Legislator Case Law & Legislation
1053/2022 AI generated

1053/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1053/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1053 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1053/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1053 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1053 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1053/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Λ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Γιαννούλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1805/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7005/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 7005/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 146.655 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 3/1993, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004). Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτή (ΟλΑΠ 294/1981). Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο ενάγων (ΑΠ 302/1999, ΑΠ 952/2000). Ακόμη, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος όταν υπάρχουν νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 163/1994) ή του χαρακτήρα ή της έννοιας των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1713/1997) ή όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 302/1999). Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί σιωπηρώς σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών και η αναιρεσείουσα παρέβη τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τη σύμβαση αυτή, ενώ στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δεν αναφέρεται η σύναψη τέτοιας συμβάσεως, ούτε περιλαμβάνονται σ' αυτό γεγονότα θεμελιωτικά της συνάψεως τέτοιας συμβάσεως και παραβιάσεως των υποχρεώσεων αυτής. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθμ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει σ' αυτή τα εξής: Ότι στις 11-7-2003 συμφώνησε με την εναγομένη να αγοράσει 25 χρεωστικά ομόλογα εσωτερικού της Εθνικής Τράπεζας, ονομαστικής αξίας 25.000 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο, λήξεως στις 13-7-2015. Ότι έχοντας εμπιστοσύνη στην εναγομένη και τα στελέχη της που του παρουσίασαν το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα ως ιδιαίτερα συμφέρον για τον ίδιο και δεδομένης της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, προέβη στις 25-2-2005 στην αγορά ομολόγων εσωτερικού της Τράπεζας Πειραιώς, ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ, λήξεως στις 27-10-2014, με κυμαινόμενο επιτόκιο. Ότι στις 11-5-2005 προέβη σε νέα αγορά ομολόγων της Τράπεζας Πειραιώς, ονομαστικής αξίας 148.000ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο, λήξεως στις 27-10-2014. Επίσης συμφωνήθηκε η εξόφληση των ανωτέρω ομολόγων να γίνεται κατά την λήξη τους στην ονομαστική τους αξία και η δυνατότητα προεξοφλήσεως αυτών, η δε φύλαξή τους ανατέθηκε στην εναγομένη. Ότι τον Ιούνιο του 2011, διαπίστωσε από την περιοδική αναλυτική κατάσταση του χαρτοφυλακίου του ότι η εναγομένη μετέβαλε μονομερώς την ημερομηνία λήξεως των ομολόγων, χωρίς αυτός να έχει ενημερωθεί προσυμβατικά ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα είναι άληκτα, το οποίο αν γνώριζε, δεν θα προέβαινε στην αγορά των ομολόγων. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 250.680 ευρώ, νομιμοτόκως από την ημερομηνία λήξεως των ομολόγων, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι με βάση τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα και την εναγομένη ήταν αυτή της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - επενδυτικών συμβουλών , στο πλαίσιο της οποίας ο ενάγων επένδυσε τα κεφάλαιά του, με τη διαμεσολάβηση της εναγομένης και κατ' ακολουθίαν της φερόμενης ως ελλιπούς ενημερώσεώς του, στα επίδικα ομόλογα ,εκδόσεως άλλων τραπεζών και όχι αυτή της συμβάσεως πωλήσεως, όπως ο ενάγων εσφαλμένα υπολαμβάνει. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν πρόκειται για λήψη υπόψη "πραγμάτων" που δεν προτάθηκαν, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά το Εφετείο, κρίνοντας τη νομική βασιμότητα της αγωγής, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στην αγωγή σε διάφορο κανόνα δικαίου από εκείνον που έκρινε ο ενάγων, ως άλλωστε, εδικαιούτο να πράξει. Επομένως, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 288, 914, 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά τον νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται για τον προσδιορισμό της ζημίας, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη (ΑΠ 244/2016). Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ1163/2020). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της περί συνυπολογισμού στη ζημία του αναιρεσιβλήτου των τοκομεριδίων που εισέπραξε από τους επίδικους τίτλους. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή με την εξής αιτιολογία: "Απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο λόγος εφέσεως της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται για την απόρριψη της προβληθείσης ενστάσεως συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, κατά το μέρος που αφορούσε τα μερίσματα που εισέπραξε ο ενάγων από τους επίδικους τίτλους, καθόσον η είσπραξη των μερισμάτων συνιστά ωφέλεια, συνδεόμενη αιτιωδώς με την επένδυση από την οποία προκλήθηκε και η ζημία του. Τούτο διότι τα μερίσματα που έλαβε ο ενάγων ως απόδοση των ομολογιών είναι μεν κέρδος του από την κυριότητα των τίτλων αυτών, πλην όμως το κέρδος αυτό προέρχεται όχι από τη ζημία που υπέστη εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά από την παραχώρηση αυτού στις εκδότριες των τίτλων, οι οποίες το εκμεταλλεύθηκαν με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσαν, αποδίδοντας τους συμφωνημένους, με τους σχετικούς όρους εκδόσεως των ομολογιών, καρπούς του στον ενάγοντα. Επομένως, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημίας και ωφέλειας, αφού η καθεμία στηρίζεται σε διαφορετική αιτία". Το Εφετείο απορρίπτοντας την ανωτέρω ένσταση, αναφορικά με το ποσό των τοκομεριδίων, που ο ενάγων έλαβε ως απόδοση των ανωτέρω ομολόγων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την αναφερόμενη στην απόρριψη της παραπάνω ενστάσεως, διότι δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, αφού προϋπόθεση γι' αυτόν τον συνυπολογισμό είναι να προήλθε το κέρδος και η ζημία από το ίδιο επιζήμιο γεγονός, πράγμα που δεν συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση, αφού η ζημία και η ωφέλεια του αναιρεσιβλήτου προήλθαν από διαφορετικά γεγονότα. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106,176,183,189 παρ.1,191παρ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7005/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