Legislator Case Law & Legislation
1054/2016 AI generated

1054/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1054/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.

Legislator headnote

AI generated

1054/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τους λόγους αυτούς-προτείνω Α) Να απορριφθεί η από 31.7.2015 αίτηση αναίρεσης της Μ. Μ. του Κ., κατά του υπ’ αριθμ. 10/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας. Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Ακριτίδης".

Keywords

AI generated
proof of ownership direct possession previous legal status third-party claim procedure in attachment violation of foreign territorial sovereignty situation in country of origin
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1054 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1054/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ... που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 10/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας.

Το Συμβούλιο Εφετών Καλαμάτας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιουλίου 2015 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1001/2015.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου - Βασιλοπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη με αριθμό 6/25-1-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ’ άρθρο 528 παρ.1 εδ. τελ. ΚΠΔ την από 31.7.2015 αίτηση αναίρεσης της Μ.

Μ. του Κ., κατά του υπ’ αριθμ. 10/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας με το οποίο απορρίφθηκε η από 16.4.2015 αίτηση της για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος της της υπ’ αριθμ. 155/2012 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Κυπαρισσίας, για κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος (αρθρ. 17παρ. 1,8 Ν. 1337/83).

Η αίτηση αναίρεσης ασκείται νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και εναντίον βουλεύματος, υποκείμενου σε αναίρεση για α) εσφαλμένη ερμηνεία του ποινικού νόμου για τον οποίο καταδικάσθηκε και β) για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας την οποία επιβάλλει το Σύνταγμα και το αρθρ. 139 ΚΠΔ.

Η επίμαχη έκθεση αναίρεσης, παραπέμπει σε μια πολυσέλιδη αίτηση αναίρεσης (σελ. 87) όπου όμως δεν γίνεται καμμία ουσιαστική αναφορά στους παραπάνω επικαλούμενους λόγους αναιρέσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος, τουναντίον θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το όλο περιεχόμενο της αιτήσεως, είναι δυσνόητο μη επιδεχόμενο νομική αξιολόγηση, γίνεται δε αναφορά σε επιχειρήματα και πραγματικά περιστατικά, ευρισκόμενα μακράν του ουσιαστικού ζητήματος, της στοιχειοθέτησης των λόγων αναιρέσεως, που επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Για τους λόγους αυτούς-προτείνω Α) Να απορριφθεί η από 31.7.2015 αίτηση αναίρεσης της Μ. Μ. του Κ., κατά του υπ’ αριθμ. 10/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας. Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Ακριτίδης".

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Η κρινόμενη, με αριθμό 93/2015, από 31 Ιουλίου 2015, αίτηση αναίρεσης, της Μ. Κ. Μ., κατά του υπ’ αριθμό 10/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας, με το οποίο απορρίφθηκε κατ! ουσίαν η από 16-4-2015 αίτηση της για την υπέρ αυτής επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ’ αριθμό 155/2012 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και, κατά βουλεύματος, που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 484 παρ.1 και 485 του Κ.Π.Δ), γι’ αυτό πρέπει να γίνει τυπικό δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική της βασιμότητα, χωρίς να παρακωλύεται η συζήτηση της υπόθεσης από την απουσία της μη κληθείσας αναιρεσείουσας, καθόσον, ενόψει του ότι η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών είναι κατ’ ουσίαν βούλευμα, δεν είναι αναγκαία η κλήτευση της τελευταίας [άρθ. 485 παρ. 1 με τις εκεί παραπ. στα αρθ. 476 παρ.1 και 513 παρ. 1α ΚΠοινΔ].

II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική του καταδίκη, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές, οι οποίοι εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αίτησης περί επανάληψης της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου η νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες, οι οποίες είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσους και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνο με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος από ουσιαστικής και νομικής πλευράς της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν έποψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, που επιλαμβάνεται αρμοδίως της έρευνας της αίτησης επανάληψης, επιτρέπεται αίτηση αναίρεσης στον Εισαγγελέα και τον αιτούντα, κατά τα άρθρα 484 και 485 ΚΠΔ, από τα οποία προκύπτει ότι, μεταξύ των λόγων αναίρεσης, που μπορούν να προβληθούν, είναι η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία εφαρμόσθηκε στο βούλευμα mi π έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, αιτιολογίας, Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να την παρερμηνεύει, δεν υπήγαγε σωστά σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν.

Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του, κατά το άρθρο 528 παρ 1 ΚΠοινΔ, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ίδιου Κώδικα αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υπάρχει, όταν εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη μη συνδρομή των απαιτούμενων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων, κατά τα ως άνω, γεγονότων και αποδείξεων.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται γενικώς τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστικό Συμβούλιο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είχαν τεθεί υπό την κρίση του και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του αρθρ. 5 του Ν. 3212/2003, "Οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Από την ανωτέρω διάταξη, ως ισχύει, συνάγεται, ότι δράστης της παράβασης του α’ εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαίρετου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος, ο οποίος έχει μια από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας, εργολάβος).

Έτσι για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλεπόμενου πλημμελήματος της ανέγερσης από πρόθεση αυθαίρετου κτίσματος απαιτούνται εκτός των άλλων ιδιότητα του δράστη ως ιδιοκτήτη ή εντολέα ή εργολάβου και ανέγερση από αυτόν εντός ή εκτός σχεδίου πόλης κτίσματος χωρίς προηγούμενη αδεία της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας (ΑΠ 209/2014, ΑΠ 1270/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κυπαρισσίας, με την υπ’ αριθμό 155/2012 απόφασή του, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. την από 3-4-2015 βεβαίωση του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας), κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη για την παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1 και 8 του Ν. 1337/1983, πράξη που έγινε στην περιοχή ...

του Δήμου Κυπαρισσίας Μεσσηνίας την 27 Ιουνίου 2010 και ώρα 16.00 και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα ζήτησε με την από 16-4-2015, αίτησή της, προς τον Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, την υπέρ αυτής επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την ως άνω καταδικαστική απόφαση, κατ’ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, επικαλούμενη ως νέα στοιχεία, άγνωστα στο δικαστήριο που την καταδίκασε, τα ακόλουθα:

α) την αναπτυχθείσα κατά την εποχή της έκδοσης της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης σχέση της με το Δ. Κ. του Σ. και της Μ., κάτοικο ... (...) του Δήμου Κυπαρισσίας, με τον οποίο ήδη ευρίσκεται σε διάσταση και σε σφοδρή δικαστική αντιδικία για πολλά, μεταξύ των οποίων και για την επιμέλεια των τέκνων τους, β) την οικοδόμηση επί οικοπέδου ανήκοντος στο Σ.

Κ. [πατέρα του τότε συντρόφου της αναιρεσείουσας] και τη Χ. Σ. Κ., θυγατέρα του [αδελφή του πρώην συντρόφου της αναιρεσείουσας] από τους τελευταίους το καλοκαίρι του 2010 αυθαίρετου κτίσματος, η οποία (οικοδόμηση), κατά τον διενεργηθέντα στις 21 Ιουνίου 2010 πολεοδομικό έλεγχο για την ύπαρξη νόμιμης οικοδομικής άδειας, αποδόθηκε από τη μητέρα του συντρόφου της, Μ.

Κ., κατά τη συνομιλία της με τους αστυνομικούς, στην αναιρεσειουσα, την οποία εμφάνισε ως δήθεν κυρία του οικοπέδου και κατασκευάστρια του αυθαιρέτου, ενώ έκανε αυθαίρετη χρήση τη(ς αστυνομικής ταυτότητας της αναιρεσείουσας παρέχοντας στους αστυνομικούς τα στοιχεία της τελευταίας, γ) κατά την επίδοση σ’ αυτήν στις 29-12-2010 του Κλητηρίου Θεσπίσματος, για να παρουσιασθεί στις 17 Ιουνίου 2011 στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κυπαρισσίας, για να δικαστεί ως κατηγορούμενη για την κατασκευή του επίδικου αυθαίρετου κτίσματος, ζήτησε εξηγήσεις από τους γονείς του τότε συντρόφου της, Σ.

