Legislator Case Law & Legislation
1054/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late additional arguments and substantive rejection of evidence request.

Case Number 1054/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision, rejecting both the procedural and substantive grounds raised by the appellants. The appellants argued that the lower court failed to examine their request to produce specific documents proving the disputed funds belonged to their mother's children. The court held that the additional arguments were filed too late and that the lower court had implicitly rejected the evidence request by accepting the opposing party's claim without further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 lit. a C.Pol.D.; Art. 559 no. 9 C.Pol.D.; Additional appeal arguments must be filed thirty days prior to the hearing, and an appeal is inadmissible if the lower court implicitly rejects evidence requests by accepting the opposing party's contrary assertions without specific examination.

Keywords

AI generated
additional appeal arguments procedural time limits implicit rejection of evidence Supreme Court appeal civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 lit. a C.Pol.D.
Art. 559 no. 9 C.Pol.D.
Art. 561 para. 2 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 495 para. 4 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1054 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1054/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Τ. του Π. και 2) Δ. συζύγου Ν. Τ., το γένος Ε. και Ό. Π., αμφοτέρων κατοίκων Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τζίτζικα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου Ηνωμένου Βασιλείου, ως μοναδικού νομίμου κληρονόμου της Π. χήρας Γ. Κ. το γένος Σ. Ε.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κουρούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.03.2015 αγωγή της αρχικής διαδίκου Π. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5490/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1107/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.06.2019 αίτησή τους και τους από 15.09.2020 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, «Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση [...]».

Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2’ Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 10.06.2019 αίτησης για αναίρεση της 1107/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ορίστηκε, με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (26.10.2020), οι δε αιτούντες άσκησαν προσθέτους λόγους με το από 15.09.2020 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 21.09.2020, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο. Από την υπ’ αριθμ. .../23-9-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρου Δάλλα, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, ο οποίος και επέσπευσε τη συζήτηση, στις 23.09.2020, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναιρέσεως.

[II] Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ το έγγραφο της εφέσεως (εφετήριο) πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της έφεσης. Οι τελευταίοι συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα. Τούτο δε διότι το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (ΑΠ 1345/2015, ΑΠ 824/2007, ΑΠ 1440/2005).

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 8 του Ν. 3043/2002, πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως.

Κατά την έννοια της άνω διάταξης δεν είναι πρόσθετος λόγος εφέσεως η ανεπτυγμένη εκφορά λόγου εφέσεως, που έχει ήδη προταθεί με το εφετήριο, με την παράθεση νέας ενισχυτικής επάλληλης αιτιολογίας και όταν ακόμη, η αιτιολογία αυτή δεν περιέχεται στο δικόγραφο της εφέσεως, διότι ο πρόσθετος λόγος εφέσεως είναι νέος συμπληρωματικός λόγος, περιορισμένης βεβαίως αυτοτέλειας και όχι νέα συμπληρωματική αιτιολογία του κύριου λόγου εφέσεως.

Επίσης, κατά το σαφές γράμμα της ίδιας διάταξης, για την άσκηση των προσθέτων λόγων της εφέσεως απαιτείται να συντελεσθούν και οι δύο ως άνω, συμπλεκτικώς οριζόμενες, διαδικαστικές πράξεις, της καταθέσεως δηλαδή του περιέχοντος αυτούς δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της κοινοποιήσεως στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της ασκήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, και, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της εφέσεως.

Συνεπώς και η επίδοση του οικείου δικογράφου, με την οποία δεν προπαρασκευάζεται απλώς η συζήτηση, αλλά ολοκληρώνεται η διαδικασία ασκήσεως των προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνει εμπροθέσμως, ως ανωτέρω, με την κύρωση του απαραδέκτου αυτών, ως διαδικαστικής πράξεως (άρθρα 111 παρ. 2, 151 ΚΠολΔ), σε περίπτωση παραλείψεως ή εκπροθέσμου, πράγμα που λαμβάνεται υπόψη και εξ επαγγέλματος (ΟλΑΠ 27/2007, ΟλΑΠ 33/1990).

Εξάλλου, ως προς τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στα οποία περιλαμβάνεται και η Αγγλία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13.11.2008 ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών.

Κατά τις σχετικές διατάξεις του ως άνω Κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ’ ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους – μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επιδόσεως ή κοινοποιήσεως, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος – μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 05.11.1965.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος – μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση, βάσει του παρόντος κανονισμού, και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως μέχρις ότου διαπιστωθεί: (α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής [...], ή (β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο, προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί.

Κατά δε το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, (β) από την διαβίβαση της πράξεως έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και (γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους – μέλους παραλαβής.

Τέλος, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κανονισμού, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 8, η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης μιας πράξης, βάσει του άρθρου 7, είναι η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής (παρ. 1).

Όταν όμως, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους – μέλους, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία που καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού (παρ. 2). Σκοπός των άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) του άρθρου 9, είναι να καθορισθούν κριτήρια ως προς την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης, η οποία έχει νομικές συνέπειες (εκκρεμοδικία, έναρξη ή διακοπή παραγραφής), γι’ αυτό είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια στιγμή παρήχθησαν.

Έτσι, η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης είναι εκείνη, κατά την οποία πράγματι αυτή έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους παραλαβής και σκοπός της είναι να προστατευθούν τα δικαιώματα του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 αντίθετα επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος (ενάγοντος), ο οποίος μπορεί να έχει συμφέρον να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία.

Γι’ αυτό κρίθηκε σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να του επιτραπεί να υποστηρίζει τα δικαιώματά του στηριζόμενος σε μια ημερομηνία που ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει, αντί να εξαρτάται από ένα γεγονός (όπως είναι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης σε άλλο κράτος μέλος), για το οποίο δεν έχει άμεση επιρροή, αφού αυτό μπορεί να λάβει χώρα μετά την καθορισμένη ημερομηνία λήξης.

Συνεπώς, για τη συντέλεση της επιχειρούμενης επίδοσης, επί προπαρασκευαστικής προθεσμίας απαιτείται πραγματική περιέλευση του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, ενώ, αντίθετα, επί προθεσμίας ενεργείας, αρκεί η πλασματική επίδοσή του στον Εισαγγελέα. Άλλωστε, και η διατύπωση «επίδοση ή κοινοποίηση εντός τακτής προθεσμίας» παραπέμπει ευθέως στην έννοια των προθεσμιών ενέργειας (ΑΠ 1405/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ «αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο». Υπό τον όρο «απαράδεκτο» νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση – παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως και των προσθέτων λόγων εφέσεως (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 1197/2008, ΑΠ 1241/2008).

