1053/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1053 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1053/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιά...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1053 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1053/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ασπρούλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 5-4-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 146/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής (στις 6-4-2021) στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτός και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την από 10-4-2012 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ..αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ζήτησε να αναγνωρισθεί, αφενός μεν, η κυριότητά του επί ακινήτου, εμβαδού 272 τ.μ. που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου με αριθμό ... και να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή στα οικεία Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, ώστε να αναγραφεί αυτός ως κύριος, αφετέρου δε, να διορθωθεί η πρώτη κτηματολογική εγγραφή, όσον αφορά το ακίνητο με ..., ώστε τμήμα του ακινήτου αυτού, με εμβαδόν 64 τ.μ., να αποσπαστεί από το ακίνητο με το ανωτέρω ΚΑΕΚ και να καταχωρηθεί στο ακίνητο, που ανήκει στην κυριότητά του (με ...). Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η υπ' αριθμ. 46/2016 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία, ως προς το τμήμα του ακινήτου εμβαδού 272 τ.μ. (...), αναγνωρίστηκε ο ενάγων κύριος αυτού και διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης εγγραφής, ενώ ως προς το τμήμα εμβαδού 64 τ.μ. (...) διατάχθηκε ο χωρισμός και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Ασκηθείσας της από 30-11-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως…) εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 146/2020, απόφαση, με την οποία έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος της εφέσεως, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού δικάστηκε η αγωγή κατ' ουσίαν για αμφότερα τα επίδικα τμήματα, αυτή έγινε καθ' ολοκληρίαν δεκτή.
Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε, όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτοδίκου αποφάσεως, εφαρμόζει το νόμο, που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως και όχι τον ισχύοντα, κατά την κατ' έφεσιν δίκη, νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 30/1998). Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο εφέσεως, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υποθέσεως "κατ' ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει, για την διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του, είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ. Α.Π. 654/1984), είτε δεν έχει, εφόσον, όμως, στην τελευταία περίπτωση, καταλαμβάνει (χρονικώς) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 8/2011, Ολ. Α.Π. 7/2011, Α.Π. 807/2019, Α.Π. 1567/2018, Α.Π. 837/2015). Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του από την παρ. 11 του άρθρου 154 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27-5-2016), ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του AK (παρ. 1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή" (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά την χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου. Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεσιν, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του, κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής, οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη την νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιαταράκτως τούτο για τριάντα έτη, που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1, περ. α' και β' του ίδιου νόμου και όχι εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη^ νομή ακινήτου του Δημοσίου, το νέμεται αδιαταράκτως επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιαταράκτως και μετά την έναρξη της ισχύος του. Τούτο προκύπτει, τόσον από την γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, που χρησιμοποιούν τη φράση "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όσον και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεσιν και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ενόψει της συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του, που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως για τον μετά την 11-9-1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή. Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται, όσον αφορά το άρθρο 4, η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα, που διέπονται από αυτόν, καταργείται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του Α.Κ., η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικώς καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη, που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ.). Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 984 του Α.Κ., αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια, όμως, του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον, κατά πλάσμα του νόμου, αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει την νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (Ολ. Α.Π. 11/2015). Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων και η από το τελευταίο, πριν από την 19-3-2003, υποβολή τόσο δηλώσεως ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση, προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ενστάσεως κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας Επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ' αυτής. Ακολούθως, όπως προεκτέθηκε, οι παράγραφοι 1 και 2 του ως άνω άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 11 του άρθρου 154 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27-5-2016), χωρίς, όμως, ουσιώδεις τροποποιήσεις και διαφοροποιήσεις καθόσον αφορά τα οριζόμενα και στις δύο ως άνω παραγράφους, με εξαίρεση τα όσα, στην συνέχεια, ορίζονται "2. Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 240 του νόμου αυτού, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, χωρίς να υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση αναφορικώς με την παράγραφο 11 του άρθρου 154. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση ή μη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 146/2020 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 13-4-2020, δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της πρωτοβάθμιας, υπ' αριθμ. 46/2016, οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-4-2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, εξαφάνισε την τελευταία αυτή απόφαση και, εν συνεχεία, κράτησε και δίκασε, κατ' ουσίαν την υπόθεση, έκρινε αυτήν ως νόμιμη, ως ερειδομένη στις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως και
πριν από τις επελθούσες ως άνω τροποποιήσεις, καθώς και στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 και, ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τα ως άνω αγωγικά αυτής αιτήματα, αφού δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Σ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών (τόμος 1… και α.α...) σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …/27.07.1982 πράξη εξόφλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου (τόμος .. και α.α...), περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντας, λόγω αγοράς από την Α. συζ. Π. Κ., το γένος Β. και Δ. Π., ένα αγροτεμάχιο στη θέση τότε "Α. ή Σ. ή Κ." των Πατρών εκτός, κατά τον ως άνω χρόνο, του εγκεκριμένου σχεδίου, συνολικού εμβαδού 336 τ.μ. Το ακίνητο αυτό σήμερα είναι οικόπεδο, επιφάνειας 336 τ.μ., βρίσκεται στην περιοχή "…" της πόλης των Πατρών, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του Δήμου Πατρέων, στο …. και εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Ε. Γ., το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων. Αυτό έλαβε κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης ..., περικλείεται από τα στοιχεία ... και συνορεύει γύρωθεν με τα ακίνητα με ΚΑΕΚ .... Στην ανωτέρω πωλήτρια - δικαιοπάροχο του ενάγοντος το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. ... προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Σ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου (…). Το επίδικο δεν καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών ως ξεχωριστή ιδιοκτησία, αλλά περιεχόταν αρχικά σε ένα μεγαλύτερο ακίνητο εμβαδού 535,05 τ.μ., που είχε λάβει ΚΑΕΚ ... και το οποίο είχε καταχωρηθεί εκ παραδρομής ως δασική έκταση με ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο. Κατόπιν όμως σχετικής αίτησης διόρθωσης της όμορης ιδιοκτήτριας Δ. Μ. το αρχικό ακίνητο με ΚΑΕΚ ... χωρίστηκε σε δύο τμήματα, που έχουν λάβει ..., επιφάνειας 273 τ.