Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
1053/2021 AI generated

1053/2021 · 1053/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1053/2021
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 1053 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1053/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1053/2021

Απόφαση 1053 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1053/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" (ΟΡΙΖΩΝ ΑΕΓΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κατσαρό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-1-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Κουνέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1562/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4630/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 11-11-2019 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11326/1098/27-11-2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4630/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4630/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 22.09.2016 (αριθμ. εκθ. κατ. 502222/ 3282/29.09.2016) αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Μ. Μ., κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ ΑΕΓΑ", ισχυρίσθηκε ότι ο Ι.-Ι. Τ., οδηγώντας στις 24.1.2016 το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Χ. Τ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του (αμέλεια) και κάτω από τις ειδικότερα περιγραφόμενες συνθήκες, υλικές ζημίες στη με αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, καθώς και τον τραυματισμό του (αναιρεσίβλητου), κατά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 4.465.771,35 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της επικαλούμενης θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη [η τελευταία, αφορά μεταξύ άλλων και μελλοντική απώλεια εισοδήματος, καταβαλλόμενης σε μηνιαίες δόσεις], ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού του και ως πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., για τις δυσμενείς συνέπειες που επέφερε η αναπηρία του από το ατύχημα στο κοινωνικό, επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον, με το νόμιμο τόκο, για τις ως άνω μελλοντικές ζημίες από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης και για τα λοιπά ποσά με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1562/2017 οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αφού έκρινε συνυπαίτιους τους δύο οδηγούς, κατά ποσοστό 80% τον οδηγό του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και 20% τον ενάγοντα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, εκτός των άλλων χρηματικών ποσών, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη, το ποσό: α) των 40.000 ευρώ ως πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., για τις δυσμενείς συνέπειες που επέφερε η αναπηρία του από το ατύχημα στο κοινωνικό, επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον, β) των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γ) των 8.160 ευρώ την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από 30.09.2016 έως 31.12.2018, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του και δ) των 13.600 ευρώ την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2019 έως και 31.12.2020, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1562/2017 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκε: α) η από 02.11.2017 (αριθμ. εκθ. κατ. 592662/505995/03.11.2017) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και β) η από 03.11.2017 (αριθμ. εκθ. κατ. 592581/505986/03.11.2017) έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας. Επί των άνω αντίθετων εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4630/2019 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1562/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή και αφού έκρινε συνυπαίτιους τους δύο οδηγούς, κατά ποσοστό 80% τον οδηγό του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και 20% τον αναιρεσίβλητο, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ειδικά ως προς τα αγωγικά κονδύλια που ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη, αναγνώρισε ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, το ποσό: α) των 80.000 ευρώ ως πρόσθετη χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ. για τις δυσμενείς συνέπειες που επέφερε η αναπηρία του από το ατύχημα στο κοινωνικό, επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον, β) των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γ) των 8.160 ευρώ μηνιαίως για 22 μήνες του χρονικού διαστήματος από 30.9.2016 έως και 31.12.2018, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του και δ) των 13.600 ευρώ μηνιαίως για 16 μήνες των ετών 2019 και 2020, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999: "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό. Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση". Κατά το άρθρο 23 παρ. 2 και 4 του ίδιου νόμου: " 2. Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει. 4. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και εφόσον ο οδηγός που προτίθεται να αλλάξει κατεύθυνση καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 του παρόντος Κώδικα, οι Οδηγοί που τον ακολουθούν και κινούνται στις παρακείμενες λωρίδες, υποχρεούνται να τον διευκολύνουν με τη μείωση της ταχύτητας του οχήματός τους, αυτός δε να μην αλλάξει κατεύθυνση, αν δεν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια ". Κατά το άρθρο 26 παρ. 5β' του ίδιου νόμου: " 5. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει οε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ` εξαίρεση: α) ...... β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό ". Κατά το άρθρο 5 παρ. 8 περ. α' και β' του ίδιου νόμου: "Στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται: α) να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, καθώς και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής, β) να διαβαίνουν την εκ διπλών διακεκομμένων γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, καθώς και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής, όταν η διαγράμμιση αυτή διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις". Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ίδιου νόμου "1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, να καθοριστούν ειδικές κατηγορίες οδηγών με μικρότερα ποσοστά, προσαρμοζόμενων αναλόγως και των ορίων της παραγράφου 7, να εξειδικεύονται τα όρια τοξικών ουσιών ή φαρμάκων της παρούσας παραγράφου που ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού και να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια ". Ήδη, με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. 2500/15/135-ι'/2011(ΦΕΚ Β' 2077/19-09-2011) Κ.Υ.Α των Υπουργών ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ- ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ και ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ "Διαπίστωση χρήσης οινοπν/τος,τοξικών ουσιών & φαρμάκων από οδηγούς & πεζούς σε τροχαία ατυχήματα", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης του 42 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, ορίζεται ότι: " 1. Απαγορεύεται η οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΕΔΧ), φορτηγών αυτοκινήτων με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μεγαλύτερο των 3,5 τόνων, σχολικών και λοιπών κατηγοριών λεωφορείων, ασθενοφόρων, οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, από οδηγό στον οργανισμό του οποίου υπάρχει οινόπνευμα σε ποσοστό μεγαλύτερο από 0,20 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,20gr/l) μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,10 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Η ίδια απαγόρευση ισχύει και για την οδήγηση οχήματος οποιασδήποτε κατηγορίας από οδηγό που είναι κάτοχος αδείας οδήγησης επί χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο ετών". Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020). Όμως δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 159/2018, ΑΠ 1385/2011, ΑΠ 748/1994). Εξάλλου, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.