rejected this, ruling that the debt's nature as a public bond loan under Law 3156/2003 was established by the integration of bank claims into bond titles and the appellant's failure to verify the documents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1, paras. 1, lit. a; Arts. 6-11 of Law 3156/2003: A debt issued by a Greek company in the form of bonds representing rights against the issuer is a public bond loan regardless of the number of bondholders or the existence of separate bond titles if the claims are integrated into such titles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1054 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1054/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ. - Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σταματόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 8/10/2013 αγωγή και από 7/10/2013 ανακοίνωση δίκης για παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 12/2/2015 πρόσθετη παρέμβαση Ελληνικού Δημοσίου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3781/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2818/2018 μη οριστική και 5566/2019 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική υπ' αριθμ. 5566/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει το ποσό των 292.075 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν 3156/2003: "ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου". Επίσης, στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του κεφαλαίου Β του ίδιου Νόμου που φέρει τον τίτλο "ΚΑTHΓΟΡIΕΣ OΜΟΛΟΓΙAΚΩN ΔΑΝΕΙΩΝ", προβλέπονται, αντίστοιχα, το κοινό ομολογιακό δάνειο, το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, το ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες και το ομολογιακό δάνειο με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, ενώ τα άρθρα 10 και 11, αναφέρονται στις ειδικές συμβάσεις και στις εταιρείες ειδικού σκοπού και αφορούν σε μεταβιβάσεις απαιτήσεων ή ακινήτων μεταξύ συμβαλλομένων αφ' ενός εμπόρων ή του Ελληνικού Δημοσίου ή νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χ.Α.Α, ως μεταβιβαζόντων και αφ' ετέρου εταιρειών ειδικού σκοπού, που συστήνονται αποκλειστικώς για την αγορά και μόνο των απαιτήσεων και την εν συνεχεία περιορισμένη τιτλοποίηση και διάθεση των τίτλων (ομολογιών) με ιδιωτική τοποθέτηση.
Ωσαύτως, κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ιδίου ως άνω νόμου: "1. Η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του ν.128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών. 2.
Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλεισμένης οποιοσδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους".
Επίσης, κατά το άρθρο 1 του Ν 325/1976 οι άμισθοι υποθηκοφύλακες εισπράττουν από τους αιτούντες την εγγραφή στα τηρούμενα από αυτούς βιβλία, ανεξαρτήτως των νομίμων τελών, δικαιώματα πάγια και αναλογικά κατά τις διακρίσεις, που διαλαμβάνονται στα επόμενα άρθρα του νόμου αυτού. Τα δικαιώματα, τα οποία ο άμισθος υποθηκοφύλακας δικαιούται με βάση τις διατάξεις του ως άνω νόμου δεν είναι δικαιώματα υπέρ τρίτου, αλλά ίδια αυτού δικαιώματα, τα οποία αποτελούν τις αποδοχές του, όπως ακριβώς και τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων, αποτελούν τις αποδοχές τους.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι στην ατέλεια του άρθρου 14 του Ν 3156/2003 υπόκειται και η εγγραφή υποθήκης, που ασφαλίζει απαίτηση από ομολογιακό δάνειο. Ενόψει δε του ότι ο περιορισμός του άρθρου 14 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου δεν αφορά μόνο στα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων (Δημόσιο, ΤΑΧΔΙΚ), αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, η εγγραφή υποθήκης, εφ' όσον, κατά τα ανωτέρω, ασφαλίζει απαιτήσεις που απορρέουν από ομολογιακό δάνειο του ν.3156/2003, οποιασδήποτε προβλεπόμενης σ' αυτόν μορφής, μεταξύ των οποίων και το κοινό ομολογιακό δάνειο, υπόκειται μόνο σε πάγια δικαιώματα υποθηκοφυλάκων (εμμίσθων ή αμίσθων) ποσού 100 ευρώ και όχι στα προβλεπόμενα από το ν.325/1976 αναλογικά δικαιώματα, ανερχόμενα σε ποσοστό τρία τοις χιλίοις επί του κεφαλαίου του ομολογιακού δανείου (ΑΠ1430/2017, ΑΠ512/2016, ΑΠ1206/2015, ΑΠ2252/2013).
