Supreme Court dismisses appeal against lower court's parking fee ruling citing sufficient legal reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to annul the First Instance Court's decision regarding parking fees. The appellants argued the lower court lacked sufficient reasoning and misapplied facts concerning parking space valuation. The court rejected this, finding the lower court's decision legally sound and factually adequate under the relevant civil code provisions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 KPolD; Art. 561 KPolD: An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if the lower court's decision contains clear, complete, and non-contradictory factual findings and legal application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1054 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1054/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Ι., 2) Γ. Μ. του Ι. και 3) Ι. Μ. του Γ., κατοίκων.... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Πλάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας" και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Μπαλτά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24514/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αρμόδιο καθ' ύλην και τόπο δικαστήριο, 11190/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 510/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 100/2018, ΑΠ 537/2016).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1456/2018, ΑΠ472/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του Ν. 4483/1965 "Ιδιοκτήται ή κάτοχοι αστικών ακινήτων υποχρεούνται, όπως αιτήσει της ΔΕΗ επιτρέπωσι την εγκατάστασιν υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενεργείας εν τω ακινήτω επί καταλλήλου χώρου υπογείου και εν ελλείψει τοιούτου του ισογείου προς ηλεκτροδότησιν του ακινήτου και ενίσχυσιν του τοπικού δικτύου της περιοχής.
Βλαπτομένης δε της ιδιοκτησίας καταβάλλεται αποζημίωσις εφαρμοζομένων των διατάξεων περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, διατηρούντων των ιδιοκτητών το δικαίωμα εκμισθώσεως εις την ΔΕΗ του ως άνω χώρου". Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ανεξαρτήτως αν η εγκατάσταση υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενέργειας σε κάποιο ακίνητο που βλάπτεται από αυτήν γίνεται κατόπιν καταβολής αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, ή κατόπιν εκμισθώσεως του χώρου αυτού από τον ιδιοκτήτη προς τη ΔΕΗ, επέρχεται αναγκαστική δέσμευση της χρήσεως του χώρου αυτού και ως μισθίου τόσο για την εγκατάσταση, όσο και για τη συνέχιση της λειτουργίας του υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η δέσμευση αυτή, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται για όσο χρόνο κρίνεται αναγκαία η λειτουργία του υποσταθμού, συνιστά νόμιμο περιορισμό της κυριότητας, ο οποίος δεν αντίκειται στο άρθρο 17 του ισχύοντος Συντάγματος και στα άρθ. 2§1, 28§1 της Συνθήκης της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, επιβάλλεται δε χάριν του γενικού συμφέροντος, που συνίσταται στον εξηλεκτρισμό των πόλεων.
Οι ως άνω περιορισμοί, οι οποίοι απλώς προσδιορίζουν το περιεχόμενο της κυριότητας, δεν συνεπάγονται στέρηση της ιδιοκτησίας και, συνεπώς, η παραπομπή στις διατάξεις "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως" δεν έχει την έννοια της παραπομπής στις διατάξεις που ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις κήρυξης της απαλλοτρίωσης και αποβολής του ιδιοκτήτη από το ακίνητο, δεδομένου ότι αυτές έχουν εφαρμογή στην περίπτωση στέρησης της ιδιοκτησίας και όχι στην περίπτωση νόμιμου γενικού περιορισμού αυτής, αλλά, αντίθετα, έχει την έννοια της παραπομπής μόνο σ' εκείνες τις διατάξεις, που αναφέρονται στον προσωρινό ή οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης και στην καταβολή της στον βλαπτόμενο ιδιοκτήτη καθώς και στην παράδοση από τον τελευταίο στη ΔΕΗ του χώρου, στον οποίο θα γίνει η εγκατάσταση του υποσταθμού (ΑΠ 1212/2011, 51/2000).