ΑΠ 10/2005). Για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 542/2018, ΑΠ 115/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020). Επομένως, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών: " Στις 24.1.2016 και ώρα 21.15, το υπ' αριθ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Χ. Τ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, βρισκόταν προσωρινά σταθμευμένο στον ιδιωτικό (προαύλιο) χώρο στάθμευσης του καταστήματος-ζαχαροπλαστείου με την επωνυμία "a la creme", που βρίσκεται επί της οδού Καλουτά αριθ. 40 της Χίου, παραπλεύρως του προς Βροντάδο ρεύματος της εν λόγω οδού, ελαφρώς διαγώνια προς τον άξονα του οδοστρώματος αυτής με το εμπρόσθιο μέρος του στραμμένο προς Βροντάδο και με ελαφρά κλίση προς το προαναφερθέν ζαχαροπλαστείο. Το ως άνω όχημα είχε σταθμεύσει προσωρινά στο συγκεκριμένο σημείο ο οδηγός του Ι.-Ι. Τ. του Χ., ηλικίας 25 ετών (γενν. το έτος 1991). Κατά τον ίδιο χρόνο, ο ενάγων, ηλικίας 35 ετών (γενν. το έτος 1981), οδηγούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα, κυλινδρισμού 1099 κυβ., ιδιοκτησίας του, επί της άνω οδού Καλουτά, με κατεύθυνση από Χίο προς Βροντάδο, φορώντας προστατευτικό κράνος. Η διπλής κατευθύνσεως οδός Καλουτά, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 7,20 μέτρων, ήτοι 3,50 μ. το ρεύμα πορείας προς Βροντάδο και 3,70 μ. το ρεύμα προς Χίο, είναι ασφαλτοστρωμένη και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της χωρίζονται με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, η οποία κατά τον άνω χρόνο ήταν φθαρμένη, στο δε ύψος του άνω ζαχαροπλαστείου η οδός είναι ευθεία και οριζόντια και έμπροσθεν του καταστήματος υπάρχει ο προαναφερθείς χώρος στάθμευσης, πλάτους 4,70 μέτρων. Κατά τον ως άνω χρόνο η κατάσταση της οδού Καλουτά ήταν ξηρά, επικρατούσε επαρκής δημοτικός φωτισμός, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών αραιή, η δε ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποιο εμπόδιο. Το όριο ταχύτητας για αμφότερα τα οχήματα ήταν 50 χ/ω, λόγω κατοικημένης περιοχής. Την ως άνω ώρα (21:15 περίπου), ο Ι.-Ι. Τ. επιβιβάστηκε στο υπ' αριθ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο και το έθεσε σε λειτουργία, κινούμενος προς το οδόστρωμα της οδού Καλουτά, ήτοι προς τα αριστερά, στη δε νοητή γραμμή που χωρίζει το χώρο στάθμευσης από το οδόστρωμα της οδού Καλουτά με κατεύθυνση προς Βροντάδο, διέκοψε προσωρινά την πορεία του, αναμένοντας τη διέλευση των οχημάτων που προσέγγιζαν στο σημείο, ώστε στη συνέχεια να εισέλθει κάθετα πρώτα σ' αυτό (δηλαδή στο ρεύμα πορείας προς Βροντάδο) και κατόπιν, αφού διέλθει και υπερβεί κάθετα τη διπλή συνεχή διαχωριστική διαγράμμιση, να εισέλθει με τον ίδιο τρόπο (κάθετα) και στο ρεύμα πορείας προς Χίο και να ενεργήσει σ' αυτό αριστερή στροφή, δηλαδή να ολοκληρώσει την επιθυμητή γι' αυτόν αναστροφή, για να κατευθυνθεί προς την πόλη της Χίου, παρόλο που στο συγκεκριμένο σημείο αυτό απαγορεύεται, λόγω της υφιστάμενης συνεχούς διπλής διαχωριστικής διαγράμμισης. Αφού διήλθε ένα αυτοκίνητο, που κινούνταν προς Βροντάδο, και στη συνέχεια ένα δίκυκλο, που κινούνταν στο αντίθετο, προς Χίο, ρεύμα κυκλοφορίας, ο Ι.-Ι. Τ., αμέσως μετά τη διέλευση του τελευταίου δικύκλου, αν και αντιλήφθηκε στο προς Βροντάδο ρεύμα κυκλοφορίας τα φώτα της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος που πλησίαζε, δεν ακινητοποίησε το όχημα του ώστε να παραχωρήσει την προτεραιότητα διέλευσης στην τελευταία (μοτοσικλέτα), η οποία κινούνταν κανονικά στην ευθεία πορεία της, αλλά υπολογίζοντας εσφαλμένα ότι είχε τα χρονικά και χωρικά περιθώρια για να εισέλθει στο οδόστρωμα, έθεσε εκ νέου σε κίνηση το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο επιχειρώντας απότομα και γρήγορα να διασχίσει κάθετα το προς Βροντάδο ρεύμα κυκλοφορίας και να ενεργήσει την άνω παράνομη στροφή προς τα αριστερά (αναστροφή). Ενώ όμως ενεργούσε τον εν λόγω παράνομο ελιγμό και βρισκόταν στο μέσο περίπου της οδού Καλουτά, σε θέση κάθετη προς το οδόστρωμα, προσέκρουσε στο αριστερό τμήμα του άνω αυτοκινήτου, ήτοι. στο ύψος της πόρτας του οδηγού και του εμπρόσθιου αριστερού φτερού, η υπ' αριθ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων, της οποίας έφραξε κάθετα την πορεία, παρά το διπλό αποφευκτικό ελιγμό που ενήργησε ο ενάγων με τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας και κλίση της πορείας του προς τα αριστερά, ο οποίος, ωστόσο, δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα γιατί ο οδηγός του αυτοκινήτου συνέχισε την αντικανονική και παράνομη ενέργεια και δεν σταμάτησε να κινείται ακόμη και όταν ο ενάγων αναβόσβησε τα φώτα της προειδοποιητικά και βρισκόταν πλέον σε ελάχιστη απόσταση. Εξ αιτίας δε της σύγκρουσης, το επιβατικό αυτοκίνητο μετακινήθηκε μόλις 0,50 εκ. μ. και η μοτοσικλέτα βρέθηκε ακινητοποιημένη αριστερά από την εμπρόσθια αριστερή πόρτα του πρώτου οχήματος. Συνεπεία της σύγκρουσης αυτής υπέστησαν υλικές ζημίες τα ως άνω οχήματα και τραυματίσθηκε σοβαρά ο ενάγων. Από τις παραπάνω οδικές συνθήκες και τις οδηγητικές συμπεριφορές των άνω δύο οδηγών των εμπλεκόμενων στο εξεταζόμενο ατύχημα δύο οχημάτων, που προκύπτουν από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών των άνω οχημάτων, οι οποίοι δεν κατέβαλαν, ως όφειλαν, την επιμέλεια και προσοχή, που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από τις ίδιες συνθήκες οδήγησης. Συγκεκριμένα, ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι.-Ι. Τ., ηλικίας, κατά τον ανωτέρω χρόνο, 25 ετών, τυγχάνει υπαίτιος κατά ποσοστό 80% διότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2, 23 παρ. 2, 4, 26 παρ. 5β, 5 παρ. 8β του Κ.Ο.Κ, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να δύναται κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά ενήργησε παράνομο αριστερό ελιγμό (αναστροφή), με πρόθεση να εισέλθει στο προς Χίο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Καλουτά (ήτοι στο αντίθετο ρεύμα από εκείνο στο οποίο κινούνταν ο ενάγων), παραβιάζοντας τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή που υπάρχει στο εν λόγω σημείο, την ύπαρξη της οποίας γνώριζε καίτοι ήταν φθαρμένη, ενώ δεν υπολόγισε ορθώς την απόσταση μεταξύ της μοτοσικλέτας του ενάγοντος και του αυτοκινήτου που αυτός οδηγούσε, σε συνδυασμό και με την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, και δεν ανέμενε τη διέλευση της τελευταίας, η οποία κινούμενη ευθεία στην άνω οδό, είχε προτεραιότητα έναντι του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο εξερχόταν από θέση στάθμευσης, αλλά ενήργησε τον άνω ελιγμό, χωρίς να βεβαιωθεί ότι είχε στη διάθεση του επαρκή προς τούτο χρονικά και χωρικά περιθώρια και ότι με την ενέργεια του αυτή δεν θα παρεμπόδιζε την κίνηση των λοιπών χρηστών της οδού, εν προκειμένω της οδηγούμενης από τον ενάγοντα δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία πλησίαζε στο ύψος του άνω ζαχαροπλαστείου και βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση, περί τα 15 μ., από το σημείο της εισόδου του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να φράξει κάθετα την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας και τελικώς η τελευταία να προσκρούσει στο ΙΧΕ αυτοκίνητο και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα. Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του ΚΟΚ από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου αποδεικνύεται αδιστάκτως ότι τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ατύχημα. Συνυπαίτιος, όμως, κατά το υπόλοιπο ποσοστό (20%) τυγχάνει και ο παθών ενάγων οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.3, και 20 παρ.1 του Κ.Ο.Κ, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κατά το χρόνο της σύγκρουσης, με την αυξημένη ταχύτητα των 72 χ/ω, (διαπιστώθηκε ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας του ενάγοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ανερχόταν στα 72/ω, σύμφωνα με τη σημείωση επί της φωτογραφίας Β, που λήφθηκε από τους επιληφθέντες του ατυχήματος αστυνομικούς ανακριτικούς υπαλλήλους από την κάμερα παρακείμενου καταστήματος, χωρίς το αποδεικτικό αυτό στοιχείο να αντικρούεται ειδικά και τεκμηριωμένα από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο), ήτοι με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, την οποία δεν μείωσε ενόψει και της νυκτερινής ώρας, με συνέπεια, να μη δυνηθεί να αντιδράσει με αποτελεσματικούς αποφευκτικούς ελιγμούς, όπως θα ήταν σε θέση αν οδηγούσε με ταχύτητα μέσα στα επιτρεπόμενα όρια, ακόμη και με τη μέγιστη επιτρεπόμενη των 50 χ/ω, αλλά να αναγκαστεί υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, να ενεργήσει, ορθώς μεν αλλά, βεβιασμένα και ενστικτωδώς τον, κατά τα προαναφερθέντα, διπλό αποφευκτικό ελιγμό, με τροχοπέδηση και κλίση της πορείας του προς τα αριστερά, και να επιπέσει στο ΙΧΕ αυτοκίνητο. Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του ΚΟΚ από τον ενάγοντα οδηγό αποδεικνύεται επαρκώς από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό ότι συνετέλεσε κατά το άνω ποσοστό (20%) στην επελθούσα σύγκρουση. Ωστόσο, αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η εκ μέρους του ενάγοντος οδηγού προηγούμενη μικρή κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, αφού στο αίμα του βρέθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,58%ο κατά την πρώτη μέτρηση και 0,59%ο κατά τη δεύτερη, με τη μέθοδο της αιμοληψίας (βλ. τα υπ' αριθ. πρωτ. …./…/…./…..2.2016 και …/…./…/ ….4.2016 έγγραφα ανακοίνωσης αποτελέσματος εξέτασης αίματος του Τμήματος Τροχαίας Χίου), δε συνετέλεσε ούτε συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση, όπως εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, δεδομένου ότι η κάθετη είσοδος του επιβατικού αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας που κινούνταν ο ενάγων πραγματοποιήθηκε όταν το όχημα του τελευταίου είχε πλησιάσει σε πολύ μικρή απόσταση το σημείο της εισόδου του επιβατικού αυτοκινήτου στο οδόστρωμα και περιόριζε, αντικειμενικά, χρονικά και τοπικά τα περιθώρια αποτελεσματικής αντίδρασης ακόμη και αν ο ίδιος δεν είχε προηγουμένως καταναλώσει την ανωτέρω ποσότητα αλκοολούχων ποτών, εφόσον αυτή κρίνεται ότι δεν μείωσε την ικανότητα του οδήγησης, δεν επέδρασε στην οδηγική του συμπεριφορά, και άρα ούτε στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο υπό τις ανωτέρω περιστάσεις θα είχε συμβεί έστω και αν ο ενάγων δεν είχε καταναλώσει την άνω ποσότητα αλκοόλ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι ο ενάγων υπήρξε συνυπαίτιος της σύγκρουσης σε ποσοστό 20%, κατά μερική παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης περί συνυπαιτιότητας αυτού κατά ποσοστό 95% και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ιδίας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, δεν έσφαλε στην κρίση του, έσφαλε όμως εν μέρει ως προς την αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση (ΚΠολΔ 534), αφού δέχθηκε ότι, πέραν της χωρίς σύνεση οδήγησης, με αυξημένη ταχύτητα του οχήματος του, όπως δέχθηκε και το παρόν Δικαστήριο, η ανωτέρω κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της σύγκρουσης γιατί επηρέασε την οδηγική του ικανότητα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος ότι η ένδικη σύγκρουση οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ΙΧΕ αυτοκινήτου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, και ο, αντίθετος, πρώτος λόγος της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε τους ισχυρισμούς της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος άλλως περί συνυπαιτιότητας αυτού σε ποσοστό τουλάχιστον 95% στο ένδικο ατύχημα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του κατά το χρόνο του ατυχήματος με ταχύτητα τουλάχιστον 96-115 χ/ω (επικαλούμενη προς τούτο την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε κατ' εντολή της, από τον πραγματογνώμονα Β. Κ., μηχανικό, ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας ανταπόδειξης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο οποίος υπολογίζει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας κατά τον κρίσιμο χρόνο σε 120 χ/ω) είναι αβάσιμος, διότι από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι:7 α) τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα στην περίπτωση αυτή δεν θα παρέμεναν στο σημείο της σύγκρουσης, αλλά θα είχαν ακινητοποιηθεί σε πολύ μεγάλη απόσταση/ β) θα είχε τραυματισθεί και ο οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενώ τούτο δεν συνέβη αν και η μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα επέπεσε στην πόρτα που βρίσκεται στη δική του θέση, γ) το σώμα του ενάγοντος θα είχε εκτιναχθεί πάνω από το ζημιογόνο αυτοκίνητο και ενδεχομένως ο τραυματισμός του να ήταν θανάσιμος και δ) το ζημιογόνο αυτοκίνητο θα είχε περιστραφεί και θα βρισκόταν σε μακρινή απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης. Όμως, το γεγονός ότι τα δύο ανωτέρω εμπλακέντα οχήματα παρέμειναν στον τόπο της σύγκρουσης, κινηθέντος του εξ αυτών ζημιογόνου αυτοκινήτου μόλις περί τα 0,50 μ., καθώς και ότι ο οδηγός του τελευταίου οχήματος ουδόλως τραυματίστηκε αν και το αυτοκίνητο του εμβολίσθηκε κάθετα από τη μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα (1099 κυβ. εκ.) στην αριστερή πλευρά του και δη επί της πόρτας του οδηγού, καταδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας του ενάγοντος σε καμία περίπτωση δεν υπερέβαινε εκείνη των 72 χ/ω .Εξάλλου, το επικαλούμενο από την εναγομένη γεγονός προς θεμελίωση του πρώτου λόγου της κρινόμενης έφεσης της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, είναι μεν βάσιμο, όμως ουδόλως την ωφελεί ώστε να κλονίσει την περί υπαιτιότητας ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, καθώς, όπως πλήρως αποδείχθηκε κατά τα προαναφερθέντα, η κάθετη είσοδος του επιβατικού αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας που κινούνταν ο ενάγων πραγματοποιήθηκε όταν η μοτοσικλέτα του τελευταίου είχε πλησιάσει σε πολύ μικρή απόσταση το σημείο της εισόδου του επιβατικού αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, ήτοι περί τα 15 μ., με αποτέλεσμα να μην υφίστανται εκ των πραγμάτων χρονικά και χωρικά περιθώρια αντίδρασης του ενάγοντος από μεγαλύτερη απόσταση, η δε είσοδος του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν έγινε εντελώς αδικαιολόγητα ούτε διότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 4 του ΚΟΚ, όπως εντελώς αβάσιμα επικαλείται η εναγομένη με το υπό στοιχ. 2.3.α σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης της, αλλά υπήρξε εκ των πραγμάτων επιβεβλημένος αποφευκτικός ελιγμός ενόψει της εκ δεξιών του και σε μικρή απόσταση παράνομης κίνησης του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, εισήλθε απότομα και σχετικά γρήγορα στο οδόστρωμα, κλείνοντας κάθετα το ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας και δεν ακινητοποιήθηκε παρά την εναλλαγή των φώτων της μοτοσικλέτας αλλά συνέχιζε την πορεία του. Άλλωστε, λόγω της απότομης και γρήγορης κάθετης εισόδου του ασφαλισμένου στην εναγομένη ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας που κινούνταν ο ενάγων, ενώ η μοτοσικλέτα του τελευταίου είχε πλησιάσει σε πολύ μικρή απόσταση το σημείο της εισόδου του επιβατικού αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή η πορεία του αυτοκινήτου από μεγάλη απόσταση, όπως εντελώς αβάσιμα διατείνεται η εναγομένη, γεγονός που προκύπτει, εναργώς, ιδιαίτερα από τον ανωτέρω ψηφιακό δίσκο (cd) απεικόνισης της κυκλοφορίας επί της οδού Καλουτά στο συγκεκριμένο τμήμα της κατά τον ανωτέρω χρόνο και καταγραφής της σύγκρουσης, ο οποίος επαναπροσκομίζεται εκτός από ηλεκτρονική και σε εκτυπωμένη μορφή καρέ-καρέ, και προκύπτουν οι ακόλουθες φάσεις της κίνησης οχημάτων, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω και συγκεκριμένα ότι: Στις 21.48.10" διέρχεται δίκυκλο όχημα από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προς Χίο, το οποίο αναμένει ο οδηγός Ι.-Ι. Τ. να διέλθει και αμέσως εκκινεί απότομα και σχετικά γρήγορα χωρίς να ελέγξει προφανώς, από αριστερά του, ενώ τα φώτα της μοτοσικλέτας του ενάγοντος είναι σε απόσταση περί τα 15 μέτρα και είναι ορατά πλέον σε κοντινή απόσταση. Στις 21:48:11" τα φώτα της μοτοσικλέτας του ενάγοντος είναι πλέον σε πολύ κοντινή απόσταση και αναβοσβήνουν προειδοποιώντας τον άνω οδηγό να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο ώστε να διέλθει η μοτοσικλέτα. Στις 21:48:12" το ζημιογόνο όχημα συνεχίζει ακάθεκτο την πορεία του, με τη μοτοσικλέτα του ενάγοντος να βρίσκεται σε απόσταση επαφής πλέον και παρά την προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης προς τα αριστερά να συγκρούεται εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας, καθώς το ΙΧΕ αυτοκίνητο συνέχιζε την πορεία του, με την έλευση δε της 21:48:13" τα δύο οχήματα έχουν πλέον συγκρουσθεί και ακινητοποιηθεί.