μ. ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου και ΚΑΕΚ ..., επιφάνειας 262,42 τ.μ. ιδιοκτησίας Δ. Μ.. Το εναγόμενο ισχυρίζεται με τον 2ο λόγο της έφεσής του ότι το παραπάνω ακίνητο με ... του ανήκει κατ' αποκλειστική κυριότητα δυνάμει των πρωτοκόλλων του Λονδίνου του έτους 1830 και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως; δια των οποίων αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξάρτητου κράτους και κανονίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου για το μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες των Οθωμανών, άλλως ότι το εναγόμενο το απέκτησε ως "αδέσποτο κλήρο" κατά τις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν. 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως των κτημάτων" και 972 ΑΚ ακόμη και αν ουδεμία πράξη νομής ή κατοχής δεν επιχείρησε επ' αυτού, άλλως ότι το απέκτησε δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτού από αμνημονεύτων ετών πλήθος πράξεων νομής και διακατοχής. Σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. …/17.09.2008 έγγραφο του Δασαρχείου Πατρών όλη η έκταση των 534,00 τ.μ., που αναφέρεται στην ….7.05.2008 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πατρών, χαρακτηρίστηκε οριστικά ως μη δασική και δεν εμπίπτει στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, έχει δε περαιωθεί η διοικητική διαδικασία του άρθρου 19 παρ. 4 Ν. 2664/1998. Στην αρχική εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών αναφέρεται ως οριστική καταχώρηση η υπ' αριθμ. ..29.04.2010 απόφαση του Προϊσταμένου του ως άνω Κτηματολογικού Γραφείου, πράξη δηλαδή μετά τη δημοσίευση του Ν. 3127/2003 (19.03.2003). Τέλος, κατά το υπ' αριθμ. πρωτ. …/15.6.2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Αχαΐας το τμήμα των 65 τ.μ., που αναφέρεται στην κρινόμενη αγωγή του ενάγοντας ως περιλαμβανόμενο στο ακίνητο του εναγόμενου με ..., στον προσωρινό δασικό χάρτη της περιοχής εμπίπτει σε πολύγωνο με κωδικό ... και κατά συνέπεια η κυριότητα αυτού ανήκει κατά τεκμήριο στο Ελληνικό Δημόσιο. Το τμήμα αυτό του εν λόγω οικοπέδου του ενάγοντος ρυμοτομείται βάσει της 2/1992 Π.Ε. του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως επέκτασης "..." Δ. Πατρέων, αλλά με την υπ' αριθμ. πρωτ. …13.7.2009 διορθωτική πράξη της Ν. Α. Αχαΐας η ιδιοκτησία του ενάγοντος φέρεται ακόμη με εμβαδόν 336 τ.μ., δεδομένου ότι η ρυμοτόμηση δεν έχει ολοκληρωθεί και ο ενάγων δεν έχει λάβει κάποια αποζημίωση. Αποδείχθηκε, συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω έγγραφα, ότι από τις 19.01.1982, οπότε και ο ενάγων απέκτησε, λόγω αγοράς, το όλο παραπάνω ακίνητο, στο οποίο περιέχεται και το ρυμοτομούμενο τμήμα, μέχρι την ως άνω ημερομηνία (19.03.2003), ήτοι, επί είκοσι ένα (21) περίπου έτη, αλλά και προηγουμένως από το 1890 μέχρι το 1976, ήτοι επί ογδόντα έξι (86) περίπου έτη, το εναγόμενο δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον του ενάγοντας και των δικαιοπαρόχων του, ως κατόχων δημοσίου κτήματος, ώστε να μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι και ο ενάγων γνώριζε ή, έστω, είχε ενημερωθεί, κατά τον χρόνο καταρτίσεως της αγοραπωλησίας και της παράδοσης σ' αυτόν του ακινήτου, ότι το επίδικο ήταν δασική έκταση και ανήκε στο εναγόμενο. Εξάλλου, ο ενάγων προέβη στην αγορά του μετά από έλεγχο του νομικού παραστάτη του, αλλά και του ιδίου του καταρτήσαντος το σχετικό συμβόλαιο συμβολαιογράφου των τίτλων της δικαιοπαρόχου του, χωρίς να προκύψει απ' αυτόν διεκδίκηση από οποιονδήποτε τρίτο ή από το Δημόσιο. Άλλωστε, ευθύς ως εγκαταστάθηκε επ' αυτού, ο ενάγων δήλωνε το ως άνω ακίνητο στις αρμόδιες φορολογικές αρχές, κατέβαλε τους αναλογούντες φόρους, το περιέφραξε και απευθύνθηκε στο Δασαρχείο Πατρών για τον χαρακτηρισμό του. Οι ενέργειές του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από το εναγόμενο, ούτε κλονίζονται από τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων νεμόταν όλο το επίδικο (και το ρυμοτομούμενο τμήμα των 64 τ.