Supreme Court partially allows appeal against compensation calculation error in expropriation special damages case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's final decision on expropriation compensation. The lower court incorrectly used the 2002 hearing date to calculate special damages for remaining property portions instead of the 2006 hearing date following a prior Supreme Court ruling. The Court found this procedural error violated substantive laws regarding the critical time for valuation and remanded the case for retrial with a new panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13(4) of Law 797/1971 and Article 1 of Protocol 1 to the ECHR; The critical time for calculating special damages in partial expropriation is the date of the hearing following the Supreme Court's partial annulment, not the date of the original lower court decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1054 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1054/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) χ1, 2) χ2, άπαντες οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 15/1/2008 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενης η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοκκινάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/8/2001 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 30/7/2001, 4/9/2001, 4/9/2001, 28/9/2001, 16/10/2001, 19/10/2001, 19/10/2001, 22/10/2001, 18/9/2001, 9/10/2001, 9/10/2001, 15/10/2001, 12/10/2001, 27/11/2001, 17/1/2002, 17/1/2002 και 17/1/2002 αιτήσεις.
Εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 5854/2002 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες μα την από 28/1/2003 αίτησή τους. Εκδόθηκαν οι υπ' αριθμόν 704/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η υπ' αριθμόν 31/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου και η υπ' αριθμόν 1826/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με τις οποίες έκανε δεκτή την αναίρεση της υπ' αριθμόν 5854/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς το ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών με άλλη σύνθεση.
Εκδόθηκε η 8539/2006 απόφαση οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/3/2007 αίτησή τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή, το άρθρο 13 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της περ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου." Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου.
Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 31/2005). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 εδ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, οριοθετώντας το αντικείμενο της δίκης που έφεραν με κλήση (που εδώ δεν προσκομίζεται, αν και γίνεται επίκλησή της) οι αιτούντες-αναιρεσείοντες μετά την εν μέρει αναίρεση της 5854/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ως προς τους αιτούντες χ1 και χ2 έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-8-2001 αίτηση κατά το αίτημά της περί οριστικού καθορισμού αποζημιώσεως για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους με αριθμούς .., ..., ..., .., ...
στα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, καθοριζομένης της αποζημίωσης στο ποσό των 205,43 ευρώ ανά τ.μ., απορρίφθηκε δε κατά τα λοιπά αιτήματά της (καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης εναπομενόντων κτημάτων και επ' αυτών επικειμένων καθορισμός αποζημιώσεως για εκτός κ.π. επικείμενα των απαλλοτριουμένων).
Οι αιτούντες άσκησαν κατά της απόφασης αίτηση αναίρεσης. Με την 31/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ενώπιον της οποίας παραπέμφθηκαν με την 704/2004 απόφαση του Δ' τμήματός της, μέρος του 3ου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και ο προταθείς από τον Εισηγητή λόγος, η 5854/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, αναιρέθηκε κατά το μέρος της με το οποίο απέρριψε τα αιτήματα των αναιρεσειόντων να τους επιδικαστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τις επαναπομείνασες εκτός της επίμαχης απαλλοτρίωσης εδαφικής εκτάσεως καθώς και για τα υπάρχοντα σ' αυτές πηγάδι και θερμοκήπιο, δεχόμενη, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και αυτής του άρθρου 13 παρ. 4 νδ 797/1971, ότι η επικαλούμενη μείωση δεν συναρτάται αμέσως προς την αξία του απαλλοτριουμένου και την απότμησή του, αλλά από το είδος του εκτελουμένου έργου, η δε υπόθεση αναπέμφθηκε στο Δ' τμήμα για να αποφασίσει κατά τα λοιπά.
Με τη 1826/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, όλοι οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως κρίθηκαν απορριπτέοι, συμπεριλαμβανομένου και του μέρους του τρίτου λόγου της (το οποίο δεν είχε παραπεμφθεί στην Ολομέλεια) με το οποίο προσαπτόταν στο Εφετείο η αιτίαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ. 4 ν 2882/2001, δέχθηκε ότι τα εκτός απαλλοτριώσεως απομένοντα ακίνητα των αναιρεσειόντων δεν υπέστησαν καμία έστω και μικρή μείωση της αξίας τους εξαιτίας της απαλλοτριώσεως.