Ακόμη από τον ίδιο ψηφιακό δίσκο προκύπτει ότι ενώ ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε την ευχέρεια να διαπιστώσει την κίνηση της μοτοσικλέτας πριν από τη είσοδο του στο οδόστρωμα, καθώς στο χρονικό σημείο 21:48:10", πρώτα φαίνονται τα φώτα της μοτοσικλέτας και ύστερα εκκινεί ο εν λόγω οδηγός να εισέρχεται κάθετα στο οδόστρωμα της οδού Καλουτά, δεν προέβη ούτε σε στοιχειώδη έλεγχο της κίνησης των οχημάτων επί του ρεύματος προς Βροντάδο μετά τη διέλευση του άνω κινούμενου προς Χίο δικύκλου, αλλά προφανώς έλεγξε μόνο για τυχόν κινούμενα οχήματα επί του αντίθετου ρεύματος, ήτοι προς την πόλη της Χίου, αφού αμέσως μετά τη διέλευση του άνω δικύκλου προς Χίο, εισήλθε κάθετα στο οδόστρωμα. Τέλος, το επικαλούμενο από την εναγομένη γεγονός ότι ο ενάγων κινούνταν με τη μοτοσικλέτα του παραπλεύρως του μέσου και της διαγράμμισης επί του οδοστρώματος, ενώ όφειλε να κινείται στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος, ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του Κ.Ο.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων και ιδιαίτερα στο κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οδηγών και της υπάρξεως του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των οδηγών των οχημάτων και της συγκρούσεως που επακολούθησε, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών, που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα: α) περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, β) προσδιορίζεται επακριβώς το σημείο όπου αρχικά βρισκόταν προσωρινά σταθμευμένο το ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ι. - Ι. Τ. και ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα, η κίνησή του ακόλουθως προς το οδόστρωμα της διπλής κατευθύνσεως οδού Καλουτά, με πρόθεση να εισέλθει κάθετα πρώτα στο ρεύμα πορείας προς Βροντάδο και κατόπιν, αφού διέλθει και υπερβεί κάθετα τη διπλή συνεχή διαχωριστική διαγράμμιση, να εισέλθει με τον ίδιο τρόπο (κάθετα) και στο ρεύμα πορείας προς Χίο και να ενεργήσει σ' αυτό αριστερή στροφή, δηλαδή να ολοκληρώσει την επιθυμητή γι' αυτόν αναστροφή, για να κατευθυνθεί προς την πόλη της Χίου, γ) περιγράφεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων, δ) αναπτύσσονται οι κινήσεις που ενήργησε ο οδηγού του άνω αυτοκινήτου εκκινώντας από τη θέση στάθμευσης και εισερχόμενος κάθετα στο οδόστρωμα της άνω οδού, προκειμένου να πραγματοποιήσει την άνω αναστροφή, παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε στο προς Βροντάδο ρεύμα κυκλοφορίας τα φώτα της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος που πλησίαζε, ε) αναφέρονται οι αποφευκτικές της σύγκρουσης ενέργειες του ενάγοντος, οι οποίες ωστόσο, δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, γιατί ο οδηγός του αυτοκινήτου συνέχισε την αντικανονική του κίνηση και δεν σταμάτησε να κινείται ακόμη και όταν ο ενάγων αναβόσβησε τα φώτα της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε, προειδοποιητικά και βρισκόταν πλέον σε ελάχιστη απόσταση, στ) περιγράφεται το σημείο της σύγκρουσης και η θέση των οχημάτων μετά από αυτή, ζ) αναλύεται η αμελής συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, καθώς και αυτή του ενάγοντος, η) προσδιορίζεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών των άνω οχημάτων, οι οποίοι δεν κατέβαλαν, ως όφειλαν, την επιμέλεια και προσοχή, που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από τις ίδιες συνθήκες οδήγησης και αποδίδεται ποσοστό συνυπαιτιότητας 80% στον οδηγό του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και ποσοστό 20% στον ενάγοντα και θ) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων καθενός ευθυνόμενου οδηγού προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται με επάρκεια και σαφήνεια η αμελής συμπεριφορά: Α) του οδηγού του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου συνισταμένη στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να δύναται κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά ενήργησε παράνομο αριστερό ελιγμό (αναστροφή), με πρόθεση να εισέλθει στο προς Χίο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Καλουτά (ήτοι στο αντίθετο ρεύμα από εκείνο στο οποίο κινούνταν ο ενάγων), παραβιάζοντας τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή που υπάρχει στο εν λόγω σημείο, την ύπαρξη της οποίας γνώριζε καίτοι ήταν φθαρμένη, ενώ δεν υπολόγισε ορθώς την απόσταση μεταξύ της μοτοσικλέτας του ενάγοντος και του αυτοκινήτου που αυτός οδηγούσε, σε συνδυασμό και με την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, και δεν ανέμενε τη διέλευση της τελευταίας, η οποία κινούμενη ευθεία στην άνω οδό, είχε προτεραιότητα έναντι του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο εξερχόταν από θέση στάθμευσης, αλλά ενήργησε τον άνω ελιγμό, χωρίς να βεβαιωθεί ότι είχε στη διάθεση του επαρκή προς τούτο χρονικά και χωρικά περιθώρια και ότι με την ενέργειά του αυτή δεν θα παρεμπόδιζε την κίνηση των λοιπών χρηστών της οδού, εν προκειμένω της οδηγούμενης από τον ενάγοντα δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία πλησίαζε στο ύψος του άνω ζαχαροπλαστείου και βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση, περί τα 15 μ., από το σημείο της εισόδου του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να φράξει κάθετα την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας και τελικώς η τελευταία να προσκρούσει στο ΙΧΕ αυτοκίνητο και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα, ενώ περαιτέρω διευκρινίζεται ότι η παράβαση των ανωτέρω μνημονευόμενων διατάξεων του ΚΟΚ από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου τελεί αδιστάκτως σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ατύχημα. Και Β) του ενάγοντος συνισταμένη στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κατά το χρόνο της σύγκρουσης, με την αυξημένη ταχύτητα των 72 χ/ω, ήτοι με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, την οποία δεν μείωσε ενόψει και της νυκτερινής ώρας, με συνέπεια, να μη δυνηθεί να αντιδράσει με αποτελεσματικούς αποφευκτικούς ελιγμούς, όπως θα ήταν σε θέση αν οδηγούσε με ταχύτητα μέσα στα επιτρεπόμενα όρια, ακόμη και με τη μέγιστη επιτρεπόμενη των 50 χ/ω, αλλά να αναγκαστεί υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, να ενεργήσει, ορθώς μεν αλλά, βεβιασμένα και ενστικτωδώς τον, κατά τα προαναφερθέντα, διπλό αποφευκτικό ελιγμό, με τροχοπέδηση και κλίση της πορείας του προς τα αριστερά, και να επιπέσει στο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ενώ περαιτέρω επίσης διευκρινίζεται ότι η παράβαση των ανωτέρω μνημονευόμενων διατάξεων του ΚΟΚ από τον ενάγοντα οδηγό συνετέλεσε κατά το άνω ποσοστό (20%) στην επελθούσα σύγκρουση. Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς καθενός των οδηγών των ανωτέρω οχημάτων και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας συνυπαίτιους αυτούς, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε καθένας από αυτούς, σε συνδυασμό με την παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2, 23 παρ. 2, 4, 26 παρ. 5β και 5 παρ. 8α του Κ.Ο.Κ, όσον αφορά τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.3 και 20 παρ.1 του Κ.Ο.Κ, όσον αφορά τον ενάγοντα. Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: 1) Ουδεμία αντίφαση και διάσταση μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει, όσον αφορά την ταχύτητα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων και του χρόνου και της απόστασης αυτής από το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, όταν ο οδηγός του τελευταίου εισήλθε κάθετα στο ρεύμα πορείας προς Βροντάδο της οδού Καλουτά, που να επιφέρει εσφαλμένη εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων του ΚΟΚ, που εφαρμόστηκαν και έλλειψη νόμιμης βάσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες, σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ταχύτητα, που είχε αναπτύξει ο ενάγων πριν το ατύχημα, ανερχόταν σε 72 χ/ω και η κάθετη είσοδος του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας όπου κινείτο ο ενάγων, πραγματοποιήθηκε όταν η μοτοσικλέτα του τελευταίου είχε πλησιάσει σε απόσταση περί τα 15 μέτρα, με αποτέλεσμα να μην υφίστανται χρονικά και χωρικά περιθώρια αντίδρασης του ενάγοντος από μεγαλύτερη απόσταση, τα ανωτέρω δε ουδόλως αντιτίθενται και αναιρούνται από την ανάλυση των φάσεων κινήσεως του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου αμέσως πριν τη σύγκρουση, που γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τον μνημονευόμενο σ' αυτή ψηφιακό δίσκο, καθόσον η ανάλυση αυτή γίνεται με σημείο αναφοράς το πότε φάνηκαν τα φώτα της μοτοσικλέτας του ενάγοντος στο οπτικό πεδίο του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και όχι με σημείο αναφοράς την απόσταση των δύο ανωτέρω οχημάτων κατά το χρόνο που έγινε η κάθετη είσοδος του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας όπου κινείτο ο ενάγων, η τελευταία δε αυτή απόσταση, σύμφωνα με τις ως άνω ρητές, σαφείς και μη αντιφατικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν περί τα 15 μέτρα. Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αριθμ. 1 ΚΠολΔ). 2) Δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας το Εφετείο να αναφέρει πως ο οδηγός του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου γνώριζε την ύπαρξη της διπλής συνεχούς διαχωριστικής γραμμής επί της οδού Καλουτά, η οποία υπήρχε στο σημείο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η υφισταμένη στο άνω σημείο διπλή συνεχής διαχωριστική γραμμή, ήταν απλώς φθαρμένη και όχι πλήρως αποχρωματισμένη, ούτε μη ορατή και αντιληπτή, οπότε δεν υφίσταται ανεπάρκεια αιτιολογίας εκ του λόγου αυτού και συνεπώς η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμη. 3) Το ότι στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αναγράφεται εσφαλμένα η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 περ. β' του ΚΟΚ και όχι εκείνη της παρ. 8 περ. α' του ιδίου άρθρου, που πράγματι εφαρμόστηκε από το Εφετείο, ενόψει των ως άνω ρητών και σαφών παραδοχών του ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, παραβίασε τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή της οδού Καλουτά, η οποία υπήρχε στο σημείο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας και συνεπώς η εν λόγω αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτη. 4) Ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας και συνεπώς η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι ο καθορισμός των ποσοστών συνυπαιτιότητας των εμπλεκομένων οδηγών, από το Εφετείο, είναι εσφαλμένος, άλλως τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τη βαρύτητα των επιμέρους παραβάσεων των άνω οδηγών, είναι απαράδεκτη. 5) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ενάγων δεν αντέδρασε με αποτελεσματικούς αποφευκτικούς ελιγμούς και της άλλης παραδοχής της ότι ο ενάγων υπό τις ανωτέρω περιστάσεις αναγκάστηκε να ενεργήσει ορθώς μεν αλλά βεβιασμένα και ενστικτωδώς διπλό αποφευκτικό ελιγμό και τούτο διότι, όπως διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η μη αποτελεσματικότητα των αποφευκτικών ελιγμών του ενάγοντος οφείλεται και ανάγεται μόνο στην αυξημένη ταχύτητα των 72 χ/ω, σε σχέση με την επιτρεπόμενη των 50 χ/ω, με την οποία οδηγούσε ο ενάγων, για την οποία πράγματι του καταλογίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ευθύνη για τη σχετική παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ και δεν ανάγεται, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο, σε άλλη παράβαση του ΚΟΚ και δη σε αυτή του άρθρου 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, ώστε να του αποδοθεί ευθύνη και για αυτή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ενώ περαιτέρω σύμφωνα με τις σαφείς και μη αντιφατικές προς τα ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο ενάγων ενήργησε ορθώς διπλό αποφευκτικό ελιγμό με τροχοπέδηση και κλίση της πορείας του προς τα αριστερά, ο οποίος, ωστόσο, δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα, γιατί ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου συνέχισε την αντικανονική και παράνομη ενέργεια και δεν σταμάτησε να κινείται ακόμη και όταν ο ενάγων αναβόσβησε τα φώτα της προειδοποιητικά και βρισκόταν πλέον σε ελάχιστη απόσταση. Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αριθμ. 1 ΚΠολΔ). 6) Κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο ενάγων ενήργησε διπλό αποφευκτικό ελιγμό: α) με τροχοπέδηση, οπότε δεν συντρέχει, κατά τις παραδοχές αυτές, παράβαση του άρθρου 19 παρ. 2 του ΚΟΚ και β) με κλίση της πορείας του προς τα αριστερά, η οποία κρίθηκε ότι ήταν εκ των πραγμάτων επιβεβλημένη ενόψει της εκ δεξιών του και σε μικρή απόσταση παράνομης κίνησης του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, και όχι ότι αυτό οφείλεται στο ότι ο ενάγων δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, οπότε δεν συντρέχει, κατά τις παραδοχές αυτές, παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 του ΚΟΚ. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ και το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές, είναι αβάσιμες. 7) Σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) το γεγονός ότι ο ενάγων δεν κινείτο με τη μοτοσικλέτα του στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος, ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και β) η σύγκρουση έλαβε χώρα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καθώς η κάθετη είσοδος του επιβατικού αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας, που κινούνταν ο ενάγων, πραγματοποιήθηκε όταν η μοτοσικλέτα του τελευταίου είχε πλησιάσει σε πολύ μικρή απόσταση το σημείο της εισόδου του επιβατικού αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, ήτοι περί τα 15 μέτρα, με αποτέλεσμα να μην υφίστανται εκ των πραγμάτων χρονικά και χωρικά περιθώρια αντίδρασης του ενάγοντος από μεγαλύτερη απόσταση, η δε είσοδος του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν έγινε εντελώς αδικαιολόγητα, ούτε διότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 4 του ΚΟΚ, αλλά υπήρξε εκ των πραγμάτων επιβεβλημένος αποφευκτικός ελιγμός ενόψει της εκ δεξιών του και σε μικρή απόσταση παράνομης κίνησης του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο εισήλθε απότομα και σχετικά γρήγορα στο οδόστρωμα, κλείνοντας κάθετα το ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας και δεν ακινητοποιήθηκε παρά την εναλλαγή των φώτων της μοτοσικλέτας, αλλά συνέχιζε την πορεία του. Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συντρέχει παράβαση των άρθρων 16 παρ. 1 και 4 και 5 παρ. 8 περ. α' του ΚΟΚ. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων του ΚΟΚ και το Εφετείο παρέλειψε να τις εφαρμόσει, είναι αβάσιμες. 8) Κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εκ μέρους του ενάγοντος οδηγού προηγούμενη μικρή κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, αφού στο αίμα του βρέθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 58%ο κατά την πρώτη μέτρηση και 0,59%ο κατά τη δεύτερη, με τη μέθοδο της αιμοληψία, δεν συνετέλεσε ούτε συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση, δεδομένου ότι η κάθετη είσοδος του επιβατικού αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας που κινούνταν ο ενάγων πραγματοποιήθηκε όταν το όχημα του τελευταίου είχε πλησιάσει σε πολύ μικρή απόσταση το σημείο της εισόδου του επιβατικού αυτοκινήτου στο οδόστρωμα και περιόριζε, αντικειμενικά, χρονικά και τοπικά τα περιθώρια αποτελεσματικής αντίδρασης, ακόμη και αν ο ίδιος δεν είχε προηγουμένως καταναλώσει την ανωτέρω ποσότητα αλκοολούχων ποτών, εφόσον αυτή κρίνεται ότι δεν μείωσε την ικανότητα του οδήγησης, δεν επέδρασε στην οδηγική του συμπεριφορά, και άρα ούτε στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο υπό τις ανωτέρω περιστάσεις θα είχε συμβεί έστω και αν ο ενάγων δεν είχε καταναλώσει την άνω ποσότητα αλκοόλ. Με βάση τις παραδοχές αυτές και ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό στην προσβαλλόμενη απόφαση της κατανάλωσης οινοπνεύματος από τον ενάγοντα ως μικρής, το Εφετείο με σαφή, επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ανωτέρω κατανάλωση οινοπνεύματος δεν μείωσε την ικανότητα οδήγησης του ενάγοντος, δεν επέδρασε στην οδηγική του συμπεριφορά και τελικά δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα. Επομένως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ και της άνω ΚΥΑ είναι αβάσιμες. Εξάλλου, η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις άνω παραδοχές του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η υπό μέθη οδήγηση οχήματος επηρεάζει την οδηγική ικανότητα του οδηγού και συνεπώς υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επιδράσεως του οινοπνεύματος και του ατυχήματος, είναι απαράδεκτη, διότι η αποδιδόμενη αυτή αιτίαση, ως προς την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Και 9) Όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνονται στον πρώτο αναιρετικό λόγο απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως και της υπαιτιότητας των οδηγών, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών.