[ΙΙI] Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, προκύπτει ότι η αρχικώς ενάγουσα, Π. χήρα Γ. Κ., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 23.03.2015 αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη ότι το έτος 2004 κατήρτισε με τον γαμβρό της Π. Τ., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγόμενων γονέων του Ν. και Δ. Τ., άτυπη σύμβαση δανείου, βάσει της οποίας δάνεισε στους τελευταίους το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ, αποδοτέο το αργότερο σε πέντε έτη, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, κυρίως με βάση την άνω σύμβαση δανείου και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 60.000 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5490/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, πλην της ερειδόμενης στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρικής βάσης της, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη, δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως κατ’ ουσίαν βάσιμη στο σύνολό της και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 60.000 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι εναγόμενοι την από 20.06.2017 έφεσή τους, παραπονούμενοι για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεδομένου ότι αυτοί πρωτοδίκως αρνήθηκαν την αγωγή, ισχυριζόμενοι ότι δεν υπήρξε σύμβαση δανείου αλλά σύμβαση δωρεάς. Ειδικότερα, με την έφεσή τους αποδίδουν γενικά στην εκκαλούμενη απόφαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι έλαβαν χώρα τα εκτιθέμενα περιστατικά και βάσει αυτών δέχθηκε την αγωγή και ως ουσία βάσιμη, περαιτέρω δε με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους αποδίδουν στην εκκαλουμένη εσφαλμένη κρίση περί της κυριότητας και προέλευσης των χρημάτων που μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό τους, λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, ενώ με το δεύτερο λόγο αποδίδουν στην εκκαλουμένη ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η μη σύναψη έγγραφης σύμβασης δανείου οφείλεται σε ηθική αδυναμία συντάξεως τέτοιου εγγράφου.

Μετά την άσκηση της άνω εφέσεως και δη στις 22.11.2017 απεβίωσε η αρχικώς ενάγουσα – εφεσίβλητη Π. χήρα Γ. Κ., δυνάμει δε της υπ’ αριθμ. .../23.05.2017 δημόσιας διαθήκης, που συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Βουλγαράκη, η ανωτέρω αποβιώσασα κατέλιπε ως μοναδικό κληρονόμο της τον γιο της Ν. Κ., κάτοικο Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος αποδέχθηκε τη σχετική κληρονομιά και συνέχισε έκτοτε τη δίκη.

Ακολούθως, οι εναγόμενοι – εκκαλούντες άσκησαν κατ’ αυτού, με το από 11.11.2018 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. 4013/3582/13-12-2018 δικόγραφο, πρόσθετους λόγους εφέσεως, δικάσιμος των οποίων ορίσθηκε η 18.01.2019, με τους οποίους παραπονούνται και πάλι ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα δέχθηκε τα όσα πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ως αποδειχθέντα και βάσει αυτών έκανε δεκτή την αγωγή και ως ουσία βάσιμη, με τους ειδικότερους δε στη συνέχεια λόγους παραπονούνται για επί μέρους παραδοχές επί της ουσίας της εκκαλουμένης και δη ότι λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων είναι εσφαλμένη (α) η κρίση περί αντιπροσώπευσής τους από τον γιο τους, (β) η κρίση περί σύναψης σύμβασης δανείου μεταξύ της αρχικώς εφεσίβλητης και αυτών, και (γ) η κρίση περί του ότι η μεταφορά των χρημάτων στο λογαριασμό τους οφειλόταν σε δάνειο και όχι σε δωρεά.

Ακριβές αντίγραφο των άνω πρόσθετων λόγων εφέσεως με κλήση προς συζήτηση για την άνω δικάσιμο της 18.01.2019, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εκκαλούντων την 17.12.2018 στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, προς περαιτέρω αποστολή και επίδοσή της στο νόμιμο κληρονόμο της πιο πάνω εφεσλίβλητης, Ν.

Κ., κάτοικο Ηνωμένου Βασιλείου, επί της οδού .... Το εν λόγω δικόγραφο παραλήφθηκε από την αρμόδια Βρετανική Υπηρεσία στις 04.01.2019, ενώ από τον εφεσίβλητο παραλήφθηκε μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 06.01.2019. Η άνω έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι συζητήθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, στις 18.01.2019, εκδόθηκε δε η υπ’ αριθ. 1107/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι από 11.11.2018 πρόσθετοι λόγοι απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, με την παραδοχή ότι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, καθόσον η σχετική επίδοση έγινε χωρίς να τηρηθεί η οριζόμενη στο άρθρο 520 παρ.2 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών πριν από τη συζήτηση της εφέσεως, η δε έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης.

Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι – εκκαλούντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

[IV] Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παρά το νόμο κα δη του άρθρου 9 του Κανονισμού 1393/2007 κήρυξης απαραδέκτου και δη απορρίψεως ως απαραδέκτων των άνω πρόσθετων λόγων εφέσεως, με την εσφαλμένη παραδοχή ότι ασκήθηκαν εκπροθέσμως. Όπως προαναφέρθηκε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 του ως άνω Κανονισμού, για τη συντέλεση της επιχειρούμενης επίδοσης, επί προπαρασκευαστικής προθεσμίας απαιτείται πραγματική περιέλευση του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, ενώ, αντίθετα, επί προθεσμίας ενεργείας, αρκεί η πλασματική επίδοσή του στον Εισαγγελέα.

Συνεπώς, ενόψει του ότι με την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων εφέσεως δεν προπαρασκευάζεται απλώς η συζήτηση, αλλά ολοκληρώνεται η διαδικασία ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, παρέπεται ότι στην προκειμένη περίπτωση οι από 11.11.2018 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως των αναιρεσειόντων ασκήθηκαν εμπροθέσμως, αφού η πλασματική επίδοση του σχετικού δικογράφου στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης έλαβε χώρα την 17.12.2018, ήτοι 30 ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως (18.01.2019).

Περαιτέρω, όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση τόσο της άνω εφέσεως όσο και των πρόσθετων λόγων αυτής, προκύπτει ότι δεν πρόκειται για πρόσθετους λόγους της εφέσεως αλλά για ανεπτυγμένη εκφορά των ήδη προταθέντων λόγων εφέσεως. Πράγματι, με την έφεσή τους οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λόγος που, όπως προεκτέθηκε, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, οπότε το εφετείο είναι υποχρεωμένο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτή.

Την προσβολή της εκκαλούμενης απόφασης για το λόγο αυτό, ήτοι την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και την συνεπεία αυτής παραδοχή της ερειδόμενης στην κατάρτιση σύμβασης δανείου αγωγής, αναπτύσσουν περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τους διαλαμβανόμενους στο άνω δικόγραφο λόγους, οι οποίοι δεν είναι πρόσθετοι λόγοι, αφού και με αυτούς βάλλεται εκτενέστερα η ουσιαστική κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περί καταρτίσεως συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων.

Για το λόγο αυτό και το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, ερεύνησε εκ νέου συνολικά την υπόθεση, ενόψει και της πλήρους άρνησης εκ μέρους των αναιρεσειόντων των αγωγικών ισχυρισμών, μετά δε την καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης κατέληξε στο πόρισμα περί απορρίψεως της εφέσεως των αναιρεσειόντων.

Υπό τα δεδομένα, όμως, αυτά δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον για τους αναιρεσείοντες από την επιδιωκόμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον συγκεκριμένο λόγο, διότι με την απόρριψη των άνω πρόσθετων λόγων εφέσεως ως απαράδεκτων δεν υφίστανται αυτοί βλάβη τέτοια που να δικαιολογεί την άσκηση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, αφού δεν επρόκειτο για πρόσθετους λόγους αλλά για εκτενέστερη με αυτούς ανάπτυξη του βασικού λόγου της έφεσης περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που διερευνήθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την καθολική επανεκτίμηση της υποθέσεως.

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στους αναιρεσείοντες προς άσκηση του λόγου τούτου αναιρέσεως, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

[V] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, αμφοτεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανειστής, έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, και να εισφέρει τούτο στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου.

Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρεώσεως για καταβολή τόκων, αν τέτοιοι συμφωνήθηκαν. Η κατά τα άνω δε μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειακής σύμβασης, ώστε σε περίπτωση που ελλείπει να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου.

Για τη σύσταση λοιπόν του δανείου, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας γίνεται άμεσα από το δανειστή στο δανειολήπτη, αλλά έμμεσα από το δανειστή ή έμμεσα προς τον δανειολήπτη. Το στοιχείο της μεταβίβασης του δανείσματος, δεν απαιτείται να συντρέχει, εφόσον δεν αποτελεί αναγκαίο εννοιολογικό περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης, όπως πιο πάνω αναφέρεται, και όταν το δάνεισμα περιήλθε από την περιουσία του δανειστή σε εκείνη του δανειολήπτη, με άλλο ισοδύναμο οικονομικά τρόπο (ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 1960/2013), όπως συμβαίνει και όταν ο δανειστής καταθέσει το ποσό του δανείου σε τραπεζικό λογαριασμό του δανειολήπτη, αφού από τότε μπορεί αυτός να εκμεταλλευθεί το κεφάλαιο του δανείου, έχοντας όλες τις εξουσίες χρήσης και εκμετάλλευσης του ποσού του δανείου (ΑΠ 2123/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 211 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητώς στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του, κατά δε το άρθρο 212 ΑΚ, αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι για να ενεργήσει η δήλωση βουλήσεως αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου και να καταστήσει γνωστό σε αυτόν με τον οποίο συναλλάσσεται, ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση ελλείψεως ρητής δηλώσεως του αντιπροσώπου ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις (ΑΠ 647/2017, ΑΠ 214/2015).

Τέλος, από το συνδυασμό, των διατάξεων των άρθρων 1 παράγραφοι 1 και 2 του Ν. 5638/1932, 2 παράγραφος 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ’ ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφ’ ενός, και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) αφ’ετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (ολικώς ή μερικώς) από ένα των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών (ΑΠ 351/2018, ΑΠ 1081/2017, ΑΠ 946/2015). Στην περίπτωση αυτή ο αναλαβών γίνεται κύριος των αναληφθέντων χρημάτων και είναι αδιάφορο σε ποιον πράγματι από τους καταθέτες ανήκαν τα χρήματα, όπως αδιάφορη είναι και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία μόνο ενοχικές αξιώσεις μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος εκείνου από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων (ΑΠ 1800/2012).

[VI] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Η ήδη αποβιώσασα αρχική ενάγουσα, Π. χήρα Γ. Κ., ετύγχανε μητέρα της Μ. Κ., η οποία στις 08.09.2002 τέλεσε γάμο μετά του υιού των εναγομένων, Π. Τ., από τον γάμο δε αυτό απέκτησαν ένα τέκνο, την Δ., η οποία γεννήθηκε στις 3-1-2006. Μετά την τέλεση του γάμου το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε ιδιόκτητο διαμέρισμα της συζύγου, επί της οδού ...

αριθμός … στην περιοχή ... της πόλεως της …, σε διπλανό δε ιδιόκτητο διαμέρισμα διέμενε η ίδια η ενάγουσα, η οποία με μεγάλη προθυμία προσέτρεχε κάθε φορά που η κόρη και ο γαμβρός της είχαν ανάγκη της βοηθείας και των υπηρεσιών της, δοθέντος ότι ο έτερος υιός της, Ν. Κ. και νυν νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος της, διέμενε μονίμως μετά της οικογενείας του στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Λονδίνο και συνεπώς, δεν είχε χρεία των υπηρεσιών της μητρός του.

Από την αρχή της εγγάμου σχέσεως, ο Π. Τ., ηλεκτρολόγος μηχανολόγος στο επάγγελμα, άρχισε να επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις οικονομικές υποθέσεις και κυρίως για τα χρηματικές καταθέσεις της συζύγου και της πεθεράς του, η οποία, σημειωτέον, ήταν εύρωστη οικονομικά, δοθέντος ότι η ίδια μεν ήταν οδοντίατρος, ενώ ο αποβιώσας σύζυγός της ήταν ιατρός, δραστηριοποιούμενος επί σειρά ετών στην πόλη της Θεσσαλονίκης.

Αρχικώς, προσπάθησε να πείσει τη σύζυγό του να αποσύρει χρήματα από κοινό λογαριασμό, που αυτή διατηρούσε μετά της ενάγουσας μητρός της και να τα παραδώσει στον ίδιο, προκειμένου να προβεί στην αγορά ακινήτου, το οποίο, όπως ισχυριζόταν, θα χρησιμοποιούσε ως επαγγελματική στέγη. Η κόρη της ενάγουσας, διατεινόμενη ότι τα εν λόγω χρήματα ήταν της μητρός της και όχι δικά της, απέφυγε να ικανοποιήσει το ανωτέρω αίτημά του, οπότε ο Π.

Τ. απευθύνθηκε στην πεθερά του ζητώντας να του δανείσει εκείνη το απαιτούμενο χρηματικό ποσό, πλην όμως, όταν η τελευταία απαίτησε να αγορασθεί το ακίνητο επ’ ονόματι της θυγατρός της, αυτός αρνήθηκε να το πράξει και έτσι οι σχετικές διαπραγματεύσεις έληξαν εκεί. Μετά πάροδο ενός περίπου έτους, ο Π. Τ., ισχυριζόμενος ότι ανήβρε προς αγορά ένα διαμέρισμα εντός του ευρισκομένου στην ...

εμπορικού Κέντρου με την επωνυμία ..., το οποίο ήταν κατάλληλο για να το χρησιμοποιήσει ως γραφείο, ζήτησε από την ενάγουσα να δανείσει στους εναγόμενους γονείς του, Ν. και Δ. Τ., μέρος εκ του συνολικά συμφωνηθέντος τιμήματος της εν λόγω αγοραπωλησίας και δη το ποσό των 60.000 ευρώ, διότι, όπως της είπε, το σχετικό ακίνητο τελικώς θα αγοράζονταν επ’ ονόματι των τελευταίων, με τους οποίους αυτός έχει, ήδη, συνεννοηθεί, κι ότι ο ίδιος ενεργεί εν προκειμένω ως αντιπρόσωπός τους.

Η ενάγουσα, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο ότι ο γαμβρός της ενεργεί στο όνομα και ως αντιπρόσωπος των γονέων του, τους οποίους ιδιαιτέρως εκτιμούσε, αποφάσισε να τους δανείσει το αιτούμενο χρηματικό ποσό και έτσι στις 21.09.2004, εις εκτέλεση της ανωτέρω δανειστικής συμβάσεως, αφού προσήλθε αυτοπροσώπως στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και δη στο υπ’ αριθμ. ...

υποκατάστημά της, που βρίσκεται στην περιοχή ..., μετέφερε από τον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό, που τηρούσε στην παραπάνω Τράπεζα από κοινού με τον υιό της Ν. Κ., το ποσό των 50.000 Ευρώ στον υπ’ αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των εναγομένων, ενώ από τον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό, που επίσης τηρούσε στην ίδια ως άνω Τράπεζα από κοινού με την κόρη της Μ.