Στον περιορισμό της αμοιβής του υποθηκοφύλακα για την καταχώρηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων υπόκειται, εφόσον ασφαλίζει απαίτηση από κοινό ομολογιακό δάνειο, και η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, η οποία αποτελεί υποθήκη υπό την αναβλητική αίρεση, της τελεσιδίκου επιδικάσεως της απαιτήσεως και της τροπής σε υποθήκη, με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημειώσεως (ΑΠ809/2019,ΑΠ1430/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1344 του ΑΚ, "ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε για κάθε πράξη ή παράλειψη σχετική με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι ο υποθηκοφύλακας, αν για την εγγραφή πράξεως στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία ζήτησε και έλαβε αμοιβή μεγαλύτερη από αυτή που προβλέπει ο νόμος, έχει υποχρέωση, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να αποζημιώσει εκείνον που κατέβαλε αμοιβή μεγαλύτερη από τη νόμιμη.
Αποζημίωση δε μπορεί να ζητηθεί, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, προς αποκατάσταση κάθε ζημίας (θετικής ή αποθετικής) που έχει προκληθεί από ενέργεια (πράξη ή παράλειψη), οφειλομένη σε συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, δηλαδή συμπεριφορά που όχι μόνον είναι αντίθετη προς το νόμο, αλλά οφείλεται σε πταίσμα, δόλο ή αμέλεια.
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή, η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει και την ύπαρξη υπαιτιότητος υπό την μορφή της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, του ιδίου κύκλου δραστηριότητας, ανεξαρτήτως του αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ809/2019,ΑΠ1430/2017,ΑΠ 512/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1402/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Τον Ιανουάριο του 2009 η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, μετά από απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της, προέβη στην έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου, ύψους 29.040.000 ευρώ, την κάλυψη του οποίου ανέλαβαν συμβατικώς η Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS και η αλλοδαπή εταιρεία EFG PRIVATE BANK LUXEMBOURG.
Η ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε σ' αυτές δύο τίτλους ομολογιών που ενσωμάτωναν το σύνολο των εκδοθέντων ομολογιών, λαμβάνοντας ποσό ίσο με την ονομαστική τους αξία, 29.040.000 ευρώ. Με το δάνειο αυτό η ενάγουσα σκόπευε να αναχρηματοδοτήσει υφιστάμενο βραχυπρόθεσμο δανεισμό της και να καλύψει τις δαπάνες κατασκευής και αποπερατώσεως κτιριακού συγκροτήματος επί οικοπέδου της...
Προς εξασφάλιση της εκ των ομολογιούχων δανειστών Τράπεζας EUROBANK ERGASIAS, με την 5274/12-2-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διετάχθη η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου της εναγούσης, μέχρι του ποσού των 37.700.000 ευρώ. Αυθημερόν, η ως άνω Τράπεζα, δια της δικηγόρου της, υπέβαλε στην εναγομένη υποθηκοφύλακα του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας αίτηση εγγραφής της διαταχθείσης προσημειώσεως υποθήκης επί των οικείων βιβλίων...
με την εντολή να αρνηθεί την καταβολή αναλογικών τελών και παγίων επιβαρύνσεων υπέρ της υποθηκοφύλακος, πέραν του ποσού των 100 ευρώ...., σε περίπτωση δε που αρνείτο να προβεί στην εγγραφή, εφόσον δεν της καταβαλλόταν το ποσό που αξίωνε, να προβεί στην καταβολή του αιτούμενου ποσού, με την επισήμανση ότι αυτό θα αναζητηθεί με αγωγή αποζημιώσεως, προκειμένου να αποφευχθεί η χρονική καθυστέρηση που συνεπαγόταν η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 791 ΚΠολΔ, αφού υπήρχαν άμεσα απαιτητές χρηματικές υποχρεώσεις της ενάγουσας που καθιστούσαν επιβεβλημένη την εκταμίευση του δανείου....