και Μ. Κ., για την απαράδεκτη εμπλοκή της στην υπόθεση, αλλά εκείνοι την παρακάλεσαν να παρουσιαστεί στη δίκη, η οποία είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 17ης Ιουνίου 2011 και να ζητήσει αναβολή, μέχρις ότου μπορέσουν να εκδώσουν την οικοδομική άδεια και ότι στην μετ’ αναβολή δικάσιμο θα προσέρχονταν να καταθέσουν υπέρ αυτής και της έλλειψης οποιασδήποτε σχέσης της με το επίμαχο ακίνητο, ότι στη δικάσιμο της 17ης Ιουνίου 2011 η αναιρεσείουσα - αιτούσα - κατηγορουμένη εμφανίσθηκε στο δικαστήριο και ζήτησε αναβολή, η οποία ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 6ης Απριλίου 2012, κατά την οποία όμως οι γονείς του τότε συντρόφου της, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις τους, παρέλειψαν να εμφανισθούν στο δικαστήριο, με συνέπεια, η τελευταία να μην αθωωθεί, αλλά να καταδικασθεί ερήμην με την προσβληθείσα με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας απόφαση, η οποία λόγω της μη άσκησης ενδίκων μέσων κατ’ αυτής είχε καταστεί εν τω μεταξύ αμετάκλητη, δ) την υπ’ αριθμό 155/2012 εκδοθείσα ερήμην της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας παρέλαβε στις 5 Μαΐου 2012, η σύνοικος αυτής, Μ.

Α. Κ., ως πεθερά της, πλην όμως αυτή ουδέποτε της γνωστοποίησε την επίδοση, ώστε να μπορέσει η αναιρεσείουσα να ασκήσει έφεση, ενώ η πρώτη (πεθερά) και οι λοιποί συγγενείς του συντρόφου της ετοιμάζονταν να την απομακρύνουν από το σπίτι τους, κάτι που έγινε τρεις μήνες αργότερα. Προς επιβεβαίωση των άνω ισχυρισμών της η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε: 1) Το αποδεικτικό επίδοσης του Κλητήριου Θεσπίσματος της 29ης Δεκεμβρίου 2010. 2) Το από 5-5-2012 αποδεικτικό επίδοσης της με υπ αριθμό 155/2012 απόφασης, όπου αναφέρεται από τον Αρχ/κα Κ.

Κ., ότι την εν λόγω απόφαση παρέλαβε η Μ. Κ. με την ιδιότητα της πεθερά της. 3) Το από …2015 Πιστοποιητικό της Μεταγραφοφύλακα Κυπαρισσίας, Φ. Σ., από το οποίο πιστοποιείται ότι: "Εκ της γενομένης ερεύνης εις τα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυπ/σίας, προκύπτει, ότι μερίδα επ’ όνοματι Μ. Μ. του Κ. και Δ., κατοίκου ..., γεννηθείσα εις Ελλάδα το έτος 1990, δεν έχει ανοιχθεί μέχρι της χθες εις τα Γενικά Αλφαβητικά Ευρετήρια". 4) Αντίγραφο του υπ’ αριθμό ...

συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της 3ης Ιουνίου 2005, που υπογράφεται από τη Συμβολαιογράφο Κυπαρισσίας Ευθυμία Στρατικοπούλου, από το οποίο αποδεικνύεται, ότι το ακίνητο 2.441,36 τ.μ., όπου κτιζόταν το αυθαίρετο, ανήκει εξ ημισείας στον Σ. Κ. του Δ. και Γ., δηλαδή στον πατέρα του τότε συντρόφου της και στην κόρη του Χ.

Κ. του Σ. και της Μ., και βρίσκεται στο Δημοτικό ... του Δήμου Κυπαρισσίας στην περιοχή ..., Η ως άνω από 16-4-2015 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο υπ’ αριθμό 10/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας, το οποίο, αντίθετα προς την ευνοϊκή για την τελευταία ενσωματωμένη σ’ αυτό πρόταση της Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, για να καταλήξει στην απορριπτική του κρίση δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα Μ.