Κ., μετέφερε το ποσό των 10.000 Ευρώ στον προαναφερθέντα κοινό λογαριασμό των εναγομένων, υπογράφοντας, μάλιστα, ιδιοχείρως και τις σχετικές εντολές μεταφοράς των άνω χρημάτων (βλ. τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από 21.09.2004 «αντίγραφα γραμματίου είσπραξης» με κωδικό συναλλαγής 115 ποσού 50.000, ευρώ και με κωδικό συναλλαγής 117 ποσού 10.000 ευρώ της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, που φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή της ενάγουσας Π.

Κ., κάτω από την ένδειξη «υπογραφή πελάτη», ενώ επ’ αυτών υπάρχει και η εξής ιδιόχειρη σημείωση «τα λεφτά που δώσαμε για το σπίτι του Π. (Τ.)»). Ακολούθως, στις 27.09.2004 και περί ώρα 13.12, ο πρώτος των εναγομένων Ν. Τ. του Π. προσήλθε αυτοπροσώπως στο επί της οδού ... υπ’ αριθμ. ... υποκατάστημα της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, κι από τον προαναφερθέντα υπ’ αριθμ. ...

κοινό μετά της συζύγου του λογαριασμό, ο οποίος, σημειωτέον, είχε ανοιχθεί στις 20.09.2004 δια της καταθέσεως ποσού 300 ευρώ (ήτοι μία ημέρα πριν από την κατάθεση των 60.000 ευρώ), ανέλαβε σε μετρητά ολόκληρο το κατατεθέν από την ενάγουσα χρηματικό ποσό (βλ. το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο από την ενάγουσα από 27.09.2004 ένταλμα ανάληψης μετρητών με κωδικό συναλλαγής …, που φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του Ν.

Τ., σε συνδυασμό με το αντίγραφο του βιβλιαρίου καταθέσεων του υπ’ αριθμ. ... κοινού λογαριασμού των εναγομένων), εν συνεχεία δε την ίδια ημέρα αμφότεροι οι εναγόμενοι, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 21/27-09-2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Μαριάννας Τζιβοποΰλου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Θεσσαλονίκης (Τόμος … και αριθμ.

…), κατέστησαν συγκύριοι και δη κατά ποσοστό 1% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εναγόμενος και 99% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη εναγομένη, ενός διαμερίσματος εμβαδού μικτού 100 τ.μ, που βρίσκεται στο εμπορικό κέντρο ..., επί των οδών ... και ... στην ..., το οποίο έχει αριθμό ΚΑΕΚ .... Ως τίμημα για την ανωτέρω αγοραπωλησία αναγράφηκε στο παραπάνω συμβόλαιο το ποσό των 123.240,53 ευρώ, όση και η αντικειμενική αξία του ακινήτου, το οποίο οι εναγόμενοι κατέβαλαν από προϊόν δανείου, ύψους 135.000 ευρώ, ληφθέντος εκ της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EUROBANK» (βλ.

την υπ’ αριθμ. .../12-10-2004 σύμβαση στεγαστικού δανείου), πλην όμως, όπως οι ίδιοι συνομολογούν, το αληθές τίμημα ανήρχετο στο ποσό των 195.000 ευρώ, το δε απομένον υπόλοιπο, ύψους 60.000 ευρώ, αυτοί κατέβαλαν εκ των χρημάτων, που η ενάγουσα λίγο προγενέστερα τους είχε χορηγήσει ως δάνειο, διά των προαναφερθέντων δύο καταθέσεων, ποσού 50.000 και 10.000 ευρώ, στον υπ’ αριθμ. ...

κοινό λογαριασμό τους. Μολονότι οι εναγόμενοι συμφώνησαν μέσω του υιού τους, ο οποίος ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός τους, να επιστρέψουν το ποσό του ανωτέρω δανείου ατόκως μετά πάροδο πέντε ετών από τη λήψη του, ήτοι στις 21.09.2009, ουδέν ποσό κατέβαλαν στην ενάγουσα, αυτή δε, επιθυμώντας να μη διαταράξει την οικογενειακή γαλήνη της θυγατρός της, η οποία εντωμεταξύ αντιμετώπιζε σοβαρότατα προβλήματα στο γάμο της εξ αιτίας της εριστικής, επιθετικής και συνάμα απαξιωτικής συμπεριφοράς του συζύγου της προς το πρόσωπό της, προτίμησε να μη διεκδικήσει δικαστικώς τα οφειλόμενα, πλην όμως, όταν η ως άνω έγγαμη σχέση διεκόπη οριστικώς και ο γαμβρός της ηναγκάσθη, εις εκτέλεση εκδοθείσας εις βάρος του δικαστικής αποφάσεως, να μετοικήσει την 12η.01.2015 εκ της συζυγικής κατοικίας, η ενάγουσα αναζήτησε την επιστροφή του δανείου, όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν κάθε καταβολή.

Οι τελευταίοι, με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις τους συνομολόγησαν την εκ μέρους τους λήψη του ποσού των 60.000 ευρώ, πλην όμως ισχυρίστηκαν (α) ότι το ποσό αυτό τους το χορήγησε από ελευθεριότητα εν είδει δωρεάς η νύφη τους, Μ. Κ., από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, αφού το αγορασθέν επ’ ονόματί τους διαμέρισμα θα χρησιμοποιούνταν ως επαγγελματική στέγη του συζύγου της και υιού τους Π.

Τ., (β) ότι η ενάγουσα παρεμβλήθηκε στην όλη συναλλαγή κατ’ εντολή της νύφης τους και θυγατρός της (Μ. Κ.), επειδή ήταν συνδικαιούχος στους δύο λογαριασμούς και επειδή τα χρήματα της νύφης τους ήταν δεσμευμένα σε προθεσμιακές καταθέσεις, τα δε εκτός προθεσμιακής κατάθεσης διαθέσιμα ποσά ήταν περί τα 10.000 ευρώ και δεν αρκούσαν για να καλύψουν το ποσό των 60.000 ευρώ, (γ) ότι σε σχετική συνεννόηση η νύφη τους προέβη και με τον αδελφό της Ν.

Κ., ο οποίος, εάν όντως επρόκειτο για σύμβαση δανείου, θα μεριμνούσε για την κατάρτιση κάποιου ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού ο ίδιος, ως τραπεζικός υπάλληλος στην Αγγλία, διαθέτει τις σχετικές γνώσεις και εμπειρία, και τέλος, (δ) ότι τα μεταφερθέντα από την ενάγουσα χρηματικά ποσά δεν ήταν δικά της, αλλά ανήκαν στα δύο τέκνα της Μ.

και Ν. Κ., καθόσον προέρχονταν από αποζημιώσεις που αυτά (τέκνα) είχαν εισπράξει από απαλλοτρίωση δικών τους ακινήτων (κι όχι ακινήτων της ενάγουσας) και ότι η θέση του ονόματός της στους άνω λογαριασμούς ήταν καθαρά τυπική και για λόγους εξυπηρέτησης των αληθών δικαιούχων. Οι ανωτέρω, ωστόσο, ισχυρισμοί των εναγομένων δεν αποδεικνύονται βάσιμοι.