Η εναγομένη υποθηκοφύλακας, προκειμένου να προβεί στην αιτούμενη εγγραφή, αξίωσε και έλαβε τα προβλεπόμενα για τα μη ομολογιακά δάνεια αναλογικά δικαιώματα, με βάση το ποσό του ομολογιακού δανείου, ύψους 292.275 ευρώ... Με την πράξη της αυτή η εναγομένη παρά το νόμο ζημίωσε την ενάγουσα κατά το ως άνω ποσό, διότι ενώ έπρεπε κατ' εφαρμογή του άρθρου 14παρ.2 Ν 3156/2003 να λάβει για την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης μόνο τα πάγια δικαιώματα ποσού 100 ευρώ, αυτή απαίτησε και έλαβε το υπέρτερο ποσό των 292.275 ευρώ.
Βαρύνεται δε με υπαιτιότητα και συγκεκριμένα με αμέλεια για την πρόκληση της άνω ζημίας στην ενάγουσα, αφού δεν ενήργησε με την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα. Ειδικότερα η αμέλειά της συνίσταται στο ότι α) μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει την υπαγωγή της αιτούμενης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης στο προστατευτικό καθεστώς της διάταξης του άρθρου 14 παρ.2 του Ν 3156/2003, καθώς άλλωστε αναφερόταν και στην ανωτέρω απόφαση ότι η εγγραφή αφορούσε στην εξασφάλιση απαιτήσεως από ομολογιακό δάνειο και όφειλε, ως εκ της ιδιότητάς της, να γνωρίζει τη συγκεκριμένη ρύθμιση, η οποία προκύπτει ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, και να μην εισπράξει αναλογικά τέλη κατ' άρθρο 5 του Ν325/1976, αλλά να περιορίσει την είσπραξη των δικαιωμάτων της μόνο στο πάγιο ποσό των 100 ευρώ, ως όφειλε, δεν το έπραξε και τούτο διότι στην πραγματικότητα δεν επιθυμούσε να εφαρμόσει τον συγκεκριμένο νόμο, που για το λόγο και μόνον ότι περιόριζε σημαντικά την αμοιβή της, θεωρούσε αντισυνταγματικό, παρότι δεν είχε υπάρξει απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου που να έχει αποφανθεί περί τούτου, παρά μόνο μεμονωμένες αποφάσεις πρωτοβαθμίων κυρίως δικαστηρίων, β) μπορούσε, λόγω της ιδιότητάς της, να αναζητήσει τη νομολογία επί του συγκεκριμένου ζητήματος, οπότε θα διαπίστωνε ευχερώς ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της ενέργειάς της (12-2-2009) η απολύτως κρατούσα νομολογία των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων και των εφετείων υποχρέωνε τους υποθηκοφύλακες στην εγγραφή υποθήκης αλλά και προσημείωσης υποθήκης για την εξασφάλιση απαιτήσεων από κάθε είδους ομολογιακό δάνειο, αντί καταβολής μόνο των πάγιων δικαιωμάτων τους εκ ποσού 100 ευρώ ανά εγγραφή, δεχόμενη ότι η διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του Ν 3156/2003 αναφέρεται σε κάθε είδους ομολογιακό δάνειο του νόμου αυτού άρα και στα κοινά ομολογιακά δάνεια και ότι η διάταξη αυτή δεν είναι αντισυνταγματική.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οδηγήθηκε στην άρνηση εφαρμογής του άρθρου 14 παρ.2 Ν3156/2003 και στην είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων βάσει του Ν 325/1976 όχι από προσωπική της πεποίθηση, αλλά έχοντας υπόψη σωρεία δικαστικών αποφάσεων, αναφέροντας ενδεικτικά τις 106/2007 και 431/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς αντίστοιχα, δεν αναιρεί την υπαιτιότητά της, υπό τη μορφή της αμέλειάς της.
