Legislator Case Law & Legislation
1054/2017 AI generated

1054/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1054/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1054/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
continuation of wage payment waiver of wage claims thirteenth-month salary unpaid salary breach of employment obligations continuation of contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1054 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1054/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", που εδρεύει στο Δ.Δ. ... του Δήμου ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Χριστακόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. συζ. Γ. Π. και 2) Θ. Π. του Γ., κατοίκων ... Χαλκιδικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δαούκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2232/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2232/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. Κ.Πολ.Δ.) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία εκδόθηκε ερήμην αυτής και δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως εκμισθωτών, περί απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου λόγω λήξης της μισθωτικής σχέσης, που επήλθε με καταγγελία για την καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων και επιδίκασης των μισθωμάτων αυτών, την οποία (έφεση) δέχθηκε κατ’ ουσίαν εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος την αγωγή.

Από τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις κατ’ άρθρο 44 του Π.Δ.τος 34/1995 με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340, 341, 342, 596 ΑΚ με σαφήνεια προκύπτει ότι κύρια υποχρέωση του μισθωτή για την ομαλή λειτουργία της μισθωτικής σχέσης είναι η καταβολή του μισθώματος κατά το χρόνο που έχει συμφωνηθεί εφ’ όσον έχει τη δυνατότητα χρήσης αυτού, ανεξαρτήτως αν πράγματι το χρησιμοποιεί, διαφορετικά ο μισθωτής γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ορισμένης ημέρας και χωρίς όχληση, η δε υπαιτιότητά του, που αποτελεί στοιχείο της υπερημερίας, τεκμαίρεται με μόνη την παρέλευση του χρόνου καταβολής.

Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 597 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις προκύπτει ότι αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει και με την αγωγή, πριν από ένα μήνα τη μίσθωση, της οποίας η διάρκεια συμφωνήθηκε για ένα και πλέον έτος. Έτσι με την πάροδο της προθεσμίας αυτής επέρχεται η λύση της μίσθωσης, εκτός αν ο μισθωτής μέσα στην ίδια προθεσμία κατέβαλε τα καθυστερούμενα μισθώματα με συνέπεια να καταστήσει ανίσχυρη την καταγγελία.

Τέλος η οικειοθελής απόδοση του μισθίου από το μισθωτή αποτελεί ουσιαστικά πρόταση προς τον εκμισθωτή για κατάρτιση σύμβασης λύσης της μίσθωσης και η παραλαβή του από τον τελευταίο αποδοχή της πρότασης και ολοκλήρωση επομένως αυτής (άρθρα 185, 189, 192, 361 ΑΚ), συγχρόνως όμως αποτελεί και συμφωνία (πρόταση και αποδοχή) εκτέλεσης της σύμβασης πρόωρης, πριν από την πάροδο του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου απόδοσης του μισθίου.

Για την τελευταία αυτή συμφωνία δεν απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 του ΠΔ/τος 34/1995. Ο ισχυρισμός του μισθωτή ότι η μίσθωση λύθηκε με νεώτερη συμφωνία αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή μισθωμάτων, μεταγενεστέρων της συμφωνίας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με προφορική σύμβαση που καταρτίστηκε περί τα τέλη Ιουνίου το έτους 2013 μεταξύ των εναγόντων και του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρίας, Γ.

Μ. οι πρώτοι ως επικαρπωτές, εκμίσθωσαν στην εναγόμενη εταιρία ένα ισόγειο κτίσμα, το οποίο βρίσκεται..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την τελευταία για τις ανάγκες της επιχείρησής της και δη ως γραφείο γενικού τουρισμού. Το ισόγειο αυτό κτίσμα απαρτίζεται από τρία ανεξάρτητα ισόγεια καταστήματα... (Ακολουθεί η περιγραφή τους).

Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε δεκαετής, αρχόμενη από την 01.09.2013 και λήγουσα την 30.08.2023, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης στο ποσό των 1.300 ευρώ, για το τρίτο μισθωτικό έτος στο ποσό των 1.500 ευρώ και για κάθε επόμενο μισθωτικό έτος συμφωνήθηκε αναπροσαρμογή του μισθώματος ίση με το 100% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, καταβλητέο εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η εναγομένη κατέβαλε προκαταβολικά την 29.6.2013 το μίσθωμα του μηνός Σεπτεμβρίου, το οποίο εισέπραξε για λογαριασμό των εναγόντων ο Γ. Π. ψιλός κύριος του μισθίου... όπως προκύπτει από τη σχετική απόδειξη είσπραξης ποσού 1.300 ευρώ, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που διενήργησε όλες τις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της μίσθωσης και στη συνέχεια ενεργούσε καθ’ όλη την πορεία της μίσθωσης ως αντιπρόσωπός τους.

