Legislator Case Law & Legislation
1054/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the ground was not raised in the lower court appeal.

Case Number 1054/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court improperly considered a witness testimony and insurance policy documents that were inadmissible under civil procedure law. The court ruled this ground inadmissible because it was not raised as an appeal reason against the first-instance judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(11)(a) CPolD; Art. 562(2) CPolD: An appeal is inadmissible if the ground is not raised in the lower court appeal or any other legal manner, as it must be raised in the lower court appeal to be considered.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to raise ground civil procedure law witness testimony insurance contracts appeal reason lower court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 577 § 3 CPolD
Art. 559(11)(a) CPolD
Art. 339 CPolD
Art. 393(1) and (2) CPolD
Art. 447 CPolD
Art. 444(1), 448(1) and (2), 449 CPolD
Art. 270(2) CPolD
Art. 562(2) CPolD
Art. 495(4) CPolD
Art. 176, 183, 189(1), 191(2) CPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1054 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1054/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Λ. Δ., κατοίκου ... και 2. Μ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκαλτσά, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-3-2006 και 11-3-2007 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4368/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3965/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου-Στεφάνου Βόσκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 § 3 ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. 'Ετσι στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 19-11-1999, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) που έφερε τότε την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΑΕΕΓΑ)", συνήψε, στην Αθήνα, με τον πρώτο εναγόμενο Λ.

Δ. (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) την από 19-11-1999, αόριστης διάρκειας, έγγραφη σύμβαση πράκτορα, με την οποία ανατέθηκαν στον τελευταίο καθήκοντα ασφαλιστικού πράκτορα και δη η από μέρους του διαμεσολάβηση, μεταξύ της εταιρίας και του κοινού, προς σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων, σε όλους τους κλάδους ασφαλίσεων, στην περιοχή του νομού Αττικής.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ... ανέλαβε την υποχρέωση να παραλαμβάνει τις αιτήσεις (προτάσεις) αυτών, που επιθυμούσαν να ασφαλισθούν και να τις διαβιβάζει στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, η οποία, ... θα εξέδιδε τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Παράλληλα, ο ίδιος (πράκτορας) ήταν υποχρεωμένος για την είσπραξη των ασφαλίστρων παραγωγής του, τα οποία θεωρούνταν παρακαταθήκη και για τα οποία ευθυνόταν αυτός ως θεματοφύλακας, δεδομένου ότι η κυριότητά τους ανήκε στην εταιρία ...

Επίσης, είχε την υποχρέωση να αποδίδει "αμελλητί" στην ασφαλιστική εταιρία κάθε εισπραττόμενο ασφάλιστρο, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από το τέλος του μήνα χρέωσης και να καταβάλει το σύνολο των μικτών ασφαλίστρων του μήνα χρέωσης ... η μη άμεση απόδοση των ασφαλίστρων παρείχε το δικαίωμα στην ασφαλιστική εταιρία να καταγγείλει, αμέσως και αζημίως για την ίδια, τη σύμβαση.

Η αμοιβή του εναγόμενου πράκτορα (προμήθεια), για τις υπηρεσίες του, τις φροντίδες, τους κόπους και τις δαπάνες του, ορίσθηκε σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων, μετά την είσπραξη των οποίων, και μόνο, θα ελάμβανε χώρα η καταβολή της ... Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε, ... αορίστου χρόνου, δυνάμενη να καταγγελθεί, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αμέσως, για σοβαρό λόγο (όπως λ.χ.

για παράβαση από τον πράκτορα οποιουδήποτε όρου της σύμβασης που όλοι θεωρούνταν ουσιώδεις) εκ μέρους της εταιρίας και μάλιστα χωρίς προειδοποίηση ... Επίσης, αμέσως με την καταγγελία, κάθε ποσό οφειλόμενο από τον πράκτορα προς την εταιρία θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, με τον επ' αυτού τόκο υπερημερίας (άρθρο 10 της σύμβασης) ...

Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι η ένδικη σύμβαση, μεταξύ της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και του εναγομένου ασφαλιστικού πράκτορα, λειτούργησε από την ημερομηνία σύναψής της μέχρι και την καταγγελία της, το έτος 2004 ... Κατά την πορεία της συνεργασίας τους, ωστόσο, ο ενάγων δεν υπήρξε, πάντα, συνεπής στις οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι της εταιρίας, δεδομένου, ότι σε πολλές περιπτώσεις πελατών, δεν κατέβαλε σ' αυτήν, όπως όφειλε, τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα.

Για το λόγο αυτό, η τελευταία, ήδη από το έτος 2001, με προφορικές οχλήσεις της προς τον εναγόμενο, ζητούσε την καταβολή των οφειλόμενων χρηματικών ποσών ... . Η συνεργασία, όμως, εξακολούθησε μεταξύ των διαδίκων μερών, μέχρι και το έτος 2004, διότι ο εναγόμενος προέβαινε, ανά διαστήματα, σε καταβολές χρηματικών ποσών προς την ασφαλιστική εταιρία, ...

Παράλληλα, η ασφαλιστική εταιρία έπαψε να καταβάλει στον ενάγοντα τις δικαιούμενες προμήθειες επί των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, προβαίνοντας κατ1 αυτόν τον τρόπο, ατύπως, σε συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων. Τελικά και δεδομένου, ότι με την πάροδο του χρόνου οι μεταξύ των διαδίκων οικονομικές εκκρεμότητες δε διευθετήθηκαν, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, με την από 4-3-2004 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή της προς τον εναγόμενο ...

του γνωστοποίησε, ότι η οφειλή του προς αυτήν από εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα ασφάλιστρα, μέχρι 31-12-2003, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 118.901,41 ευρώ και του έτασσε συγχρόνως προθεσμία πέντε (5) ημερών, για την εξόφληση της εν λόγω οφειλής του. Σε απάντηση του εξωδίκου αυτού, ο εναγόμενος, με την από 10-3-2004 εξώδικη διαμαρτυρία του, αρνήθηκε καταρχήν την οποιαδήποτε οφειλή του προς την εταιρία και ζήτησε, περαιτέρω, να του χορηγηθούν μηνιαίες αναλυτικές καταστάσεις της παραγωγικής του δραστηριότητας, των δικαιούμενων προμηθειών βάσει της σύμβασης και των προμηθειών εισπρακτικού, καθώς και αναλυτική κατάσταση των καταβολών του, ώστε να αποδειχθεί η ανυπαρξία οφειλής του προς την εταιρία.

Ακολούθως, η εταιρία, με την από 24-6-2004 εξώδικη καταγγελία - δήλωση - όχληση - πρόσκληση, που κοινοποίησε στους εναγόμενους, πράκτορα και εγγυήτρια (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) αντίστοιχα, στις 30-6-2004 ... κατάγγειλε την από 19-11-1999 σύμβαση πρακτόρευσης, για το λόγο ότι ο εναγόμενος αρνείτο, αδικαιολόγητα, να της αποδώσει τα ασφάλιστρα, ύψους 107.537,61 ευρώ, που είχε εισπράξει από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια παραγωγής του, μέχρι 29-2-2004, επιφυλασσόμενη για τα εισπραχθέντα μετά την ανωτέρω ημεροχρονολογία ασφάλιστρα, τάσσοντας συγχρόνως αποκλειστική προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών, για την απόδοση των οφειλομένων.

Τελικά, η οφειλή του εναγομένου προς την ασφαλιστική εταιρία από εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα, παρανόμως παρακρατηθέντα, ασφάλιστρα, μετά την αφαίρεση των ποσών, που αντιστοιχούσαν σε ακυρωθέντα συμβόλαια, ανήλθε σε 103.853,30 ευρώ ... . Το ποσό αυτό η ενάγουσα περιόρισε, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, κατά 13.135,41 ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε δικαιούμενες προμήθειες του εναγομένου, τις οποίες δεν του απέδιδε λόγω μη καταβολής των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, καθώς και κατά τα ποσά των 6.245,26 και 3.183,47 ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε καταβληθείσες από τον εναγόμενο προκαταβολές, για την έκδοση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ...