Τούτο διότι οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να διαμορφώσουν πεποίθηση στην εναγομένη περί της ορθότητας της κρίσης της για το ότι το κοινό ομολογιακό δάνειο δεν υπάγεται στο άρθρο 14 παρ.2 Ν 3156/2003, που προβλέπει πάγια τέλη, καθόσον από την επισκόπηση των αποφάσεων αυτών προκύπτει ότι απέρριψαν τις ασκηθείσες αιτήσεις του άρθρου 791 ΚΠολΔ ως μη νόμιμες με την αιτιολογία ότι δεν υπάγεται η προσημείωση υποθήκης στο άρθρο 14παρ.2 Ν3156/2003.
Άλλωστε, αν η εναγομένη κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα και δη αν επεδείκνυε την ενδεδειγμένη επιμέλεια προς αποσαφήνιση του επίμαχου νομικού ζητήματος ευχερώς θα διαπίστωνε ότι η προαναφερθείσα άρνησή της προς εγγραφή της προσημειώσεως μόνο με την καταβολή των παγίων τελών των 100 ευρώ δεν είναι σύννομη, όχι μόνο αναζητώντας την κρατούσα τότε νομολογία, αλλά ενεργώντας κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ενώ προηγουμένως, σε όμοια υπόθεση, είχε υποχρεωθεί με την 51638/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να προβεί σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης απορρέουσας από ομολογιακό δάνειο, εφαρμόζοντας για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων της τις διατάξεις του άρθρου 14παρ.2Ν3156/2003.
Το Εφετείο Αθηνών με την 6959/2008 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της εναγομένης κατά της ως άνω αποφάσεως, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στο Σύνταγμα.... γ) μπορούσε, ενόψει της πάγιας νομολογίας και της ως άνω εφετειακής αποφάσεως που εκδόθηκε σε βάρος της, έστω να υποβάλει ερώτημα για το εν λόγω ζήτημα στον αρμόδιο εισαγγελέα, κατ' άρθρο 25 παρ.2 Ν 1756/1988, πλην όμως δεν το έπραξε, αλλά ενέμεινε στην άποψή της και τελικά εισέπραξε από την ενάγουσα τα ανωτέρω αναλογικά δικαιώματα...
Τα ανωτέρω περιστατικά στοιχειοθετούν αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, περιλαμβάνουσα τόσο το μη σύννομο χαρακτήρα αυτής όσο και το πταίσμα της, με τη μορφή της αμέλειας, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς υποθηκοφύλακα και η οποία τελούσα σε αιτιώδη σχέση με την προκληθείσα στην ενάγουσα ζημία της είναι θεμελιωτική της αποζημιωτικής αξιώσεως της τελευταίας και βασίμως επιδιώκει την απόδοση του ως άνω ποσού ως αποζημίωση από την σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης....
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και κατέληξε στην κατάφαση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης και δεχόμενο την αγωγή εν μέρει, αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 292.075 ευρώ, νομιμοτόκως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ως εκ τούτου πρέπει οι λόγοι της έφεσης και η έφεση να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1344, 330 και 914 του ΑΚ, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή της αμέλειας) συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία και θεμελιώνει εντεύθεν την ένδικη αξίωση της τελευταίας προς αποζημίωση.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα, από αμέλειά της, ήτοι από έλλειψη της επιμέλειας του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα ζημίωσε την αναιρεσίβλητη, αρνούμενη την υπαγωγή της επίμαχης εγγραφής στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν 3156/2003, ως προς τα εισπρακτέα δικαιώματα, την οποία (υπαγωγή) κατά τις παραδοχές της αποφάσεως ευχερώς μπορούσε και όφειλε, ως εκ της ιδιότητάς της, να διαπιστώσει, από την ρητή και σαφή διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, ενόψει μάλιστα και των λοιπών περιστάσεων που μνημονεύονται ειδικότερα στην απόφαση, ήτοι, ότι αυτή (αναιρεσείουσα), υπό την ρηθείσα ιδιότητά της, γνώριζε κατά τον χρόνο ενεργείας της (12-2-2009) τις αντίθετες θέσεις της νομολογίας στο εν λόγω ζήτημα, γνώριζε, επίσης, ότι η άποψη, που η ίδια επικαλείτο και υποστήριζε, ήταν η μειοψηφούσα άποψη, συναγομένου εξ αυτού ότι γνώριζε πως η κρατούσα στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια ήταν η αντίθετη, ότι στην απόληψη του ως άνω μη δικαιουμένου υπ' αυτής επιδίκου ποσού είχε ρητώς εναντιωθεί η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη το, κατά τα προαναφερόμενα, μη νόμιμό του, ότι παρά ταύτα η ίδια επέλεξε και απαίτησε την εφαρμογή της μη κρατούσης απόψεως, ως σύμφωνης προς τα συμφέροντά της, ότι προηγουμένως σε όμοια υπόθεση η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε με τελεσίδικη απόφαση να προβεί στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης για την εξασφάλιση απαιτήσεως απορρέουσας από ομολογιακό δάνειο, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 Ν 3156/2003 για τον υπολογισμό των εισπρακτέων δικαιωμάτων της, ότι μπορούσε να υποβάλει ερώτημα στον αρμόδιο εισαγγελέα για το συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο δεν έπραξε και παρότι η τότε κρατούσα νομολογία των δικαστηρίων δεχόταν ότι η παραπάνω διάταξη δεν είναι αντισυνταγματική, η αναιρεσείουσα δεν την εφάρμοσε για το λόγο και μόνο ότι περιόριζε σημαντικά την αμοιβή της και ότι τα περιστατικά αυτά που στοιχειοθετούν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου.
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.
Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία (ΑΠ 512/2016, ΑΠ 1361/2013).
Επομένως, και ο υποθηκοφύλακας, ο οποίος ενεργώντας υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζήτησε και έλαβε για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα τηρούμενα από αυτόν οικεία βιβλία αμοιβή μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στο νόμο, διαπράττει αδικοπραξία και υποχρεούται να αποζημιώσει με το επιπλέον ποσό που έλαβε για αμοιβή του εκείνον που το κατέβαλε (ΑΠ436/2015, ΑΠ 1666/2014, ΑΠ 410/1988).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ536/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Ότι εξέδωσε κοινό ομολογιακό δάνειο και προς εξασφάλιση των ομολογιούχων δανειστών της συναίνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου της.
Ότι ζήτησε από την εναγομένη υποθηκοφύλακα την εγγραφή της προσημειώσεως στα οικεία βιβλία υποθηκών που τηρούσε, εκείνη όμως αυθαίρετα αξίωσε για τέλη εγγραφής το ποσό των 292.275 ευρώ, αντί του ποσού των 100 ευρώ που προβλέπεται από το άρθρο 14 παρ.2 του Ν 3156/2003. Ότι παρά τις αντιρρήσεις της, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εναγομένη το αιτηθέν ποσό, παρότι δεν ήταν υπόχρεη εκ του νόμου, λόγω της άμεσης ανάγκης για συμμόρφωσή της προς τους όρους του ομολογιακού δανείου.
Ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστη ζημία, ανερχόμενη στο ως άνω ποσό των 292.075 ευρώ". Η αγωγή υπό το ως άνω ιστορικό της περιεχόμενο είναι πλήρης και ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία για την νομική θεμελίωσή της στοιχεία, που συγκροτούν την εκ της αδικοπραξίας βάση της.
Τούτο δε διότι παρατίθεται η παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης υποθηκοφύλακα, συνισταμένη στο ότι ζήτησε και έλαβε από την ενάγουσα για την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης αμοιβή μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στο νόμο, η υπαιτιότητά της, η πρόκληση ζημίας στην ενάγουσα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της και της επελθούσης ζημίας.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 14 παρ.2 του Ν 3156/2003 για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλεισμένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους.
Ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνο τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, που αντιδιαστέλλεται από τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (ΑΠ 1358/1998), εμπίπτει δε στην ανωτέρω ατέλεια και συνεπώς δεν υπόκειται στα οριζόμενα στο Ν 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, αλλά σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ και η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης όταν με αυτές ασφαλίζονται απαιτήσεις από ομολογιακό δάνειο οποιασδήποτε κατηγορίας (ΑΠ 2252/2013,ΑΠ 1206/2015) και όχι μόνο όταν πρόκειται για απαιτήσεις από συμβάσεις των άρθρων 10 και 11 του Ν 3156/2003.
Για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως περί υποχρεώσεως καταβολής παγίου τέλους 100 ευρώ για πάγια δικαιώματα του υποθηκοφύλακα για την εγγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων αρκεί η συνομολόγηση συμβάσεως ομολογιακού δανείου, η κάλυψη του οποίου μπορεί να γίνει και από έναν ομολογιούχο και δεν απαιτείται να έχει συντελεσθεί η έκδοση των ομολογιών και η ενσωμάτωση σ' αυτές (εγχάρτωση) των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως (ΑΠ 404/2016, ΑΠ 2252/2013, ΑΠ1206/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 14 Ν 3156/2003, δεχόμενο εσφαλμένα ότι το ένδικο δάνειο είχε χαρακτήρα ομολογιακού δανείου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "Επί του ισχυρισμού της εκκαλούσας ότι το δάνειο δεν είχε χαρακτήρα ομολογιακού δανείου, αλλά απλού δανείου, επειδή δεν υπήρξε αξιογραφική ενσωμάτωση των απαιτήσεων των τραπεζών κατά της εφεσίβλητης εταιρείας, με την έκδοση τίτλων ομολογιών και επειδή αυτή δεν απευθύνθηκε σε μεγάλο αριθμό κεφαλαιοδοτών καθώς και ότι την ύπαρξη ή μη του χαρακτήρα του δανείου ως ομολογιακού όφειλε να ελέγξει η ίδια και ότι η ενάγουσα της στέρησε τη δυνατότητα να προβεί στον έλεγχο αυτό, γιατί δεν προσκόμισε ενώπιόν της τη σύμβαση που την συνέδεε με τις τράπεζες και τις ομολογίες που εκδόθηκαν, αποδείχθηκε ότι η αξίωση των τραπεζών από το ένδικο δάνειο περιβλήθηκε αξιογραφικής ενσωματώσεως και συγκεκριμένα εκδόθηκαν οι με αριθμ. 1 και 2 τίτλοι ομολογιών, στους οποίους ενσωματώθηκαν οι 29.040.000 ομολογίες του δανείου και τους οποίους επαναπροσκόμισε στο παρόν δικαστήριο.
Οι τίτλοι αυτοί εκδόθηκαν κατά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης Κάλυψης, όπως προκύπτει από την 5274/12-2-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας την εγγραφή ζήτησε και της Σύμβασης Κάλυψης. Η εκκαλούσα- εναγομένη δεν είχε δικαίωμα ούτε υποχρέωση να ελέγξει την ουσιαστική νομιμότητα των ενώπιό της προσκομισθέντων εγγράφων, ούτε άλλωστε είχε η ίδια πρόθεση να προβεί σε τέτοιο έλεγχο και γι' αυτό δεν ζήτησε κανένα περαιτέρω στοιχείο.
Επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης και οι ισχυρισμοί που τον στηρίζουν πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 14 του Ν 3156/2003, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του ότι επρόκειτο για κοινό ομολογιακό δάνειο, διεπόμενο από τις διατάξεις του Ν 3156/2003.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως ότι επρόκειτο περί απλού τραπεζικού και όχι ομολογιακού δανείου, αφού μοναδικός ομολογιούχος δανειστής ήταν η Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS, ενώ κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως δεν είχαν εκδοθεί ομολογίες που να ενσωματώνουν τις αντίστοιχες αξιώσεις της τελευταίας, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τη προεκτεθείσα νομική σκέψη, η μη έκδοση των ομολογιών, καθώς και η ανάληψη αυτών από ένα μόνο δανειστή δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του δανείου ως ομολογιακού, κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν 3156/2003.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189αριθμ.1, 191αριθμ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5566/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