Περαιτέρω, από τη διατύπωση των ως άνω διατάξεων αλλά και από το σκοπό που αυτές επιδιώκουν, συνάγεται, ότι η αποζημίωση την οποία δικαιούται να ζητήσει ο βλαπτόμενος από την εγκατάσταση υποσταθμού της ΔΕΗ ιδιοκτήτης αστικού ακινήτου (η οποία προσδιορίζεται από το Δικαστήριο κατά τις σχετικές με την αναγκαστική απαλλοτρίωση διατάξεις), περιλαμβάνει κάθε θετική και αποθετική ζημία που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη βλάβη που αυτός υφίσταται από την εφαρμογή στο ακίνητο του νόμιμου αυτού περιορισμού της κυριότητάς του.
Συνεπώς, εφόσον με την εγκατάσταση υποσταθμού από τη ΔΕΗ προκαλείται στέρηση της χρήσης του ακινήτου από τον ιδιοκτήτη του, αυτός δικαιούται να ζητήσει από το αρμόδιο Δικαστήριο τον καθορισμό της οφειλόμενης από τη ΔΕΗ αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη από τη στέρηση της χρήσης του ακινήτου του και όχι τον καθορισμό τιμής μονάδος αποζημίωσης του ακινήτου, δηλαδή πλήρους αποζημίωσης που αντιπροσωπεύει την αξία αυτού, αφού τέτοια αποζημίωση καθορίζεται από το Δικαστήριο και καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη ακινήτου μόνο στην περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στέρησης της ιδιοκτησίας του που ισοδυναμεί με απαλλοτρίωση και όχι στην περίπτωση εφαρμογής νόμιμων περιορισμών της κυριότητας, οι οποίοι επιβάλλονται από λόγους εξυπηρέτησης του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 1297/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας δύο αυτοτελών και ανεξάρτητων διηρημένων ιδιοκτησιών του υπογείου ορόφου του οικοδομικού συγκροτήματος "….
Εμπορικό Κέντρο" που βρίσκεται επί της οδού ………. εμβαδού 48,51 τμ η πρώτη και 65 τμ η δεύτερη. Το εν λόγω οικοδομικό συγκρότημα, το οποίο έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, είναι κτισμένο σε οικόπεδο εμβαδού 9.025,48 τμ που περιήλθε στους ενάγοντες δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμό …..
συμβολαίου πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χρήστου Βακαρέλλη, και κατασκευάστηκε ως ένα συγκρότημα καταστημάτων, γραφείων και χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων από κοινού και με δαπάνες των εναγόντων. Οι ενάγοντες με την από 4-6-1992 αίτησή τους προς την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) την οποία υπογράφει ο δεύτερος από αυτούς ως κατασκευαστής εργολάβος του κτηριακού συγκροτήματος ζήτησαν να πληροφορηθούν αν η ΔΕΗ ΑΕ θα δεσμεύσει χώρο για την εγκατάσταση υποσταθμών διανομής σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 4483/65, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια ανέγερσης της οικοδομής.
Η εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ [ήδη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ] λόγω της αδυναμίας της να εξυπηρετήσει με το υφιστάμενο τότε στην περιοχή δίκτυο τις ανάγκες ηλεκτροδότησης του παραπάνω κτιριακού συγκροτήματος, οι οποίες απαιτούσαν εξαιρετικά αυξημένα ηλεκτρικά φορτία, προέβη στη δέσμευση των παραπάνω δύο χώρων του υπογείου, οι οποίοι της παραδόθηκαν σε ημιτελή κατάσταση σαν χώροι βοηθητικής χρήσης- αποθήκες, στους οποίους εγκατέστησε από την 1-1-1999, ύστερα από κατάλληλη διαμόρφωσή τους με δικές της δαπάνες, τους υποσταθμούς [Υ/Σ] διανομής ηλεκτρικής ενέργειας με στοιχεία Λ-10 και Λ-18.