Ειδικότερα, εάν όντως το ποσό των 60.000 ευρώ μεταβιβάσθηκε στους εναγομένους λόγω δωρεάς από τη νύφη τους, Μ. Κ., τότε ουδεμία χρεία αυτοπρόσωπης προσέλευσης της ενάγουσας στην Τράπεζα υπήρχε προς πραγματοποίηση της μεταφοράς των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό των εναγομένων, δοθέντος ότι η νύφη τους ήταν συνδικαιούχος του ενός λογαριασμού (του υπ’ αριθμ. ...), στον οποίο μάλιστα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από αυτούς (εναγομένους), υπήρχε επαρκές υπόλοιπο για τη χορήγηση της επικαλούμενης δωρεάς, συγκεκριμένα ο άνω λογαριασμός την 21.09.2004 είχε διαθέσιμο άμεσα το ποσό των 57.279,95 ευρώ, πέραν του ποσού των 500.000 ευρώ που ήταν σε τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση.

Κατά τον άνω επίδικο χρόνο η μεν ενάγουσα ήταν 78 ετών (γεννήθηκε το έτος 1926), η δε κόρη αυτής και νύφη των εναγομένων ήταν νέα και χωρίς ιδιαίτερες υποχρεώσεις, ούτε είχε αποκτήσει ακόμη κάποιο τέκνο (αυτό γεννήθηκε το 2006), συνεπώς, ουδείς εξωγενής παράγοντας την παρεμπόδιζε να μεταβεί η ίδια στην Τράπεζα και να πραγματοποιήσει τη επίδικη μεταφορά των χρημάτων.

Εξάλλου, εάν όντως η χορήγηση των 60.000 ευρώ αφορούσε χαριστική δικαιοπραξία, πραγματοποιηθείσα από τη νύφη των εναγομένων εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και για λόγους ευπρέπειας και επειδή το αγορασθέν επ’ ονόματί τους διαμέρισμα θα χρησιμοποιούνταν ως επαγγελματική στέγη του συζύγου της και υιού τους Π.

Τ., τότε ουδεμία χρεία ανάληψης ποσού 50.000 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό της ενάγουσας με τον υιό της, Ν. Κ., υπήρχε, αφού ο τελευταίος ουδέν ιδιαίτερο ηθικό καθήκον είχε απέναντι στα πεθερικά της αδελφής του, τους οποίους μάλιστα συναντούσε και ελαχίστως, διότι τυγχάνει μόνιμος κάτοικος Λονδίνου. Η ενάγουσα, από την ημερομηνία χορήγησης του ποσού των 60.000 ευρώ (21.09.2004) και μέχρι την άσκηση της ενδίκου αγωγής της (06.05.2015), ήτοι επί έντεκα (11) συναπτά έτη, φύλασσε με προσοχή τα με κωδικούς συναλλαγής … και … γραμμάτια είσπραξης της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ποσού 50.000 ευρώ και 10.000 ευρώ αντιστοίχως, πάνω στα οποία είχε ιδιοχείρως σημειώσει με λόγια απλά και τινά εκ των βασικών στοιχείων της καταρτισθείσας σύμβασης δανείου («τα λεφτά που δώσαμε για το σπίτι του Π.»), προέβη δε σε χρήση αυτών μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι η θυγατέρα της δεν διατρέχει κάποιο κίνδυνο, όταν δηλαδή ο γαμβρός της ηναγκάσθη να μετοικήσει εκ της συζυγικής κατοικίας, εις εκτέλεση δικαστικής εναντίον του αποφάσεως (βλ.

υπ’ αριθμ. 20988/2014 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Εάν όντως επρόκειτο περί δωρεάς, την οποία η ενάγουσα εκτέλεσε κατ’ εντολή της θυγατρός της, τότε δεν χρειαζόταν να διαφυλάξει τα ανωτέρω παραστατικά επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού σε μία τέτοια περίπτωση ουδείς θα ανέμενε την επιστροφή του ποσού από τους εναγομένους.

Όλα τα ανωτέρω, πέραν των προσκομιζομένων μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα εγγράφων, αποδεικνύονται με σαφήνεια από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του υιού της ενάγουσας και συνδικαιούχου του ενός λογαριασμού, Ν. Κ., καθώς κι από την περιλαμβανομένη στην υπ’ αριθμ. 2055/18-5-2018 ένορκη βεβαίωση κατάθεση της νύφης των εναγομένων, Μ.

Κ., η οποία αρνείται κατηγορηματικά ότι δήθεν δώρισε το επίδικο ποσό στους εναγομένους (τότε πεθερικά της), ενώ επιβεβαιώνει ότι επρόκειτο περί καθαρής σύμβασης δανείου, καταρτισθείσας μεταξύ των εναγομένων και της μητρός της, η οποία τους εμπιστευόταν και τους εκτιμούσε, ότι οι εναγόμενοι ευχαρίστησαν την ενάγουσα συμπεθέρα τους για τη διευκόλυνση που τους παρείχε, ότι ο μόνος λόγος, που αυτή δεν διεκδίκησε νωρίτερα το ποσό δικαστικώς, ήταν διότι φοβόταν για τη δική της ασφάλεια (της θυγατρός της), λόγω του βίαιου χαρακτήρα του τότε συζύγου της και υιού των εναγομένων και τέλος, ότι τα χρηματικά ποσά στους ένδικους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, στους οποίους η ίδια και ο αδελφός της ήταν με την ενάγουσα συνδικαιούχοι, ναι μεν προερχόταν από την απαλλοτρίωση ακινήτου, που με γονική παροχή είχαν αμφότεροι αποκτήσει από τους γονείς τους, πλην όμως επρόκειτο περί ακινήτου που είχε αγορασθεί από τις αποταμιεύσεις των τελευταίων, η δε εν ζωή μητέρα της Π.

Κ. και ήδη ενάγουσα και εφεσίβλητη διαχειριζόταν αποκλειστικά αυτή τα κατατεθειμένα χρήματα, με γνώμονα βέβαια πάντοτε το συμφέρον των τέκνων της, καθόσον επρόκειτο περί χρημάτων του αποβιώσαντος συζύγου της και δικών της.

Εν προκειμένω, βεβαίως, ως εκ περισσού πρέπει να λεχθεί ότι το εάν το μεταφερθέν χρηματικό ποσό (των 60.000 ευρώ) ανήκε στην κόρη και στον υιό της ενάγουσας, κι όχι στην ιδία την ενάγουσα, ουδόλως μας ενδιαφέρει, ούτε καθιστά μη έγκυρη την μεταξύ αυτής και των εναγομένων καταρτισθείσα σύμβαση δανείου, διότι κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 του Ν. 5638/1932 «περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό», όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε και ισχύει, χρηματική κατάθεση σε Τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε μερικοί είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι, ανεξαρτήτως αν τα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 1419/2015, ΑΠ 878/1013, ΑΠ 1001/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εκ μέρους της ενάγουσας μεταφορά των ποσών των 50.000 και 10.000 ευρώ έγινε από τους προαναφερθέντας δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους αδιαμφισβήτητα και αποδεδειγμένα ήταν και η ίδια συνδικαιούχος και συνεπώς, κατά τις άνω διατάξεις, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά της, γεγονός, βεβαίως, που δεν αποδείχθηκε, είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από την Τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων των παραπάνω λογαριασμών και την εν συνεχεία μεταβίβαση της κυριότητας αυτών στους εναγομένους, προς το σκοπό εξόφλησης μέρους του τιμήματος του εκ μέρους τους αγορασθέντος ακινήτου.

