1053/2024 · 1053/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1053 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1053/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο ΑυγέÏ...
Full Text of the Judgment · 1053/2024
Απόφαση 1053 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1053/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Κω, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κελεμένη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Φ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τσώκο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 402/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, 139/2020 μη οριστική και 166/2021 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 23-11-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μ την κρινόμενη από 23-11-2021 και με αριθ. κατ. 53/25-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 166/13-6-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών επί των από 28-10-2019 με αριθ. κατάθεσης 84/29-10-2019 και από 29-10-2019 και με αριθ. κατ. 85/31-10- 2019 εφέσεων κατά της με αριθ. 402/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, επί της από 23-10-2017 και με αριθ. κατ. 741ΜΕΙ 106/23-10-2017 αγωγής.
Με την, ως άνω, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω από 23-10-2017 αγωγή, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις 1-8-2014 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη εταιρία, που διατηρούσε πολυϊατρείο και διαγνωστικό ιατρικό κέντρο στην Κω και παρείχε σ' αυτήν τις περιγραφόμενες στην αγωγή υπηρεσίες, μέχρι τις 1-8-2017, οπότε η τελευταία κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, με αποτέλεσμα η καταγγελία να είναι άκυρη. Ότι μεταγενέστερα η εναγομένη προέβη στην από 15-9-2017 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης και της κατέβαλε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.367,52 ευρώ. Ότι και η δεύτερη καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη, διότι το ποσό της καταβληθείσας σ' αυτήν αποζημίωσης υπολείπεται του ποσού που εδικαιούτο κατά νόμο. Ότι η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία από 1-8-2017, οπότε έπαυσε να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες της και της οφείλει έκτοτε μισθούς υπερημερίας, καθώς και το δώρο Χριστουγέννων, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-8-2017 έως 31-12-2017, ενώ επίσης δεν της κατέβαλε και της οφείλει δεδουλευμένες μέχρι την καταγγελία ης σύμβασης αποδοχές και συγκεκριμένα μηνιαίους μισθούς, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Ζήτησε δε, να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη τόσο η από 1-8-2017, όσο και η από 15-9-2017 καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας και ότι η εναγομένη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας από 1-8-2017 και να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει τα ειδικότερα αιτούμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας, και για δεδουλευμένους μισθούς, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία και κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες την αγωγή διακρίσεις.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, με την, ως άνω, με αριθ.402/2019 οριστική απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα αμφοτέρων, των, ως άνω, καταγγελιών της ένδικης σύμβασης εργασίας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης, μισθούς υπερημερίας, δώρο Χριστουγέννων, αποδοχές και επίδομα αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-8-2017 έως 31-12-2017, καθώς και δεδουλευμένες αποδοχές, δηλαδή μηνιαίους μισούς, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις. Επί των, ως άνω, εφέσεων και συγκεκριμένα επί της από 28-10-2019 έφεσης που άσκησε η εναγομένη και επί της από 29-10-2019 έφεσης που άσκησε η ενάγουσα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 166/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία αμφότερες οι εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε: α) ότι είναι άκυρη τόσο η από 1-8-2017 καταγγελία της σύμβασης εργασίας, διότι δεν έγινε εγγράφως και δεν συνοδεύθηκε από την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, όσο και η από 15-9-2017 καταγγελία αυτής, διότι η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.367,52 ευρώ, που υπολείπεται ουσιωδώς του πράγματι οφειλομένου ποσού των 2.945,6 ευρώ, όπως τούτο προέκυψε, με βάση τις αποδοχές που το Δικαστήριο έκρινε ότι εδικαιούτο η ενάγουσα, καθώς και ότι η εναγομένη περιήλθε από 1-8-2017 σε κατάσταση υπερημερίας και όφειλε έκτοτε στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας, β) ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας, καθώς και τις λοιπές, ως άνω αιτίες, τα επιδικασθέντα στην τελευταία με την πρωτόδικη απόφαση ποσά.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος κρίνοντας αντίστοιχα νόμιμη η μη νόμιμη την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί δε λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 8 αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης στοιχεία, που δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και, για να είναι ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο σχετικός αναιρετικός λόγος, πρέπει να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία επίσης πρέπει να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε από την αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που πρέπει επίσης να παρατίθενται στην αίτηση αναίρεσης να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σ" αυτήν σφάλμα (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 1704/2018, ΑΠ 34/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, για το λόγο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, κατά το αίτημα αυτής περί επιδίκασης αμοιβής για υπερεργασία, για υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγο αοριστίας, λόγω μη επαρκούς έκθεσης των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του εν λόγω αιτήματος, γεγονός που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι αόριστος και, για το λόγο αυτό, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης: α) δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων πρότεινε τον περί αοριστίας ισχυρισμό παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε αυτόν νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή ότι πρότεινε αυτόν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου (αρθ. 527 αρ. 3 ΚΠολΔ), β) δεν παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε ορισμένη, ώστε από την αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σ' αυτήν σφάλμα.