Έτσι η οφειλή του εναγομένου, προς την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, ανήλθε στο ποσό των 81.289,16 ... ευρώ, για τη καταβολή του οποίου ευθύνεται σε ολόκληρο και η εναγόμενη εγγυήτρια".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ακολούθως την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία, κατ' αποδοχή εν μέρει της αγωγής της αναιρεσίβλητης, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σ' αυτήν το ανωτέρω ποσό Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και επικουρικά από τον αριθμό 1 προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έκρινε ότι υπάρχει και αδικοπρακτική, πέραν της συμβατικής, ευθύνη των αναιρεσειόντων, χωρίς όμως ειδικότερη μνεία των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωση της ευθύνης τους από αδικοπραξία είτε με βάση τη διάταξη του άρθρ.914ΑΚ είτε του άρθρ.919 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά αναφέρονται, αποκλειστικά και μόνο, στην ενδοσυμβατική τους ευθύνη, του μεν πρώτου ως ασφαλιστικού πράκτορα της αναιρεσίβλητης, της δε δεύτερης ως εγγυήτριας.

Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον οι παραδοχές του Εφετείου για τη θεμελίωση της βάσης της αγωγής, αναφορικά με την ενδοσυμβατική ευθύνη των αναιρεσειόντων (που δεν πλήττεται αναιρετικά), στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ, παράλληλα, δεν έχει επιδικαστεί περαιτέρω υπέρ της αναιρεσίβλητης οποιαδήποτε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ως συνέπεια αδικοπραξίας.

Εξάλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης της δεύτερης αναιρεσείουσας, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, ώστε να δικαιολογείται έννομο συμφέρον της για την προβολή των παραπάνω πλημμελειών (άρθρ.68 και 556 ΚΠολΔ ) κατά την περί αδικοπραξίας βάση της αγωγής που έγινε δεκτή σε συρροή με εκείνη της ενδοσυμβατικής ευθύνης και, ως εκ τούτου, αλυσιτελώς επίσης προβάλλεται ο ίδιος λόγος κατά το οικείο μέρος του.

Κατά τη διάταξη του άρθρ.562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή ,η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνος της διάταξης με αριθμό 11περ.α,κατά τους ορισμούς της οποίας αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσης της υποθέσεως, όπως εκείνες των διατάξεων του άρθρου 393 παρ.1 και2 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς των οποίων συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το αναφερόμενο στην εν λόγω διάταξη χρηματικό ποσό και δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ. α ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης Α. Χ., σχετικά με το ύψος της οφειλής του πρώτου αναιρεσείοντος, καθώς και την από 7-3-2007 κατάσταση ανείσπρακτων συμβολαίων που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, αφενός μεν, επειδή η μαρτυρική αυτή κατάθεση προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 393 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, αφετέρου δε, επειδή τα πιο πάνω συμβόλαια δεν έχουν την αποδεικτική ισχύ ιδιωτικού εγγράφου (άρθρο 447 ΚΠολΔ), ούτε του αποσπάσματος ή αντιγράφου των επίσημων εμπορικών βιβλίων αυτής(άρθρα 444 παρ.1,448 παρ.1 και 2, 449 ΚΠολΔ) και, συνακόλουθα, δεν πληρούν τους όρους του νόμιμου αποδεικτικού μέσου (άρθρα 270 παρ.2 εδάφ.2,393 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός τούτου, ισχυρισμός προβλήθηκε ως λόγος έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ούτε, σε κάθε περίπτωση, με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στη δευτεροβάθμια δίκη, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.4 εδάφ. ε ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας(άρθρα 176, 183,189 παρ.1,191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση των 1)Λ. Δ. και 2)Μ. Δ. για αναίρεση της 3965/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