Μ. του Κ. καταδικάσθηκε αμετακλήτως με την υπ’ αριθμό 155/2012, ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας, (όπως προκύπτει από την από 3.4.2015 βεβαίωση του γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας), σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για την πλημμεληματική πράξη της παραβάσεως του άρθρου 17 του ν. 1337/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 παρ. 4 του ν. 3212/2003, που συνίστατο στο ότι :

Στην περιοχή ... του Δήμου Κυπαρισσίας την 27.6.2010 και ώρα 16.00 με πρόθεση τέλεσε την πιο κάτω πράξη: Ως κυρία ακινήτου κατελήφθη να έχει προβεί στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, χωρίς την απαιτούμενη άδεια από το αρμόδιο πολεοδομικό Γραφείο. Ειδικότερα, σε έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην παραπάνω θέση, διαπιστώθηκε να έχει κατασκευάσει αυθαίρετα κτίσμα από τσιμεντόλιθους, μήκους εννέα (9) μέτρων περίπου και πλάτους πέντε (5) μέτρων περίπου και ύψους ενάμιση (1,50) μέτρων περίπου, χωρίς να έχει εφοδιασθεί με την προβλεπόμενη από το νομό οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Κυπαρισσίας, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.

Ια, 27 παρ.1 του Π.Κ. και άρθρο 17 παρ. 1, 8 του ν. 1337/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 παρ. 4 του ν. 3212/2003 και άρθρο 22 του ΓΟΚ. Ήδη η αιτούσα επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, καθίσταται φανερή η αθωότητα της για την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε: 1) το από 3.4.2015 πιστοποιητικό του μεταγραφοφύλακα Κυπαρισσίας, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχει ανοιχθεί μερίδα στο όνομα της αιτούσας στα Γενικά Αλφαβητικά Ευρετήρια του Υποθηκοφυλακείου αυτού, 2) το υπ’ αριθμό ...3.6.2005 Συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Ευθυμίας Στρατικοπούλου, από το οποίο προκύπτει, ότι ο Σ.

Κ. του Δ. και Χ. Κ. του Σ. είναι συνιδιοκτήτες κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός ελαιοπεριβόλου εκτάσεως 2.441,36 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου Κυπαρισσίας και 3) διάφορα έγγραφα σχετικά με την μεταξύ αυτής και του πρώην συντρόφου της Δ. Κ. του Σ. αντιδικίας και δη τα υπ’ αριθμούς 37/2015 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, οι από 21,7,2014 και 2.4.2015 αγωγές περί αναγνωρίσεως πατρότητας και διατροφής, επιμέλειας και επικοινωνίας και η υπ’ αριθμό 1925/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί παροχής νομικής βοήθειας.

Από την εκτίμηση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων είτε από μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση και την από 5.7.2010 έκθεση προφορικής μηνύσεως, που στη δίκη αυτή αναγνώσθηκε, δεν καθίσταται φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε.

Ειδικότερα, ναι μεν προκύπτει από τα έγγραφα αυτά, ότι η αιτούσα από τη σχέση της με τον Δ. Κ. του Σ. απέκτησε τέσσερα τέκνα και ότι η σχέση τους διεκόπη τον Αύγουστο του έτους 2010, δηλαδή μετά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αιτούσα (27.6.2010), καθώς και ότι δεν έχει ανοιχθεί μερίδα στο όνομα της αιτούσας στα Γενικό Αλφαβητικά Ευρετήρια του Υποθηκοφυλακείου Κυπαρισσίας, αλλά, αντιθέτως, ο πατέρας και η αδελφή του συντρόφου της είναι συνιδιοκτήτες ακινήτου στην περιοχή της Κυπαρισσίας, πλην όμως τα γεγονότα αυτά, τα οποία δεν είχε υπόψη του το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν είναι προφανές, ότι θα οδηγήσουν και στο συμπέρασμα, ότι η αιτούσα δεν είναι ιδιοκτήτρια του αυθαιρέτου κτίσματος, για το οποίο καταδικάσθηκε και επομένως στην εκ του λόγου αυτού αθώωση της.

Τούτο δε διότι, δράστες του αδικήματος του άρθρου 17 παρ. 8 του ν.1337/1983, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 του νόμου 3212/2003, είναι οι ιδιοκτήτες αυθαιρέτου κτίσματος, ανεξάρτητα αν αυτοί είναι και κύριοι του εδάφους επί του οποίου ανεγέρθη το αυθαίρετο κτίσμα με τυπική συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή, καθώς μπορεί αυτοί να κατέχουν το συγκεκριμένο ακίνητο μόνο κατά χρήση, δηλαδή μετά από άτυπη παραχώρηση από τους ιδιοκτήτες του, ή και με χρησικτησία ή με άλλον τρόπο.