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' του Ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 669ΑΚ θεωρείται έγκυρη; εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη την συναλλακτικών ηθών, προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της αποζημίωσης που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού}δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αποδιδόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό αυτής, στην περίπτωση δε αυτή υφίσταται μόνον υποχρέωση για συμπλήρωση της αποζημίωσης. Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 918/2013, ΑΠ 585/2011, ΑΠ 311/2010). Συγγνωστή πλάνη, εξάλλου, συντρέχει στην περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και αναφορικά με την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον μισθωτό, όταν ο εργοδότης, αν και κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση επιμέλεια^ την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, λαμβανομένων υπόψη και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, οφείλει να επιδείξει στις συναλλαγές του, δεν μπόρεσε να διαγνώσει την από το νόμο απορρέουσα υποχρέωσή του, ήτοι, να καταβάλει στον απολυόμενο την σχετική αποζημίωση, πιστεύοντας καλόπιστα ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση ή ότι η υποχρέωσή του αυτή εκπληρώνεται με την καταβολή του χρηματικού ποσού, που πρόσφερε για τον σκοπό αυτό στον εργαζόμενο (ΑΠ 229/2021, 1216/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσι του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 491/2019). Για να είναι δε ορισμένος ο, ως άνω, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογιών, ή αντιφάσεις ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 555/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003). Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με το λόγο αυτό απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 76/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι, αν και, προς απόκρουση της βάσης της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης ^όγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, πρόβαλε παραδεκτά με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις και με την έφεσή της την ένστασή περί συγγνωστής πλάνης αυτής ως προς το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την εν λόγω ένσταση β) την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι η καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, χωρίς να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει την, ως άνω, ένσταση περί συγγνωστής πλάνης αυτής ως προς το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 5, 7 ν. 3198/1955, 5 παρ. 1 ν. 2112/1990 και 288 ΑΚ. γ) την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι η ενάγουσα πραγματοποίησε υπερεργασία, και υπερωριακή εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά τα εργασιακά καθήκοντα, το ωράριο και τις πραγματικές ώρες απασχόλησης της, καθώς και την αμοιβή που εδικαιούτο, για τις αιτίες αυτές.
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις, η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα ουδόλως πρόβαλε ένσταση περί συγγνωστής πλάνης αυτής ως προς το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης, ούτε επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση, και συγκεκριμένα δεν επικαλέσθηκε έλλειψη κακοβουλίας, εύλογη αμφιβολία ως προς το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης, ή εσφαλμένο προσδιορισμό αυτής από παραδρομή, παρά την επίδειξη εκ μέρους της της δέουσας επιμέλειας. Περαιτέρω δε, δεν επικαλείται με το αναιρετήριο τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ περί αυτεπάγγελτης λήψης υπόψη του εν λόγω ισχυρισμού, ούτε τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ περί παραδεκτής προβολής της εν λόγω ένστασης για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προϋποθέσεις, που, σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχουν. Ο προβαλλόμενος δε με το δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η καταβληθείσα αποζημίωση υπολειπόταν εκ παραδρομής της πλήρους αποζημίωσης, δεν αρκεί για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης, σε κάθε δε περίπτωση προβάλλεται απαραδέκτως, αφού δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το, ως άνω, πρώτο σκέλος αυτού είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά δε την απόρριψή του πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το, ως άνω, δεύτερο σκέλος αυτού. Τούτο διότι, εφόσον η περί συγγνωστής πλάνης ένσταση δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο και ακολούθως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά λογική ακολουθία δεν αξιολογήθηκε από αυτό, ώστε να τίθεται ζήτημα ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, των, ως άνω, επικαλουμένων διατάξεων. Τέλος, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, κατά το, ως άνω, τρίτο σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, διότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, ενώ με τις διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις, πλήττεται απαραδέκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την επίφαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του με αριθ. 440554655952 0124 0069 παραβόλου που κατέθεσε, διότι για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως η προκείμενη διαφορά, δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3Γτου ΚΠολΔ). Τέλος, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, προϋπόθεση για την αποδοχή του αποτελεί η αναίρεση της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 23-11-2021 και με αριθ. κατ. 53/25-11-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 166/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
-Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
-Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του αναφερομένου στο σκεπτικό της παρούσας παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