Λίγο αργότερα η εναγομένη εξέδωσε σε διαταγή του Γ. Π. επιταγή τράπεζας, με ημερομηνία 20.7.2013 προς εξόφληση του ποσού της εγγυοδοσίας, η οποία συμφωνήθηκε από τα μέρη να είναι ισόποση με δύο μισθώματα και η οποία επιταγή εισπράχθηκε κατά την εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα. Το μίσθιο ακίνητο κατόπιν παράκλησης της εναγομένης παραδόθηκε στις αρχές Αυγούστου 2013, χωρίς αντάλλαγμα, προκειμένου να προβεί αυτή στις προετοιμασίες για την οριστική της εγκατάσταση.

Η παραπάνω συμφωνία δεν κατέστη δυνατό να αποτυπωθεί εγγράφως, καθόσον μετά την προφορική κατάρτισή της, η μεν εναγομένη θέλησε να συμπεριλάβει αυτήν σε ένα κοινότυπο έντυπο ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, το οποίο συμπλήρωσε και υπέγραψε για λογαριασμό της ο νόμιμος εκπρόσωπός της Γ.

Μ., όπου μεταξύ άλλων φερόταν ότι το μίσθωμα των 1.300 ευρώ κατά μήνα θα ήταν σταθερό για όλη τη δεκαετή διάρκεια της μίσθωσης, ενώ από την άλλη πλευρά οι ενάγοντες πρότειναν για υπογραφή ένα άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό κατά το οποίο, η μισθώτρια έπρεπε να καταβάλει ως εγγυοδοσία για την τήρηση των όρων της μίσθωσης το ισόποσο τριών μισθωμάτων αντί των δύο που είχαν συμφωνηθεί και είχαν μάλιστα καταβληθεί με την άνω τραπεζική επιταγή, ενώ αξιωνόταν να συμβληθεί στη μίσθωση ως εγγυητής ο άνω διαχειριστής της εναγομένης και η σύζυγός του κι επειδή οι γραπτοί αυτοί όροι ήταν διαφορετικοί των όσων συμφωνήθηκαν προφορικά, η κάθε πλευρά αρνείτο να υπογράψει το σχετικό μισθωτήριο.

Κατά το διάστημα των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της γραπτής αυτής συμφωνίας και περί τα μέσα Οκτωβρίου 2013, είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες υποχώρησαν από την εμμονή τους να εγγυηθεί προσωπικά την τήρηση των όρων της μίσθωσης ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης και η σύζυγός του, η δε εναγομένη αποδέχθηκε μεν η αναπροσαρμογή του μισθώματος σε 1.500 ευρώ να λάβει χώρα μετά τρίτο έτος της μίσθωσης, πλην όμως επειδή στο μίσθιο είχε μεν εγκατασταθεί αυτή και είχε αρχίσει η μεταφορά των αντικειμένων της χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι εργασίες για την λειτουργία που το προόριζε, πρότεινε να αρχίσει η εκ μέρους της καταβολή των μισθωμάτων από τον μήνα Δεκέμβριο 2013 και μετά αντί του Σεπτεμβρίου 2013, πρόταση που δεν έγινε δεκτή από την άλλη πλευρά.

Μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, τον Ιανουάριο του έτους 2014 οι ενάγοντες πρότειναν στην εναγομένη να τους αποδώσει το μίσθιο, να λυθεί η μίσθωση που μέχρι τότε λειτουργούσε χωρίς όμως η τελευταία να καταβάλει τα δεδουλευμένα μισθώματα, ώστε να μπορέσουν οι ενάγοντες να συμμετάσχουν σε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό που είχε προκηρύξει ο Δήμος ...

για τη μίσθωση ακινήτου για τη στέγαση του Πυροσβεστικού Κλιμακίου ......, πλην όμως και πάλι η εναγομένη αρνήθηκε. Στη συνέχεια οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή που επέδωσαν στην εναγομένη την 5.2.2014 κατήγγειλαν τη μίσθωση, λόγω της υπερημερίας της στην καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Οκτωβρίου 2013 έως και Ιανουαρίου 2014, ζητώντας την απόδοση της χρήσης του μισθίου και την καταβολή των άνω μισθωμάτων συνολικού ποσού 5.200 ευρώ...