Με την ίδια απόφαση η υπόθεση κατά το μέρος κατά το οποίο αναιρέθηκε η 5854/2002 απόφαση (με την 31/2005 απόφαση της Ολομέλειας) του Δικαστηρίου αυτού, παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο συντεθησόμενο από άλλους δικαστές. Μετά ταύτα οι χ1 και χ2 με την από 9-2-2006 κλήση τους, επαναφέρουν την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.
Στην κλήση αυτή διαλαμβάνονται και τα ακόλουθα αιτητικά: Να γίνει δεκτή η κλήση μας. Να γίνει δεκτή η από 20-8-2001 αίτησή μας. Να προσδιοριστεί η κατά τ.μ. αξία των ακινήτων μας σε 700 ευρώ. Να προσδιοριστεί η ιδιαίτερη αποζημίωση του εδάφους σε ποσοστό επί της αξίας του κατά τ.μ. α) κτ. πιν. ..+.. σε 90%, β) κτ. πιν ...
σε 50%, γ) κτημ πιν .. σε 60%, δ) κτ. Πιν. ... σε 80%. Να καταδικαστεί το Ελληνικό Δημόσιο να μας καταβάλει την ιδιαίτερη αποζημίωση που δικαστικά θα καθοριστεί νομίμως εντόκως με τον κοινό τόκο υπερημερίας μετά τον οριστικό (τελεσίδικο) καθορισμό της αποζημίωσης. Να καταδικαστεί το Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη με την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου μας.- Ενόψει των ορίων που τάσσονται από την αναιρετική απόφαση, αντικείμενο της επισπευδόμενης με την επ' αυτού κλήση συζήτησης της υπόθεσης είναι αποκλειστικώς (άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ) και μόνο το αίτημα της από 20-8-2001 αιτήσεως των αιτούντων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα από την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους [και μόνον εν αναφορά προς τους επικαλούμενους απ' αυτούς λόγους μειώσεως της αξίας που συναρτώνται με την εκτέλεση του έργου της απαλλοτριώσεως και όχι ως προς αυτούς που συναρτώνται με την απότμηση (απώλεια αρτιότητας) που απορρίφθηκαν με την 5854/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού που ως προς τις σχετικές διατάξεις της κατέστη αμετάκλητη εφόσον ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίφθηκε με τη 1826/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου] και όχι και το αίτημά της περί οριστικού καθορισμού τιμής μονάδας της αποζημιώσεως για τις απαλλοτριούμενες εκτάσεις το οποίο έχει αμετακλήτως κριθεί κατά τα προαναφερόμενα και με βάση αυτή υπολογίζεται η ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα".
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Οι ιδιοκτησίες επί των οποίων οι αιτούντες επικαλούνται κυριότητα εμφανίζονται στα κτηματολογικά στοιχεία της ένδικης απαλλοτρίωσης εμφανίζονται με τους κτημ. αριθμούς ..., ..., ..., ... (φερόμενο ως δικαιούχο του αιτούντα χ1) και .... (με εικαζόμενο δικαιούχο τον χ2) είναι γεωτεμάχια, επί της οδού .....
στη διασταύρωσή της με την οδό ..... και ......, δηλαδή σε εκτός σχεδίου αλλά εντός της Βιοτεχνικής και Εμπορικής ζώνης περιοχής του Δήμου Αχαρνών που έχει οικοπεδική χρησιμότητα για επαγγελματική στέγη. Οι συνεχόμενες ..., ... , έχουν συνολικό εμβαδόν 3966,93τ.μ. από αυτές δε απαλλοτριώνονται συνολικώς 2334,98 τ.μ. και απομένει έκταση 1631,95 τ.μ.
Η .. έχει εμβαδόν 375 τ.μ. Απ' αυτή απαλλοτριώνονται 219 τ.μ. και απομένει έκταση 155 τ.μ. Από την .. αρχικού εμβαδού 6297 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 425,75 τ.μ. και απομένει έκταση 5844,83 τ.μ. Από την .., αρχικού εμβαδού 4287,43 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 1028,51 τ.μ. και απομένει έκταση 3258,92 τ.μ. Τα ως άνω απομένοντα τμήματα ιδιοκτησιών ενόψει του ότι η διαπλατυνθείσα .....