Αρκεί, δηλαδή, για το χαρακτηρισμό τους ως ιδιοκτητών κατά την παραπάνω διάταξη, ότι αυτοί με δική τους βούληση και για δικό τους λογαριασμό προβαίνουν στην ανέγερση του αυθαιρέτου κτίσματος, όπως προκύπτει, ότι έγινε εν προκειμένω, σύμφωνα με τις από 5.5.2015 καταθέσεις του Σ. και Χ. Κ. και την από 28.4.2015 υπεύθυνη δήλωση του Δ.

Κ., που λήφθηκαν εν όψει της ενδίκου αιτήσεως. Εξ άλλου, το καταδίκασαν Δικαστήριο ερεύνησε και εξετίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που υπήρχαν στη δικογραφία και δη την έκθεση προφορικής μηνύσεως που προαναφέρθηκε και επ’ αυτής βασίστηκε για να εκδώσει την καταδικαστική του απόφαση σε βάρος της αιτούσας με την ιδιότητα της ως ιδιοκτήτριας του αυθαιρέτου κτίσματος.

Αυτό το αποδεικτικό στοιχείο δε, ουδόλως κλονίζεται από τα παραπάνω νέα έγγραφα και τους ισχυρισμούς της αιτούσας, ότι δεν είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθη το αυθαίρετο κτίσμα και ότι την ταυτότητα με τα στοιχεία της την ενεχείρησε στον συντάξαντα τη μήνυση άλλο πρόσωπο και δη η μητέρα του συντρόφου της, εν αγνοία της ιδίας.

Επ’ αυτού μάλιστα πρέπει να σημειωθεί ότι παρέλαβε η ίδια το κλητήριο θέσπισμα (βλ, το από 29.12.2010 αποδεικτικό επιδόσεως) και η ίδια αιτήθηκε την αναβολή της δίκης κατά τη δικάσιμο της 17.6.2011 για κρείσσονες αποδείξεις και, συγκεκριμένα, προκειμένου να προσκομίσει σχετική άδεια της πολεοδομικής αρχής, αποδεχόμενη έτσι την ιδιότητα της ως κυρίας του αυθαιρέτου κτίσματος .... .

Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ...". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο των Εφετών Καλαμάτας απέρριψε την άνω από 16.4.2015 αίτηση της αναιρεσείουσας για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως με την υπ’ αριθμό 155/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας.

Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου, για τη μη συνδρομή των απαιτούμενων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων, κατά τα ως άνω, γεγονότων και αποδείξεων και δεν παρερμηνεύει την Ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8α του νόμου 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 4 του νόμου 3212/2003, ενώ υπαγάγει με ορθή αιτιολογία στην αληθινή έννοια του άνω νόμου τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ότι προέκυψαν πριν αλλά και μετά την προσκομιδή των ανωτέρω, νέων άγνωστων στους δικαστές που καταδίκασαν την αναιρεσείουσα, αποδεικτικών στοιχείων και ειδικότερα των ως άνω τίτλων ιδιοκτησίας των συγγενών του συντρόφου αυτής κατά τον επίμαχο χρόνο, καθόσον με την προσκομιδή αυτών η τελευταία διέλυσε μεν τις οποίες αμφιβολίες να έχει καταστεί κυρία του ακίνητου επί του οποίου έχει κατασκευασθεί το αυθαίρετο κτίσμα δυνάμει παραγώγου τρόπου κτήσης κυριότητας δεν δημιούργησε όμως σε βαθμό που εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης δεν είχε την ιδιότητα της ιδιοκτήτριας ως αποκτήσασας την κυριότητα του ακινήτου με άλλον τρόπο (χρησικτησία).

Έτσι δεν καθίσταται φανερό κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου ότι η αναιρεσείουσα είναι αθώα της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι προαναφερθέντες στηριζόμενοι στα στοιχεία β’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 484 ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης για λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω νόμου και εσφαλμένη αιτιολογία του βουλεύματος και πρέπει αυτοί και κατ’ επέκταση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2015 αίτηση αναίρεσης της Μ. Μ. κατά του υπ’ αριθμό 10/2015 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2016. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2016

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