Συνεπώς όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α' Α.Κ., "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα, "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τη διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 210/2020, AΠ 67/2017, ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000). Στο νομοθετικό, εξάλλου, ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους περιλαμβάνονται και τα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, από σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα, αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον. Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθρου 298 Α.Κ., αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος από την παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία και συνεπώς, η ύπαρξη, της από αυτή αναφυόμενης, αξίωση (ΑΠ 67/2017, ΑΠ 600/2009). Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (ΑΠ 325/2016). Για να γίνει δεκτή η σχετική αξίωση πρέπει ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Είναι διαφορετικό ζήτημα, το θέμα αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη, οπότε στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΑΠ 1205/2018, ΑΠ 67/2017, ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 863/ 2013, ΑΠ 721/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά το αγωγικό κεφάλαιο που αφορά τα διαφυγόντα κέρδη και δη την απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξ αιτίας της ανικανότητάς του για εργασία, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ανελέγκτως τα εξής: "Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων, ηλικίας 35 ετών κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (γενν. το έτος 1981), εργαζόταν, πριν από τον τραυματισμό του, ως Μηχανικός Β' του Εμπορικού Ναυτικού στο πλοίο "Celebrity Infinity" της εταιρίας "Celebrity Cruises", έχοντας πτυχίο Μηχανικού Α' (βλ. το πιστοποιητικό του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, νόμιμα μεταφρασμένο από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, αντίγραφο της από 18.7.2015 σύμβασης εργασίας ναυτολόγησης μεταξύ της ως άνω εταιρίας "Celebrity Cruises" και του εκπροσώπου του ενάγοντος, κατ' άρθρο 211 ΑΚ, Maria Gristina Bejar Gallado, το φυλλάδιο ναυτικού του ενάγοντος, το από 5.12.2015 πιστοποιητικό υπηρεσίας του πλοιάρχου του ως άνω πλοίου περί ναυτολογήσεως του ενάγοντος από 19.7.2015 έως 5.12.2015, τις μισθοδοσίες του ενάγοντος της τελευταίας ως άνω ναυτολόγησής του, καθώς και το απόσπασμα του καταθετικού του λογαριασμού στην Τράπεζα CITIBANK, στον οποίο κατατίθεντο τα χρήματα της μισθοδοσίας του, και την από 1.12.2015 βεβαίωση της εταιρίας του ως άνω πλοίου για το πρόγραμμα πρόσληψης του ενάγοντος κατά το έτος 2016 και το ύψος των αποδοχών του, το οποίο θα πραγματοποιούσε αν δεν συνέβαινε το ένδικο ατύχημα. Συνεπεία του τραυματισμού του και της κατά τα ανωτέρω κατάστασης της υγείας του, ο ενάγων ήταν και θα είναι ανίκανος για την προαναφερθείσα εργασία, από το χρόνο του ατυχήματος (24.1.2016) και για μια πενταετία ακόμη τουλάχιστον, ήτοι μέχρι το έτος 2020, διάστημα κατά το οποίο απώλεσε και θα απωλέσει τα εισοδήματα, που θα είχε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του από το ένδικο ατύχημα, ενόψει και των προπαρασκευαστικών μέτρων που είχε λάβει, ανερχόμενα στο ποσό των 12.200 δολαρίων, ήτοι 10.856 ευρώ μηνιαίως, [η εκκαλουμένη έκρινε 10.200 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως δεν προσβάλλεται ως προς αυτό], κατά την ισοτιμία δολαρίου-ευρώ, 1 δολάριο ΗΠΑ=0,8898 ευρώ (βλ. δελτίο τιμών συναλλάγματος Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) κατά το χρόνο συντάξεως της αγωγής (22.9.2016), για τα έτη 2016, 2017 και 2018, κατά τα οποία θα εργαζόταν 10 μήνες ετησίως, ενώ από το έτος 2019 θα εργαζόταν ως Μηχανικός Α', 8 μήνες ετησίως, λόγω της δημιουργίας δικής του οικογένειας, που δεν θα του επέτρεπε να εργάζεται άνω των 8 μηνών, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή, με συνολικές μηνιαίες αποδοχές ύψους 20.000 δολαρίων, ήτοι 17.796 ευρώ με την ως άνω ισοτιμία, η εκκαλουμένη έκρινε 17.000 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως δεν προσβάλλεται ως προς αυτό (βλ. ιδιαίτερα, τις ως άνω μισθοδοτικές καταστάσεις και καταθετικό λογαριασμό του ενάγοντος και το από 1.12.2015 έγγραφο της εταιρίας Celebrity Cruises που αφορά την υπηρεσία και το μηνιαίο μισθό του για το έτος 2016, ως Μηχανικού B').

Συνεπώς κατά τα έτη 2016 έως και 2018 θα αποκόμιζε μηνιαίως 10.200 ευρώ επί 10 μήνες ετησίως και για τα έτη 2019 και 2020 το ποσό των 17.000 ευρώ μηνιαίως επί 8 μήνες ετησίως. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται για το διάστημα από 24.1.2016 και μέχρι την ημερομηνία κοινοποίησης της ένδικης αγωγής (29.9.2016) το συνολικό ποσό των 81.600 ευρώ (10.200 ευρώ Χ 8 μήνες), από το οποίο θα του επιδικασθεί το ποσό των 65.280 ευρώ (81.600 ευρώ Χ 80%), μετ' αφαίρεση του ποσοστού του αναλογούντος στη συνυπαιτιότητά του (20%). Για το μετά την επίδοση της αγωγής διάστημα, ήτοι από 30.9.2016 έως 31.12.2020, δικαιούται: α) για το διάστημα από 30.9.2016 έως και 31.12.2018, ήτοι για διάστημα 22 μηνών (2 μήνες από 30.9.2016 έως 31.12.2016 και 20 μήνες από 1.1.2017 έως 31.12.2018 ήτοι 2 έτη Χ 10 μήνες) το ποσό των (10.200 Χ 80%) 8.160 ευρώ μηνιαίως, καταβαλλομένων των κατά μήνα ως άνω 22 περιοδικών παροχών την τελευταία ημέρα κάθε μήνα των ετών που αντιστοιχούν, ήτοι την 31.10.2016 και 30.11.2016, όσον αφορά τους δύο (2) μήνες εργασίας του από 30.9.2016 έως 31.12.2016, την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός των δέκα (10) πρώτων μηνών του έτους 2017, ήτοι από 31.1.2017 έως 31.10.2017 και την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός των δέκα (10) πρώτων μηνών του έτους 2018, ήτοι από 31.1.2018 έως 31.10.2018, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης και μέχρι την εξόφληση, και β) για τα έτη 2019 και 2020, ήτοι για συνολικό διάστημα 16 μηνών (2 έτη Χ 8 μήνες), το ποσό των (17.000 X 80%) 13.600 ευρώ μηνιαίως, καταβαλλομένων των κατά μήνα ως άνω 16 περιοδικών παροχών την τελευταία ημέρα κάθε μήνα των ετών που αντιστοιχούν, ήτοι την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός των οκτώ (8) πρώτων μηνών του έτους 2019, ήτοι από 31.1.2019 έως 31.8.2019 και την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός των οκτώ (8) πρώτων μηνών του έτους 2020, ήτοι από 31.1.2020 έως 31.8.2020, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης και μέχρι την εξόφληση". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298 και 929 του Α.Κ., τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Και τούτο διότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς και επαρκώς: α) σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της ετήσιας διάρκειας της εργασίας του ενάγοντος και της εξ αυτής αποθετικής ζημίας του από απώλεια εισοδημάτων, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια, με βάση ποια στοιχεία και κριτήρια κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων θα εργαζόταν επί δέκα (10) μήνες κατά τα έτη 2016, 2017 και 2018 και επί οκτώ (8) μήνες κατά τα έτη 2019 και 2020, ενόψει μάλιστα και της μη αναφοράς της χρονικής διάρκειας της ετήσιας εργασίας του, ως ναυτικού, κατά τα προηγούμενα του ένδικου ατυχήματος, έτη, β) δεν αναφέρονται οι ειδικές περιστάσεις και ποια συγκεκριμένα ήταν τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί, ώστε να προσδοκώνται με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κέρδη και δη εισοδήματα από τη μελλοντική εργασία του ενάγοντος ως ναυτικού, γ) δεν διευκρινίζονται τα στοιχεία και τα περιστατικά με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων θα εργαζόταν κατά τα έτη 2019 και 2020 με την ειδικότητα του Μηχανικού Α', μη αρκούντος προς τούτο του γεγονότος και μόνο ότι αυτός κατείχε πτυχίο Μηχανικού Α' (αφού αν και το κατείχε εργαζόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ως Μηχανικός Β') και έτσι δεν μπορεί να εκτιμηθεί εάν η κατά τα άνω έτη μελλοντική προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος ως Μηχανικού Α', όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν πιθανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 298 Α.Κ., ή ήταν απλά ενδεχόμενη και δ) δεν αποσαφηνίζονται τα στοιχεία με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων θα εξακολουθούσε να εργάζεται όλα τα επόμενα του ατυχήματος έτη 2016, 2017, 2018, 2019 και 2020 στην ίδια αλλοδαπή εταιρεία και με τις ανωτέρω γενόμενες δεκτές αποδοχές. Κατά συνέπεια το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του, παρελκούσης της έρευνας των υπολοίπων πλημελλειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8, 9, 20 που περιλαμβάνονται στον ίδιο αυτό αναιρετικό λόγο.