κατέστη μετά την απαλλοτρίωση κλειστός αυτοκινητόδρομος δεν έχουν πλέον ευθεία πρόσβαση και προβολή, η σύνδεσή τους δε πραγματοποιείται με παράπλευρους δρόμους. Στην πρόσοψή τους είχε υπερυψωθεί ανισόπεδος κόμβος ύψους 8 περίπου μέτρων. Οι ιδιοκτησίες ειδικότερα ... και ... κείνται πλαγίως κάτω από την αερογέφυρα.
Τα ως άνω γεγονότα, επηρεάζουν σε πολύ μικρό βαθμό την προβολή των ιδιοκτησιών, και την αισθητική όσον αφορά την οικοπεδική χρήση για την οποία προορίζονται με εντεύθεν μείωση της αγοράς αξίας τους που δεν υπερβαίνει το 1%.
Συνεπώς η ένδικη αίτηση κατά το αίτημά της περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των ως άνω εναπομενόντων από την ένδικη απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών των αιτούντων λόγω μειώσεως της αξίας τους εξαιτίας της εκτέλεσης του έργου της απαλλοτρίωσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να καθοριστεί η ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα αυτά σε ποσοστό 1% επί της υπολογιζόμενης βάσει της τιμής μονάδας που καθορίστηκε οριστικώς για τα απαλλοτριούμενα τμήματα των ιδιοκτησιών αυτών με την 5854/2002 απόφαση του Δικαστηρίου".
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και υπό στοιχείο Α1 προσάπτεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 17 παρ. 2 Συντ/τος, 13 παρ. 4 νδ 797/1971, και 1 παρ. 1 ΠρΠρΠρ της ΕΣΔΑ) λαμβάνοντας υπόψη κατά τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα από την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών και μόνον εν αναφορά προς τους επικαλούμενους απ' αυτούς (αιτούντες) λόγους μειώσεως της αξίας που συναρτώνται με την εκτέλεση του έργου της απαλλοτριώσεως και όχι ως προς αυτούς που συναρτώνται με την απότμηση (απώλεια αρτιότητας), που απορρίφθηκαν με την 5854/2002 απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία ως προς τις σχετικές διατάξεις της κατέστη αμετάκλητη.
Ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το ύψος της ιδιαίτερης αποζημίωσης καθορίζεται μόνο από τη μείωση της αξίας που επέρχεται στο απομένον τμήμα από την εκτέλεση του έργου και ότι δεν συνεκτιμάται η μείωση που επέρχεται από την απότμηση, αλλά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση για τα ακίνητα των αιτούντων είχε κριθεί κατ' ουσίαν (με αμετάκλητη κρίση) ότι δεν μειώθηκε η αξία τους από την απότμηση.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, κατά το υπό στοιχείο Α1 μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
II. Επειδή, στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1979 ορίζεται ότι "κανένας δε στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στο ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" που ισχύει από 7-5-2001, με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου). Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 1552/2005, ΑΠ 1395/1999).
Η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν εωσότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται", έχει την έννοια, ότι μόνο όσα θέματα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων άφησε το Σύνταγμα να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη, μέχρι την έκδοση των σχετικών νόμων ρυθμίζονται από τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, και δεν αναφέρεται στα σχετικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση θέματα, τα οποία ρυθμίζονται αμέσως από το άρθρο 17 του Συντάγματος και ισχύουν από το χρόνο εφαρμογής του ίδιου του Συντάγματος (ΟλΑΠ 1332/1985 και 18/1988).
Επομένως, και το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, που λαμβάνεται υπόψη για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σε περίπτωση που η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, το οποίο ρυθμίζεται αμέσως με την πιο πάνω, διάταξη του εδαφίου γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος 2001, ισχύει από τότε που αυτή τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από 18-4-2001 και όχι από, την κατά τα άνω, προσαρμογή του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) στη διάταξη αυτή, δηλαδή από 1-1-2002.
Ενόψει των προεκτεθέντων, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδ α' και β' του τελευταίου αυτού ν. 2882/2001, που ορίζει ότι "απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος", δεν έχει εφαρμογή επί του πιο πάνω θέματος, που ρυθμίζεται από τη νέα διάταξη της παρ. 2 εδ γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001.