Προς αντίκρουση της αγωγής, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι λόγω της ασυμφωνίας των να καταρτίσουν έγγραφο μισθωτήριο το οποίο ήταν απαραίτητο και για τη σύνδεση του μισθίου με τη ΔΕΗ, τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 απομάκρυνε από το μίσθιο τα αντικείμενα που είχε εναποθέσει και αποχώρησε από αυτό με σκοπό τη λύση της μίσθωσης, παραδίδοντας τα κλειδιά του στον αντιπρόσωπο των εναγόντων Γ.

Π., ο οποίος τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα, με αποτέλεσμα να έχει επέλθει με τον τρόπο αυτό η λύση της ένδικης μισθώσεως και η απαλλαγή της από την υποχρέωση για καταβολή μισθωμάτων για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της μίσθωσης. Επί του ισχυρισμού αυτού της εναγομένης λεκτέα είναι τα εξής:... Στην προκειμένη όμως περίπτωση ούτε η εκ μέρους της εναγομένης παράδοση των κλειδιών του μισθίου στους ενάγοντες έλαβε χώρα, ούτε η ανεπιφύλακτη παραλαβή αυτών με σκοπό τη λύση της ένδικης μισθώσεως και η προαναφερόμενη καταλυτική της αγωγής ένσταση της εναγομένης που εμπεριέχεται στον πρώτο και τρίτο λόγο της έφεσής της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Στην κρίση αυτή συνηγορεί το γεγονός ότι τον Οκτώβριο του 2013 σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι δύο πλευρές διαπραγματεύονταν και ανέμεναν όμως με αμοιβαίες υποχωρήσεις, συνταχθεί μισθωτήριο που τροποποιούσε την αρχική προφορική συμφωνία μίσθωσης, ενώ τον Ιανουάριο του 2014 έλαβε χώρα η εκ μέρους των εναγόντων πρόταση προς την εναγομένη για λύση της μισθώσεως, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν είχε λυθεί συναινετικά η επίδικη μίσθωση τον Σεπτέμβριο του έτους 2013, πολύ δε μάλλον που είχαν κάθε συμφέρον να συμμετάσχουν στην άνω διαγωνιστική διαδικασία του Δήμου ...

και να εκμισθώσουν το ακίνητό τους σε πιο φερέγγυο κατά τους ισχυρισμούς τους μισθωτή. Όλο το επίδικο χρονικό διάστημα η εναγομένη είχε τη χρήση του μισθίου και μπορεί να μην είχε συνδεθεί το μίσθιο με ηλεκτρικό ρεύμα, πλην όμως η εναγομένη δεν εμποδιζόταν στη χρήση του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, γιατί λάμβανε παράνομα ηλεκτρικό ρεύμα από τον διακόπτη της ΔΕΗ, σύμφωνα με τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που επιβεβαιώθηκε και από τη μάρτυρα ανταπόδειξης.

Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα είναι βέβαιο ότι γινόντουσαν στο μίσθιο εργασίες για τη διαμόρφωση του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου αυτού, τις οποίες η εναγομένη έκρινε απαραίτητες για την καλύτερη λειτουργία της επιχείρησής της. Ειδικότερα, όπως συνάγεται και από τις σχετικές ομολογίες της εναγομένης που εμπεριέχονται στην από 26.5.2014 και με αριθμ.

καταθ. ...4.6. 2014 αγωγή της κατά των εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να την αποζημιώσουν για όλες τις δαπάνες που έκανε επί του μισθίου, επικαλούμενη σχετικά τιμολόγια και δελτία αποστολής, στο επίδικο μίσθιο κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2013 έως και Φεβρουάριο 2014 έλαβαν χώρα ηλεκτρολογικές εργασίες και εργασίες εγκατάστασης στο μίσθιο διαδικτύου, τον Νοέμβριο του 2013 της παραδόθηκαν τα απαιτούμενα για τον εξοπλισμό του μισθίου έπιπλα από την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α.

και Β. ... Ο.Ε.", στις 18.11.2013 αγόρασε και τοποθέτησε μοτέρ ηλεκτροβάνας PLASS FORM στον λέβητα του μισθίου, τον Δεκέμβριο του έτους 2013 προέβη σε διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου του μισθίου, ενέργειες στις οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα προέβαινε η εναγομένη, αν όντως από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 είχε παραδώσει τη χρήση του μισθίου στους ενάγοντες με σκοπό τη λύση της επίδικης μίσθωσης.