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολομ. ΑΠ 9/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932), είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 944/2017). Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ. ΑΠ 9/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στο παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και επηρεάζουν το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής, αποφασίζεται (κατ` αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019). Είναι πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ` ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 441/2017, ΑΠ 158/2016). Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ. ΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και της απαίτησής του για πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ανελέγκτως τα εξής: " Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, αμέσως μετά το ατύχημα, τραυματισμένος διακομίσθηκε, με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, στο Γενικό Νοσοκομείο Χίου "ΣΚΥΛΙΤΣΕΙΟ", με τις κόρες των οφθαλμών σε μυδρίαση μη αντιδρώσες στο φως, εκφέροντας ακατάληπτους ήχους, όπου υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία, αξονική τομογραφία εγκεφάλου, θώρακος, άνω και κάτω κοιλίας, εκ των οποίων διαπιστώθηκε ότι υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πνευμονικές αιμορραγικές θλάσεις κορυφαίων τμημάτων κάτω λοβών άμφω, υπεζωκοτική συλλογή αριστερά, κάταγμα οπισθίων τόξων πλευρών αριστερά (6ης-2ης πλευράς), κάταγμα πήχεως (κερκίδας-ωλένης), ρήξη ήπατος με μικρή περιηπατική συλλογή και μικρή ποσότητα υγρού στις παρακολικές αύλακες άμφω, αδένωμα αριστερού επινεφριδίου και εισήχθη στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας του Νοσοκομείου. Στις 25.1.2016 μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ίδιου Νοσοκομείου και υποβλήθηκε εκ νέου σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, θώρακος, άνω και κάτω κοιλίας, από τις οποίες διαπιστώθηκαν πολλαπλές αιμορραγικές θλάσεις σε αμφότερα τα ημισφαίρια και στο γόνυ του μεσολοβίου (τύπου διάχυτης αξονικής βλάβης), στο πρόσθιο όριο γέφυρας-μέσου εγκεφάλου, οίδημα λευκής ουσίας δεξιού ημιωοειδούς κέντρου, δεξιού κροταφικού και μετωπιαίου λοβού, επέκταση των πυκνοατελεκτατικών αλλοιώσεων των κάτω λοβών με αεροβρογχόγραμμα, διάσπαρτες πνευμονικές πυκνώσεις άμφω και πυκνοατελεκτασία οπισθίου τμήματος δεξιού άνω λοβού, μικρός πνευμοθώρακας οπισθοστερνικά, κάταγμα συγχονδρώσεως σώματος- λαβής στέρνου, αιμαγγείωμα Θ6 σπονδύλου και τοποθετήθηκε σωλήνας παροχετεύσεως αριστερά, ελάχιστη ποσότητα υγρού στο κάτω χείλος του δεξιού λοβού του ήπατος, ευθειασμός ΑΜΣΣ, στένωση Α3-Α4 μεσοσπονδυλίου διαστήματος, προβολή εκφυλισμένου ΜΔ Α5-Α6 ενδοκαναλικά (βλ. και από 24.1.2016 εισιτήριο και από 25.1.2016 εξιτήριο του άνω Νοσοκομείου, τις υπ' αριθ. πρωτ. …/….2.2016 και …/….9.2016 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις, το ιστορικό ΜΑΦ και τα από 24.1.2016 και 25.1.2016 πορίσματα του εργαστηρίου απεικονιστικής ιατρικής του ιδίου Νοσοκομείου). Το απόγευμα (18.30) της 25.1.2016 μεταφέρθηκε με αεροδιακομιδή, διασωληνωμένος, από το άνω Νοσοκομείο Χίου στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο Ευαγγελισμός" με κακώσεις στην κεφαλή, αιμορραγικές θλάσεις, μικρή υπαραχνοειδή αιμορραγία, μικρού βαθμού εγκεφαλικό οίδημα, αιμορραγική συλλογή στο θώρακα για την οποία ετέθη θωρακικός σωλήνας, σύνοδες θλάσεις στα πνευμονικά πεδία και κάταγμα στέρνου, κακώσεις στην κοιλιακή χώρα με ρωγμώδεις ρήξεις ήπατος για τις οποίες έγινε συρραφή και αιμόσταση, ρήξη και αιμάτωμα μεσεντερίου στον τελικό ειλεό. Εισήχθη στη ΜΕΘ του άνω Νοσοκομείου διασωληνωμένος με καταστολή με μιδαζολάμη και μυοχάλαση, αιμοδυναμικά σταθερός και απύρετος, κόρες σε μέση θέση μη αντιδρώσες, έφερε δε δύο παροχετεύσεις στην κοιλία. Εξετάστηκε από νευροχειρουργούς οι οποίοι του τοποθέτησαν καθετήρα ενδοκράνιας πίεσης και συνέστησαν έναρξη αντιεπιληπτικής αγωγής, ενώ υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση μερικής ηπατεκτομής. Στις 27.1.2016 παρουσίασε επιδείνωση της ακτινολογικής εικόνας με διήθημα στο δεξιό άνω λοβό και διαπιστώθηκε η ύπαρξη πνευμεγκέφαλου. Υπήρξε δε επιπλοκή με βαρύτατο ards λόγω εισρόφησης κατά τη διασωλήνωση. Στις 5.2.2016 παρέμενε το εγκεφαλικό οίδημα, οι αιμορραγικές θλάσεις εμφάνιζαν φυσιολογική ωρίμανση, ενώ δεν διαπιστώθηκε πνευμεγκέφαλος.Στην κοιλία βρέθηκε τραυματικής αιτιολογίας παγκρεατίτιδα για την οποία συστήθηκε διακοπή της διεντερικής σίτισης και συντηρητική αντιμετώπιση, ενώ άνοιγε μόνος του τους οφθαλμούς, χωρίς όμως να αντιδρά στα επώδυνα. Ο ενάγων παρέμεινε σε καταστολή έως τις 9.2.2016, οπότε και βελτιώθηκε η οξυγόνωση και ήταν αιμοδυναμικά σταθερός. Στις 11.2.2016 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αντιβραχίου, στις 16.2.2016 σε τραχειοστομία, λόγω αδυναμίας αποδέσμευσης από το μηχανικό αερισμό. Έως τις 23.2.2016 έγινε προοδευτική μείωση της καταστολής, ενώ μπορούσε πλέον να εντοπίζει με το βλέμμα και να κινεί τα άκρα. Παράλληλα, διαπιστώθηκε θρόμβωση της αριστερής μηριαίας αρτηρίας. Από τις 24.2.2016 έως τις 29.2.2016 σιτιζόταν μέσω ρινογαστρικού σωλήνα. Στις 1.3.2016, έχοντας εμφανίσει κλινική βελτίωση και κατόπιν διακοπής της καταστολής, μεταφέρθηκε από τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας του Νοσοκομείου "Ο Ευαγγελισμός", όντας τετρακινητικός με αυτόματο άνοιγμα των οφθαλμών και δυνάμενος να εκτελεί παραγγέλματα. Κατά την παραμονή του στη ΜΑΦ ήταν απύρετος, εκτελούσε κινήσεις σκοπιμότητας με όλα τα άκρα πλην του αριστερού άνω άκρου, ενώ από τη μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου που έγινε διαπιστώθηκαν περιοχές παθολογικής έντασης μαγνητικού σήματος-οιδήματος μετωπιαία άμφω, κροταφικά δεξιά, βρεγματοϊνιακά δεξιά με κατά τόπους αιμορραγικά στοιχεία στον υπαραχνοειδή χώρο σε διαφορετικές φάσεις αποδόμησης και παθολογία της διάχυσης βρεγματοϊνιακά δεξιά. Επίσης, εμφανίζονταν εστίες παθολογικής έντασης μαγνητικού σήματος στο εγκεφαλικό σκέλος δεξιά, στο γόνυ του μεσολοβίου, μετωπιαία άμφω, χωρίς περιορισμό της διάχυσης και χωρίς πρόσληψη της