Κατ' ακολουθίαν λοιπόν, των προεκτεθέντων, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, κηρυχθείσης μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως, για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του (ΑΠ 1552/2005) ενώπιον του αρμόδιου εφετείου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για την πραγματική αξία του ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του εδ β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ή και πριν από τη θέση σε ισχύ της διατάξεως του εδ γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001.
Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία ορίζει ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους...".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό.
Άλλωστε, η νέα ρύθμιση του εδ γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001 έχει εισαχθεί προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό (ΑΠ 402/2007).
Ακόμη, από τις ίδιες αυτές διατάξεις συνάγεται, ότι σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης του δικαστηρίου της αίτησης (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής και όχι κατά το χρόνο της προγενέστερης συζήτησης της ίδιας αίτησης, κατά την οποία, με τα τότε ισχύοντα στη νομολογία, απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το αίτημα της μη ωφέλειας του ιδιοκτήτη παρόδιου ακινήτου (ΑΠ 821/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Οι αιτούντες με την από 20-8-2001 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ζήτησαν: α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητά τους (υπ' αριθμούς .., ..., ..., .., ... Κτημ Πιν), που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την 1088394/9318/0010/14-10-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή δύο ανισόπεδων διαβάσεων της σιδηροδρομικής γραμμής Αθήνας-Οινόης και β) καθώς και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα των ακινήτων τους που απομένουν.
Το Εφετείο Αθηνών με την 5854/2002 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, ενώ απέρριψε αυτή κατά το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης. Οι αιτούντες άσκησαν αναίρεση κατά της ανωτέρω απόφασης του εφετείου και με την 704/2004 απόφαση του Δ' τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην ολομέλεια οι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτος (κατά ένα μέρος αυτού) και ο προταθείς από τον εισηγητή λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά της 5854/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για να λυθεί το ζήτημα αν στον προσδιορισμό της αποζημίωσης του εναπομείναντος τμήματος απαλλοτριωθέντος ακινήτου θα ληφθεί υπόψη μόνο η μείωση της αξίας αυτού, η οποία προέρχεται από την απότμηση, ή θα ληφθεί επίσης υπόψη και η μείωση της αξίας του εν λόγω τμήματος που οφείλεται στην εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 31/2005 απόφασή της δέχθηκε, ότι οι παραπεμφθέντες ενώπιον αυτής λόγοι είναι βάσιμοι, ότι δηλαδή το δικαίωμα αποζημιώσεως του ιδιοκτήτη του ακινήτου ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίας, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου, έτσι αναίρεσε εν μέρει την 5854/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Δ' τμήμα για να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι της αναίρεσης.
Το Δ' τμήμα του Αρείου Πάγου με την 1826/2005 απόφασή του απέρριψε τους άλλους λόγους της αναίρεσης και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών προκειμένου να εξεταστεί κατά το μέρος που αναιρέθηκε από την απόφαση της Ολομέλειας. Με την από 9-2-2006 κλήση τους οι αιτούντες-αναιρεσείοντες έφεραν προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε οριστικά την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων σε ποσοστό 1% της αξίας τους, υπολογιζομένης βάσει της οριστικής τιμής μονάδας που καθορίστηκε για τα απαλλοτριούμενα τμήματα των ίδιων ιδιοκτησιών με την 5854/2002 απόφαση.
Από τις παραδοχές του Εφετείου, που αναπτύσσονται πλήρως παραπάνω, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έθεσε ως βάση υπολογισμού την τιμή μονάδας που ορίστηκε για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα από την 5854/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή θεώρησε ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης αυτόν της συζήτησης ενώπιον του εφετείου τότε (19-2-2002), ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της συζήτησης ενώπιον του κατά την 9-5-2006, μετά την αναίρεση της 5854/2002 απόφασης.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις άνω ουσιαστικές διατάξεις παραλείποντας να τις εφαρμόσει, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Συνακόλουθα είναι βάσιμες οι αιτιάσεις εκείνες των δεύτερου και τρίτου λόγου αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι σχετικές πλημμέλειες από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
αναφορικά με τον κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης, γι' αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτές, ώστε στη συνέχεια να αναιρεθεί (καθόσον αφορά τους εδώ διαδίκους) η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Μετά την παραδοχή των ανωτέρω αιτιάσεων του αναιρετηρίου παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο στο σκεπτικό.
Αναιρεί την 8539/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 21 Μαΐου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