Άλλωστε δεν αντέχει στη λογική η εναγομένη να έχει παραδώσει τα κλειδιά του μισθίου από τον Σεπτέμβριο του 2013 και να μην έχει κάνει καμία κίνηση προς τους ενάγοντες για να της επιστρέψουν την δοθείσα εγγυοδοσία μίσθωσης, ποσού 2.900 ευρώ την οποία ζήτησε το πρώτον με την προαναφερόμενη αγωγή της, που ασκήθηκε στις 1.8.2014, μετά την αγωγή των εναγόντων και την καταγγελία της μίσθωσης.

Μετά τις παραδοχές ότι η εναγομένη χρησιμοποιούσε χωρίς να παρεμποδίζεται το μίσθιο, τούτη οφείλει τα άνω επίδικα μισθώματα ως αντάλλαγμα της χρήσης που έκανε, χωρίς το γεγονός της μη σύνδεσης του μισθίου με τη ΔΕΗ, οφειλομένη στην αδιαλλαξία και των δύο πλευρών να την απαλλάσσει από την υποχρέωση αυτή.

Επομένως η γενομένη με την ένδικη αγωγή καταγγελία επέφερε τη λύση της μίσθωσης στις 8.3.2014, καθόσον η εναγομένη δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα και τα γνωστοποιηθέντα με την αγωγή έξοδα καταγγελίας μέσα σε ένα μήνα από αυτήν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ. Κι εφόσον η μίσθωση έληξε η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να αποδώσει στους ενάγοντες τη χρήση του μισθίου, συγχρόνως δε θα πρέπει να καταβάλει σ’ αυτούς τα άνω μισθώματα των 5.200 ευρώ συνολικά, νομιμότοκα από τότε που το κάθε επί μέρους μίσθωμα κατέστη απαιτητό, μέχρις εξοφλήσεως, δηλαδή από την 6η ημέρα κάθε αντίστοιχου μήνα...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ειδικότερα 1) ότι η αναιρεσείουσα - μισθώτρια υπήρξε υπερήμερη ως προς την καταβολή των μισθωμάτων του επιδίκου μισθίου, τη συμφωνημένη δήλη ημέρα, του οποίου ακωλύτως έκανε χρήση, και συνεπώς είναι υπόχρεη στην καταβολή τους, 2) ότι δεν έλαβε χώρα σε εκτέλεση προφορικής συμφωνίας των διαδίκων οικειοθελής απόδοση του μισθίου από την αναιρεσείουσα, με σκοπό την πρόωρη λύση της μισθωτικής σύμβασης και αντίστοιχη παραλαβή αυτού από τους αναιρεσίβλητους χωρίς εναντίωσή τους, απορρίπτοντας έτσι την καταλυτική για την αγωγή σχετική ένστασή της για τη λύση της ίδιας σύμβασης με τον παραπάνω τρόπο, 3) ότι για το λόγο αυτό, δηλαδή της υπαίτιας καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων οι εκμισθωτές - αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε καταγγελία με την ένδικη αγωγή της μισθωτικής σύμβασης, η οποία (καταγγελία), επέφερε τα αποτελέσματά της μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας του ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής στην αναιρεσείουσα (άρθρο 597 ΑΚ), δηλαδή τη λύση της μισθωτικής σύμβασης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 574, 595 και 597 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις ίδιες διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα του τρόπου της λύσης της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, που συναρτάται με τις διαγνωσθείσες συνέπειες, είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους αναιρετικούς λόγους είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος και σε αντίθετα με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς στήριξη των απόψεών της για την πρόωρη λύση της μισθωτικής σύμβασης με μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων, την οικειοθελή αποχώρησή της στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας από το μίσθιο ακίνητο και την ανεπιφύλακτη παραλαβή του από τους αναιρεσίβλητους, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για τη λύση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης με καταγγελία των εκμισθωτών, λόγω υπαίτιας καθυστέρησης καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων, χωρίς απόδειξη.

Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητας της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων δηλαδή από τις ένορκες καταθέσεις τω μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες καταθέσεις ενώπιον των Ειρηνοδικών Κασσάνδρας και Θεσσαλονίκης και τα έγγραφα τα οποία με επίκληση οι τελευταίοι προσκόμισαν.

Έτσι στην παραπάνω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα και οι σχετικοί λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Παρ’ εκτός του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθ’ όσον, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2016 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" περί αναιρέσεως της 2232/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