Η μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού εσωτερική σχέση επηρεάζει μεν τους ίδιους, καθόσον καθορίζει το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής, ουδόλως όμως επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της Τράπεζας και των συνδικαιούχων, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους ελέγχονται απορριπτέα ως μη νόμιμα, ο δε σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Οι ανωτέρω ένορκες καταθέσεις των δύο τέκνων της ενάγουσας, ουδόλως αντικρούονται από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του υιού των εναγομένων, Π. Τ., η οποία κρίνεται μη πειστική και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, το γεγονός δε ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων οποιοδήποτε έγγραφο αποδεικτικό της σύναψης του ένδικου δανείου οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο ότι αυτοί (διάδικοι) είχαν κατά το χρόνο της κατάρτισης στενό συγγενικό δεσμό, ώστε, σύμφωνα με τις κρατούσες συναλλακτικές αντιλήψεις, η αξίωση σύνταξης εγγράφου για τη συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη και θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία.

Περαιτέρω, προς επίρρωση του ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου και όχι σύμβαση δωρεάς μεταξύ της κόρης της ενάγουσας και των εναγομένων, συνηγορεί και το γεγονός ότι οι ίδιοι (εναγόμενοι) στην 4η σελίδα των πρωτοδίκων προτάσεών τους συνομολόγησαν ότι το θέρος του έτους 2003, ήτοι ένα έτος πριν την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως, ο υιός τους ζήτησε από τη σύζυγό του Μ.

Κ. να τον καλύψει σε ένα πρόβλημα ρευστότητας, που αντιμετώπιζε, δια της καταβολής ποσού 40.000 ευρώ, κι ότι εν συνεχεία αυτός επέστρεψε ολοσχερώς το ως άνω ποσό στην τελευταία. Εκ των παραπάνω συνάγεται ότι η χορήγηση του ποσού των 60.000 ευρώ επ’ ουδενί έλαβε χώρα από ελευθεριότητα από τη νύφη των εναγομένων, η οποία, ακόμα και σε προηγούμενη περίσταση και μάλιστα εντός έτους από την τέλεση του γάμου της με τον υιό των εναγομένων, δεν δώρησε η ίδια, αλλά δάνεισε το ποσό των 40.000 ευρώ στον τελευταίο, μολονότι επρόκειτο για το σύζυγό της.

Οι ισχυρισμοί των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων: (α) ότι δεν δεσμεύονται εκ της επιδίκου συμβάσεως δανείου, διότι ουδέποτε παρείχαν στον υιό τους σχετική εξουσία αντιπροσώπευσης, ούτε την ενέκριναν εκ των υστέρων και (β) ότι η σχετική σύμβαση, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί συναφθείσα, δεσμεύει μόνο τον αντιπρόσωπο υιό τους, ο οποίος ήταν κι ο τελικός αποδέκτης των χρημάτων, ελέγχονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 527 και 269 του ΚΠολΔ, διότι, μολονότι πρόκειται περί ισχυρισμών που κατατείνουν στην ανατροπή της αγωγής, προβάλλονται από αυτούς για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ουχί με τις προτάσεις τους, αλλά με την προσθήκη – αντίκρουσή τους, χωρίς ποτέ να προβληθούν, έστω και ακροθιγώς, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Αν και παρήλθε η συμφωνηθείσα προθεσμία αποπληρωμής του δανείου (5ετία από τη λήψη του), οι εναγόμενοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν προέβησαν σε επιστροφή του, ούτε, άλλωστε, κατέβαλαν κάποιο ποσό μετά την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης του υιού τους με τη θυγατέρα της ενάγουσας, μολονότι κατ’ επανάληψη οχλήθηκαν προφορικώς προς τούτο.

Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω που αποδείχθηκαν και που δεν αναιρούνται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, έπρεπε η υπό κρίση από 23.03.2015 και με αριθμ. καταθ. 9821/6-5-2015 αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και ορθώς εκτίμησε τις, ενώπιον του, προσαχθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε και συνεπώς, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους της υπό κρίση εφέσεως κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολό της [...]|».

[VII] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 481, 482, 806 επ. ΑΚ, 1 παρ. 1 και 2 Ν. 5638/1932 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσίβλητου, και είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 60.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 806 επ. ΑΚ και 1 παρ. 1 και 2 Ν. 5638/1932, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται (α) ότι ο Π.

Τ., ισχυριζόμενος ότι βρήκε προς αγορά ένα διαμέρισμα στην ... για να το χρησιμοποιήσει ως γραφείο, ζήτησε από την αρχικώς ενάγουσα να δανείσει στους εναγόμενους γονείς του, μέρος εκ του συνολικά συμφωνηθέντος τιμήματος της εν λόγω αγοραπωλησίας και δη το ποσό των 60.000 ευρώ, διότι το σχετικό ακίνητο τελικώς θα αγοράζονταν επ' ονόματι των τελευταίων, με τους οποίους αυτός έχει, ήδη, συνεννοηθεί, κι ότι ο ίδιος ενεργεί εν προκειμένω ως αντιπρόσωπός τους, (β) ότι η αρχικώς ενάγουσα, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο ότι ο γαμβρός της ενεργεί στο όνομα και ως αντιπρόσωπος των γονέων του, τους οποίους ιδιαιτέρως εκτιμούσε, αποφάσισε να τους δανείσει το αιτούμενο χρηματικό ποσό και έτσι στις 21.09.2004, σε εκτέλεση της ανωτέρω δανειστικής συμβάσεως, αφού προσήλθε αυτοπροσώπως στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και δη στο υπ’ αριθμ. ...

υποκατάστημά της, που βρίσκεται στην περιοχή ..., μετέφερε από τον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό, που τηρούσε στην παραπάνω Τράπεζα από κοινού με τον υιό της Ν. Κ., το ποσό των 50.000 Ευρώ στον υπ’ αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των εναγομένων, ενώ από τον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό, που επίσης τηρούσε στην ίδια ως άνω Τράπεζα από κοινού με την κόρη της Μ.

Κ., μετέφερε το ποσό των 10.000 Ευρώ στον προαναφερθέντα κοινό λογαριασμό των εναγομένων, υπογράφοντας, μάλιστα, ιδιοχείρως και τις σχετικές εντολές μεταφοράς των άνω χρημάτων, (γ) ότι στις 27.09.2004 ο πρώτος των εναγομένων προσήλθε αυτοπροσώπως στο επί της οδού ... υπ’ αριθμ. ... υποκατάστημα της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, και από τον υπ’ αριθμ. ...

κοινό μετά της συζύγου του λογαριασμό ανέλαβε σε μετρητά ολόκληρο το κατατεθέν από την ενάγουσα χρηματικό ποσό, (δ) ότι εν συνεχεία και δη την ίδια ημέρα αμφότεροι οι εναγόμενοι, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/27-09-2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Μαριάννας Τζιβοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, κατέστησαν συγκύριοι και δη κατά ποσοστό 1% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εναγόμενος και 99% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη εναγομένη, του περιγραφόμενου διαμερίσματος, και (ε) ότι, ενώ οι εναγόμενοι συμφώνησαν μέσω του γιού τους, ο οποίος ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός τους, να επιστρέψουν το ποσό του ανωτέρω δανείου ατόκως μετά πάροδο πέντε ετών από τη λήψη του, ήτοι στις 21.09.2009, ουδέν ποσό κατέβαλαν στην ενάγουσα.