μ.), συνεχώς και αδιαλείπτως, με νόμιμο τίτλο, επί είκοσι ένα (21) έτη, μέχρι τις 19.3.2003, χωρίς να ενοχληθεί από το εναγόμενο καθ' οιονδήποτε τρόπο, ενώ η έκδοση της προαναφερόμενης …29.04.2010 απόφασης του Προϊσταμένου του ως άνω Κτηματολογικού Γραφείου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο της ως άνω ημερομηνίας χρόνο. Μέχρι τον χρόνο αυτό, ουδεμία όχληση, διατάραξη ή αμφισβήτηση της νομής του υπήρξε και ο ενάγων είχε την ειλικρινή πεποίθηση ότι αγόρασε ένα ακίνητο, το οποίο ουδείς διεκδικούσε. Δηλαδή, ο ενάγων, κατά την κτήση της νομής του το 1982, είχε την πεποίθηση, η οποία δεν οφειλόταν σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του όλου ακινήτου, αγροτεμαχίου τότε, το οποίο, όπως προαναφέρεται, στη συνέχεια, εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του Δήμου Πατρέων, καταβάλλοντος ως τίμημα το ποσό των 300.000 δρχ., ποσό σοβαρό για τα οικονομικά δεδομένα της εποχής και του ιδίου (ναυτικού τότε) και το οποίο, οπωσδήποτε, δεν θα επωμιζόταν αν γνώριζε ότι το εναγόμενο αξιώνει δικαιώματα επί του ακινήτου. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι το εναγόμενο ουδέποτε όχλησε, με δικαστική ή άλλη ενέργεια τον ενάγοντα στην άσκηση της νομής του επί του επιδίκου, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επ' αυτού, ούτε το ίδιο, εξάλλου, επικαλείται το αντίθετο, απλώς ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κυριότητά του ως δασική έκταση, άλλως δυνάμει των πρωτοκόλλων του Λονδίνου του έτους 1830 και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, δια των οποίων αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξάρτητου κράτους και κανονίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου για το μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες των Οθωμανών. Ως εκ τούτου, ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα όλου του επιδίκου ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 4§1 του Ν. 3127/2003, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Το γεγονός ότι από το παραπάνω ακίνητο, μετά την ένταξή του στο σχέδιο πόλης, ρυμοτομείται ένα τμήμα 64 τ.μ., δεν ασκεί έννομη επιρροή στη δίκη αυτή, αφενός διότι η ρυμοτόμηση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί δια της καταβολής αποζημίωσης στον ενάγοντα, αφετέρου διότι το αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι τα ιδιοκτησιακό καθεστώς και η αναγνώριση του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας του ενάγοντας. Κατ' ακολουθίαν όλων των· ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή εν όλω ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων είναι ο αποκλειστικός κύριος του ακινήτου που περιγράφεται παραπάνω και φέρει ..., να διορθωθούν τα όρια αυτού με την συμπερίληψη σ' αυτό και του ρυμοτομούμενου τμήματος των 64 τ.μ. και τέλος να διορθωθεί η σχετική πρώτη εγγραφή". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες στην μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και, ιδιαιτέρως, εκείνες του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003 (όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση τους, ως άνω, με την παράγραφο 11 του άρθρου 154 του Ν. 4389/2016) και οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και όχι τις νέες, αντικατασταθείσες, ως άνω, διατάξεις και, ιδιαιτέρως, την παράγραφο 2 του άρθρου 4, όπως τροποποιήθηκε ως άνω, κατά την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, "Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα ή άλση", που δεν είχαν εφαρμογή. Και τούτο, καθόσον, ναι μεν, όπως προεκτέθηκε, οι νέες αντικατασταθείσες διατάξεις άρχισαν να ισχύουν από 27-5-2016 και δη, πριν από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (13-4-2020), που έκρινε ως άνω, μετά από την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως και κατά τις παραδοχές της "Το τμήμα αυτό του εν λόγω οικοπέδου του ενάγοντος ρυμοτομείται βάσει της ../1992 Π.Ε. του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως επέκτασης "..." Δ. Πατρέων, αλλά με την υπ' αριθμ. πρωτ. …/13.7.2009 διορθωτική πράξη της Ν. Α. Αχαΐας η ιδιοκτησία του ενάγοντος φέρεται ακόμη με εμβαδόν 336 τ.μ., δεδομένου ότι η ρυμοτόμηση δεν έχει ολοκληρωθεί και ο ενάγων δεν έχει λάβει κάποια αποζημίωση", όμως, οι νέες ως άνω διατάξεις δεν έχουν αναδρομική ισχύ και δεν καταλαμβάνουν "χρονικώς" την επίδικη έννομη σχέση, της οποίας τα πραγματικά περιστατικά και το δικαίωμα κυριότητας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου είχε ήδη θεμελιωθεί κατά το έτος 2003. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, ήτοι ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, όφειλε να εφαρμόσει τις νέες, ως άνω, αντικατασταθείσες διατάξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 146/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