Ο πρώτος χώρος, εμβαδού 48,51 τμ, όπου εγκαταστάθηκε ο Υ/Σ Λ-10 βρίσκεται πίσω από το γραφείο ελέγχου του χώρου στάθμευσης των οχημάτων και δίπλα στις δεξαμενές καυσίμων προς την πλευρά της οδού ….., ενώ ο δεύτερος χώρος, εμβαδού 65 τμ, όπου εγκαταστάθηκε ο Υ/Σ Λ-18 βρίσκεται στο μέσο περίπου της ανατολικής πλευράς του υπογείου προς την οδό ….
παράπλευρα της αποθήκης ΥΑ3, στο ύψος του κλιμακοστασίου της εισόδου Γ3. Η εγκατάσταση των υποσταθμών έγινε κατόπιν συνεννόησης των διαδίκων πλευρών κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας σε χώρους που δεσμεύτηκαν εξαρχής για το σκοπό αυτό προκειμένου να καταστεί δυνατή η ηλεκτροδότηση του κτιρίου, οι οποίοι τοποθετήθηκαν σε σημεία του υπογείου που δεν προορίζονταν για τη δημιουργία θέσεων στάθμευσης.
Λόγω της εγκατάστασης των υποσταθμών οι ενάγοντες στερούνται της χρήσης των υπογείων αυτών χώρων με αποτέλεσμα να ζημιώνονται κατά το ποσό του μισθώματος, το οποίο θα μπορούσαν να εισπράξουν με ελεύθερη μίσθωση αυτών σε τρίτους, ως ενιαίων όμως χώρων και όχι ως θέσεων στάθμευσης. Οι ενάγοντες, επομένως, δικαιούνται αποζημίωση για τη δέσμευση και παραχώρηση της χρήσης των ως άνω υπόγειων χώρων, εφόσον δεν έγινε μέχρι σήμερα απαλλοτρίωσή τους, η οποία [αποζημίωση] για το επίδικο διάστημα από 1-1-1999 έως 28-2-2010 πρέπει να καθοριστεί, λαμβανομένης υπόψη της περιοχής στην οποία βρίσκονται, του ορόφου και της χρήσης τους σε 70 ευρώ μηνιαίως για το χώρο των 48,51 τμ και σε 98 ευρώ μηνιαίως για το χώρο των 65 τμ και συνολικά για το παραπάνω διάστημα των 134 μηνών το ποσό των 22.512 ευρώ [70χ134+98χ134 ...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο υπολόγισε το ύψος της οφειλομένης στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες αποζημίωσης με βάση τη μισθωτική αξία κάθε αυτοτελούς υπογείου χώρου συνολικά και όχι ανά θέση στάθμευσης και ακολούθως προσδιόρισε το ύψος της οφειλόμενης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αποζημίωσης στα ίδια ποσά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλομένη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297,298,914,962,1000 και 346 του ΑΚ., τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί καθορισμού της αποζημιώσεως χρήσεως των επιδίκων χώρων με βάση τη μισθωτική αξία που θα επιτυγχάνετο σε ελεύθερη μίσθωση.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω, ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση αυτός ο αναιρετικός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του επί της ρηθείσης διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ότι η μισθωτική αξία των επιδίκων χώρων ήταν για το επίδικο χρονικό διάστημα μεγαλύτερη από αυτήν που καθόρισε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι οι επίδικοι χώροι ήταν προορισμένοι εκ κατασκευής να χρησιμοποιούνται ως χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων, με καθορισμένη θέση για κάθε όχημα, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον οι προβαλλόμενες πλημμέλειες συνίστανται σε αντίθετη εκτίμηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων προς το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε η προσβαλλομένη απόφαση, με την περαιτέρω επισήμανση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει, από την παραδεκτή, κατ, άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπησή της, δεν στερείται αιτιολογιών.
Συνεπώς, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2018 αίτηση των 1) Α. Μ. του Ι., 2) Γ. Μ. του Ι. και 3) Ι. Μ του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 510/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