Βάσει δε αυτών των περιστατικών είχαν υποχρέωση οι εναγόμενοι να αποδώσουν στην αρχικώς ενάγουσα το δανεισθέν ποσό των 60.000 ευρώ, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω προϋποθέσεις της σύμβασης δανείου, μεταξύ των οποίων και η μεταβίβαση της κυριότητας των δανεισθέντων χρημάτων, αφού έλαβε χώρα μεταφορά του ποσού του δανείου σε κοινό λογαριασμό των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δικαιούνταν έκτοτε να αναλάβουν το ποσό αυτό από τον τραπεζικό τους λογαριασμό και να το χρησιμοποιήσουν, όπως και έκαναν, με συνέπεια την ολοκλήρωση της σύμβασης δανείου.

Επομένως, είναι αβάσιμος τόσο ο δεύτερος λόγος αναιρέσως, κατά το πρώτο σκέλος του, όσο και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων. Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, ως προς ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διατάξεως του άρθρου 806 του ΑΚ, προκειμένου να δικαιολογείται η παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της.

Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο, ότι μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας και των εναγομένων, για τους οποίους ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός τους ο γιος τους Π. Τ., καταρτίσθηκε άτυπη σύμβαση άτοκου δανείου 60.000 ευρώ, σε εκτέλεση της οποίας η αρχικώς ενάγουσα κατέθεσε σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό των εναγομένων το άνω δανεισθέν ποσό, το οποίο και ανέλαβαν οι εναγόμενοι, δια του πρώτου εξ αυτών, και χρησιμοποίησαν για την αγορά του άνω ακινήτου, υποχρεούμενοι έτσι στην απόδοσή του.

Περαιτέρω, καμία αντίφαση δεν υφίσταται ως προς την προέλευση των χρημάτων που υπήρχαν στους κοινούς λογαριασμούς της αρχικώς ενάγουσας και των τέκνων της, από τους οποίους ανέλαβε η αρχικώς ενάγουσα τα ποσά των 50.000 ευρώ και 10.000 ευρώ, τα οποία και κατέθεσε ακολούθως στον κοινό λογαριασμό των εναγομένων, σε εκτέλεση της καταρτισθείσης συμβάσεως δανείου, δεδομένου ότι ναι μεν αναφέρεται αρχικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα χρηματικά ποσά στους ένδικους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, στους οποίους η αρχικώς ενάγουσα και τα τέκνα της ήταν συνδικαιούχοι προέρχονταν από την απαλλοτρίωση ακινήτου, που με γονική παροχή είχαν αμφότερα τα τέκνα αποκτήσει από τους γονείς τους, στη συνέχεια όμως αφενός μεν αναφέρεται ότι επρόκειτο περί ακινήτου που είχε αγορασθεί από τις αποταμιεύσεις των τελευταίων, η δε εν ζωή μητέρα τους διαχειριζόταν αποκλειστικά αυτή τα κατατεθειμένα χρήματα, με γνώμονα το συμφέρον των τέκνων της, καθόσον επρόκειτο περί χρημάτων του αποβιώσαντος συζύγου της και δικών της, αφετέρου δε και κυρίως ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή εάν το μεταφερθέν χρηματικό ποσό (των 60.000 ευρώ) ανήκε στα τέκνα της αρχικώς ενάγουσας και όχι στην ίδια, ούτε καθιστά μη έγκυρη την μεταξύ αυτής και των εναγομένων καταρτισθείσα σύμβαση δανείου, διότι η εκ μέρους της ενάγουσας μεταφορά των ποσών των 50.000 και 10.000 ευρώ έγινε από τους προαναφερθέντες δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους αδιαμφισβήτητα και αποδεδειγμένα ήταν και η ίδια συνδικαιούχος και συνεπώς, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 5638/1932 «περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό», ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά της είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από την Τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων των παραπάνω λογαριασμών και την εν συνεχεία μεταβίβαση της κυριότητας αυτών στους εναγομένους, προς το σκοπό εξόφλησης μέρους του τιμήματος του εκ μέρους τους αγορασθέντος ακινήτου.

Πλεοναστικά δε αναφέρεται εν τέλει στο οικείο σημείο του σκεπτικού του Εφετείου ότι « [...] ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά της, γεγονός, βεβαίως, που δεν αποδείχθηκε [...]».

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την προέλευση των χρημάτων που κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό των εναγομένων, αλλά και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική της απόδοση, την έλλειψη νόμιμης βάσης και δη ότι αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανάληψη όλου του ποσού που μεταφέρθηκε στον κοινό τους λογαριασμό έγινε από τον πρώτο από αυτούς, έπρεπε να δεχθεί ότι δεν συνήφθη σύμβαση δανείου με την δεύτερη από αυτούς, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε επ’ αυτού ότι η ανάληψη του ποσού του δανείου έγινε μεν από τον πρώτο αναιρεσείοντα αλλά χρησιμοποιήθηκε αμέσως για την αγορά του άνω ακινήτου, λόγο για τον οποίο και είχε κατατεθεί στο λογαριασμό τους από την αρχικώς ενάγουσα και μάλιστα ότι η απόκτηση της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου έγινε κατά ποσοστό 99% από τη δεύτερη αναιρεσείουσα.

[VIII] Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 3/2020). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ’ αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη σύμβασης δανείου, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 παρ. 1 οριζόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου.

Ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου υπάρχει, αν τα μέρη είχαν κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις η αξίωση συντάξεως εγγράφου για την συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία. Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια, συναδελφική συνεργασία, στενή μακροχρόνια φιλία, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός κλπ.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον βεβαιώνει την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 866/2019, ΑΠ 2/2015, ΑΠ 346/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η αρχικώς ενάγουσα Π. χήρα Γ. Κ. εξέθετε στην αγωγή της ότι το έτος 2004 κατήρτισε με τον γαμβρό της Π. Τ., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγόμενων γονέων του Ν. και Δ. Τ., άτυπη σύμβαση δανείου, βάσει της οποίας δάνεισε στους τελευταίους το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ, πλην όμως αυτοί δεν της επέστρεψαν το δάνειο παρά το ότι παρήλθε ο ορισθείς χρόνος απόδοσής του.

Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το δανεισθέν ποσό των 60.000 ευρώ. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποίαν είχε γίνει δεκτή η αγωγή. Με την έφεσή τους και δη με τον δεύτερο λόγο αυτής οι αναιρεσείοντες παραπονούνταν για εσφαλμένη κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων και δη της εμμάρτυρης απόδειξης.

Για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του για τη σύναψη του ενδίκου δανείου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο της σύναψης της ένδικης δανειακής σύμβασης, μεταξύ άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και την υπ’ αριθμ.

…/18.05.2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος του εφεσιβλήτου, Μ. Κ., αφού δέχθηκε, συνάμα ότι « [...] το γεγονός δε ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων οποιοδήποτε έγγραφο αποδεικτικό της σύναψης του ένδικου δανείου οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο ότι αυτοί (διάδικοι) είχαν κατά το χρόνο της κατάρτισης στενό συγγενικό δεσμό, ώστε, σύμφωνα με τις κρατούσες συναλλακτικές αντιλήψεις, η αξίωση σύνταξης εγγράφου για τη συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη και θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία [...]».

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και στήριξε την κρίση του, μεταξύ άλλων και στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, για την απόδειξη της μεταξύ των τελευταίων συμβάσεως δανείου, με αντικείμενο μεγαλύτερο από το ισχύον όριο του επιτρεπτού του εμμάρτυρου μέσου αποδείξεως των 30.000 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα από το νόμο, προκειμένου να δεχθεί την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσίβλητου, αφού, σύμφωνα με τις, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές του, υπήρχε ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου, προς απόδειξη της δανειακής σύμβασης, λόγω του στενού συγγενικού δεσμού των διαδίκων.

Επομένως, ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α` του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ως προς το δεύτερο σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, η προβολή με την ένδικη αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου, ότι η δανειακή σύμβαση καταρτίσθηκε με τον γαμβρό της και γιο των εναγομένων Π. Τ., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγόμενων γονέων του, αρκούσε για την υπαγωγή των περιστατικών που συγκροτούν την έννοια της στενού συγγενικού δεσμού φιλίας στην αόριστη νομική έννοια της ηθικής αδυναμίας προς απόκτηση έγγραφης απόδειξης και ο αντίθετος, τρίτος, κατά το οικείο πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν εξέτασε καθόλου τον προβληθέντα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων ισχυρισμό ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε περιστατικά που δεν αναφέρονται στην αγωγή ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα της ηθικής αδυναμίας απόκτησης εγγράφου αποδείξεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού αντίθετα το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο τα αντίθετα από αυτά που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

[IX] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία. Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία ως αποδεικτικό μέσο υπάρχει εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια για εκείνον που ομολογεί. Έτσι δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση αγωγής ή ενστάσεως (ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 532/2016, ΑΠ 325/2007).).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔαιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του την ομολογία της αρχικώς ενάγουσας για την κυριότητα και προέλευση των χρημάτων που μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό των αναιρεσειόντων και δη ότι η αρχικώς ενάγουσα με την προσθήκη – αντίκρουση των προτάσεών της προέβη σε δικαστική ομολογία, σύμφωνα με την οποία « [...] Επρόκειτο λοιπόν για δύο αποταμιευτικούς λογαριασμούς των οποίων τα χρήματα είχαν προέλθει από την απαλλοτρίωση ακινήτου μου, το οποίο λόγω γονικής παροχής είχα μεταβιβάσει στα παιδιά μου Ν.

και Μ., ως συνετή μητέρα προς τα παιδιά της, ήταν όμως μεταξύ ημών ρητά συμφωνημένο (όπως ενόρκως βεβαίωσε και ο μάρτυρας μου) ότι τα χρήματα αυτά θα τα διαχειρίζομαι εγώ πάντοτε, διότι γνώριζαν τα παιδιά μου ότι θα ήταν επωφελεία τους [...]». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, περιστάσεις προς θεμελίωσή του, δεν αποτελούν δικαστική ομολογία της δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητου, καθόσον η πιο πάνω αναφορά περιλαμβάνει επιβλαβή (μεταβίβαση του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε και από το οποίο προήλθαν τα χρήματα των λογαριασμών) αλλά και επωφελή (ρητή συμφωνία μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας και των παιδιών της ότι τα χρήματα θα τα διαχειρίζεται αυτή πάντοτε) περιστατικά για την ίδια, διαλαμβανόμενα προς στήριξη της αγωγής της και προς αντίκρουση της αιτιολογημένης άρνησης αυτής (αγωγής), εκ μέρους των αναιρεσειόντων.

Σε κάθε δε περίπτωση, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις ομολογίες των διαδίκων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την άνω φερόμενη ως αγνοηθείσα ομολογία της αρχικώς ενάγουσας, ενώ δεν κατέληξε σε διαφορετικό προς αυτήν πόρισμα, ενόψει των παραδοχών του (α) ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή εάν το μεταφερθέν χρηματικό ποσό (των 60.000 ευρώ) ανήκε στα παιδιά της αρχικώς ενάγουσας και όχι στην ίδια και (β) ότι η εκ μέρους της αρχικώς ενάγουσας μεταφορά των ποσών των 50.000 και 10.000 ευρώ έγινε από τους προαναφερθέντες δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους αδιαμφισβήτητα και αποδεδειγμένα ήταν και η ίδια συνδικαιούχος και συνεπώς, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά της, είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από την Τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων των παραπάνω λογαριασμών και την εν συνεχεία μεταβίβαση της κυριότητας αυτών στους εναγομένους.

[X] Περαιτέρω, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ομολογία της αρχικώς ενάγουσας περί οφειλής επιστροφής των χρημάτων από τον γιο τους και όχι από τους ίδιους και δη ότι η αρχικώς ενάγουσα υποχρεώθηκε σε ομολογία δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου μετά την αντιφατική κατάθεση του μάρτυρά της, ο οποίος ενώ στην αρχή, εξεταζόμενος από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, μιλούσε για δάνειο μεταξύ αυτών και της αρχικώς εναγόμενης, στη συνέχεια, εξεταζόμενος και πάλι από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, μιλούσε για επιστροφή των χρημάτων από τον γιο τους, δηλαδή για δάνειο μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας και του γιου τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι υπήρξε ομολογία της αρχικώς ενάγουσας περί οφειλής επιστροφής των χρημάτων από τον γιο των αναιρεσειόντων και όχι από τους ίδιους και ειδικότερα δεν προκύπτει ούτε ότι ο μάρτυρας αποδείξεως κατέθεσε για επιστροφή των χρημάτων από τον γιο των αναιρεσειόντων, ούτε, πολύ περισσότερο, ότι μετά την κατάθεσή του η αρχικώς ενάγουσα προέβη σε ομολογία, δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου, περί του οφειλέτη του δανείου.

[XI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 94/2020). Επίσης, τέτοια αίτηση είναι και αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 1093/2014). Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (ΑΠ 289/2017).

Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας, έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ` ουσίαν εκ των πραγμάτων την αίτηση αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 323/2017), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται «σιγή» απόρριψη αυτού (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα νομίμως αίτηση τους να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιδείξει, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι το ποσό που μεταφέρθηκε στο λογαριασμό τους δεν ανήκε στην αρχικώς ενάγουσα αλλά στα παιδιά της, τα αναφερόμενα έγγραφα που αυτός κατέχει και δη (α) αντίγραφο του παραστατικού αποζημίωσης της αρχικώς ενάγουσας από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για το απαλλοτριωθέν ακίνητό της και (β) αντίγραφο του παραστατικού αποζημίωσης του κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του.

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αλλά απέρριψε χωρίς ειδική αναφορά (σιγή) το αίτημα επίδειξης των άνω εγγράφων, αφού δέχθηκε ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή εάν το μεταφερθέν χρηματικό ποσό ανήκε στα παιδιά της αρχικώς ενάγουσας και όχι στην ίδια και, συνεπώς, εμμέσως πλην σαφώς, δέχθηκε ότι τα άνω έγγραφα δεν ήταν πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση ανταπόδειξη του ισχυρισμού της αρχικώς ενάγουσας περί καταρτίσεως της επίδικης σύμβασης δανείου.

Επομένως, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα των αναιρεσειόντων και ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απορριπτέος.

[XII] Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις με τις οποίες υποβάλλει σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2019 αίτηση και τους από 15 Σεπτεμβρίου 2020 πρόσθετους λόγους αυτής των 1) Ν. Τ. και 2) Δ. συζύγου Ν. Τ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1107/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτου

αποχωρήσαντος

από την υπηρεσία,

ο αρχαιότερος της

σύνθεσης Αρεοπαγίτης

και ήδη Αντιπρόεδρος

του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