παραμαγνητικής ουσίας στα πλαίσια αξονότμησης. Εμφάνιζε καλό επίπεδο συνείδησης, ομιλούσε, εκτελούσε, ήταν προσανατολισμένος και δεν έχρηζε βρογχοαναρροφήσεων, ήταν απύρετος και εξακολουθούσε να σιτίζεται μέσω ρινογαστρικού καθετήρα, είχε καλό επίπεδο επικοινωνίας και καλή διούρηση. Στις 21.3.2016 μεταφέρθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική με οδηγίες για συνέχιση της νοσηλείας του, υπολείπονταν δε κινητικά στο αριστερό άνω άκρο, εμφάνιζε πάρεση αριστερού προσωπικού κεντρικού τύπου και πάρεση υπογλωσσίου και ήπια υπερτονία κάτω άκρων και οστεοποιό μυοσίτιδα άνωθεν του δεξιού γόνατος. Από το Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" εξήλθε στις 20.4.2016, μετά από νοσηλεία 86 ημερών (βλ. ιδίως την υπ' αριθ. πρωτ. …/….9.2016 ιατρική βεβαίωση- γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Χίου "Σκυλίτσειο", το από 20.4.2016 ιατρικό πιστοποιητικό του Θεραπευτηρίου "Ευαγγελισμός"-Νευροχειρουργική Κλινική, το από 1.3.2016 ενημερωτικό εξόδου από τη ΜΕΘ, το από 21.3.2016 ενημερωτικό εξόδου από τη ΜΑΦ, την από 21.3.2016 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση και το από 22.7.2016 πιστοποιητικό νοσηλείας του ιδίου Νοσοκομείου, την από 26.3.2016 ιατρική γνωμάτευση του νευροχειρουργού του Νοσοκομείου "Ο Ευαγγελισμός" Ι. Π.. Την ίδια ημέρα (20.4.2016), που εξήλθε από το Νοσοκομείο "Ο Ευαγγελισμός", ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας "ANIMUS" της Λάρισας, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι τις 19.7.2016. Κατά την είσοδο του στο εν λόγω Κέντρο Αποκατάστασης παρουσίαζε πολύ καλό επίπεδο συνείδησης (GCS 15/15) και καλή επικοινωνία, μυϊκή ατροφία, ιδιαίτερα των κάτω άκρων και του αριστερού άνω άκρου, όπου παρουσίαζε και πάρεση λόγω βλάβης βραχιονίου πλέγματος, με σχεδόν καθόλου έλεγχο αυτού (αριστερού άνω άκρου), πολύ καλή μυϊκή ισχύ του δεξιού άνω άκρου, άλγος κατά την απαγωγή ώμου σε περίπου 80 μοίρες του αριστερού άνω άκρου και αδυναμία σε όλες τις μυϊκές ομάδες (κάμψη, έκταση, απαγωγή ώμου περίπου 2/5, κάμψη και έκταση αγκώνα περίπου 2/5, κάμψη ΠΧΚ και δακτύλων περίπου 1/5, έκταση ΠΧΚ και δακτύλων 0/5), καλό έλεγχο του κορμού και των κάτω άκρων, με μικρό περιορισμό σε έξω στροφή ισχίου δεξιού κάτω άκρου, χωρίς άλγος, διόγκωση σε δεξιό μηρόάνωθεν γόνατος (έκτοπη), χωρίς να επηρεάζει ROM γόνατος, μικρή ευαισθησία σε έσω πλάγιο δεξιού γόνατος. Κατά την παραμονή του στο άνω Κέντρο Αποθεραπείας υποβλήθηκε σε πρόγραμμα αποκατάστασης με φυσιοθεραπείες και συγκεκριμένα με ασκήσεις ενδυνάμωσης άκρων και ιδιαίτερα ενδυνάμωση δεξιού τετρακέφαλου και βελτίωση αισθητικότητας και ελέγχου δεξιού γόνατος, επανεκπαίδευση προτύπου βάδισης με έμφαση στις μεταφορές βάρους και τον έλεγχο του δεξιού γόνατος, ασκήσεις βελτίωσης ισορροπίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, αμέσως μετά το ατύχημα, τραυματισμένος διακομίσθηκε, με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, στο Γενικό Νοσοκομείο Χίου "ΣΚΥΛΙΤΣΕΙΟ", με τις κόρες των οφθαλμών σε μυδρίαση μη αντιδρώσες στο φως, εκφέροντας ακατάληπτους ήχους, όπου υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία, αξονική τομογραφία εγκεφάλου, θώρακος, άνω και κάτω κοιλίας, εκ των οποίων διαπιστώθηκε ότι υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πνευμονικές αιμορραγικές θλάσεις κορυφαίων τμημάτων κάτω λοβών άμφω, υπεζωκοτική συλλογή αριστερά, κάταγμα οπισθίων τόξων πλευρών αριστερά (6ης-2ης πλευράς), κάταγμα πήχεως (κερκίδας-ωλένης), ρήξη ήπατος με μικρή περιηπατική συλλογή και μικρή ποσότητα υγρού στις παρακολικές αύλακες άμφω, αδένωμα αριστερού επινεφριδίου και εισήχθη στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας του Νοσοκομείου. Στις 25.1.2016 μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ίδιου Νοσοκομείου και υποβλήθηκε εκ νέου σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, θώρακος, άνω και κάτω κοιλίας, από τις οποίες διαπιστώθηκαν πολλαπλές αιμορραγικές θλάσεις σε αμφότερα τα ημισφαίρια και στο γόνυ του μεσολοβίου (τύπου διάχυτης αξονικής βλάβης), στο πρόσθιο όριο γέφυρας-μέσου εγκεφάλου, οίδημα λευκής ουσίας δεξιού ημιωοειδούς κέντρου, δεξιού κροταφικού και μετωπιαίου λοβού, επέκταση των πυκνοατελεκτατικών αλλοιώσεων των κάτω λοβών με αεροβρογχόγραμμα, διάσπαρτες πνευμονικές πυκνώσεις άμφω και πυκνοατελεκτασία οπισθίου τμήματος δεξιού άνω λοβού, μικρός πνευμοθώρακας οπισθοστερνικά, κάταγμα συγχονδρώσεως σώματος- λαβής στέρνου, αιμαγγείωμα Θ6 σπονδύλου και τοποθετήθηκε σωλήνας παροχετεύσεως αριστερά, ελάχιστη ποσότητα υγρού στο κάτω χείλος του δεξιού λοβού του ήπατος, ευθειασμός ΑΜΣΣ, στένωση Α3-Α4 μεσοσπονδυλίου διαστήματος, προβολή εκφυλισμένου ΜΔ Α5-Α6 ενδοκαναλικά (βλ. και από 24.1.2016 εισιτήριο και από 25.1.2016 εξιτήριο του άνω Νοσοκομείου, τις υπ' αριθ. πρωτ. …/….2.2016 και …/….9.2016 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις, το ιστορικό ΜΑΦ και τα από 24.1.2016 και 25.1.2016 πορίσματα του εργαστηρίου απεικονιστικής ιατρικής του ιδίου Νοσοκομείου). Το απόγευμα (18.30) της 25.1.2016 μεταφέρθηκε με αεροδιακομιδή, διασωληνωμένος, από το άνω Νοσοκομείο Χίου στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο Ευαγγελισμός" με κακώσεις στην κεφαλή, αιμορραγικές θλάσεις, μικρή υπαραχνοειδή αιμορραγία, μικρού βαθμού εγκεφαλικό οίδημα, αιμορραγική συλλογή στο θώρακα για την οποία ετέθη θωρακικός σωλήνας, σύνοδες θλάσεις στα πνευμονικά πεδία και κάταγμα στέρνου, κακώσεις στην κοιλιακή χώρα με ρωγμώδεις ρήξεις ήπατος για τις οποίες έγινε συρραφή και αιμόσταση, ρήξη και αιμάτωμα μεσεντερίου στον τελικό ειλεό. Εισήχθη στη ΜΕΘ του άνω Νοσοκομείου διασωληνωμένος με καταστολή με μιδαζολάμη και μυοχάλαση, αιμοδυναμικά σταθερός και απύρετος, κόρες σε μέση θέση μη αντιδρώσες, έφερε δε δύο παροχετεύσεις στην κοιλία. Εξετάστηκε από νευροχειρουργούς οι οποίοι του τοποθέτησαν καθετήρα ενδοκράνιας πίεσης και συνέστησαν έναρξη αντιεπιληπτικής αγωγής, ενώ υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση μερικής ηπατεκτομής. Στις 27.1.2016 παρουσίασε επιδείνωση της ακτινολογικής εικόνας με διήθημα στο δεξιό άνω λοβό και διαπιστώθηκε η ύπαρξη πνευμεγκέφαλου. Υπήρξε δε επιπλοκή με βαρύτατο ards λόγω εισρόφησης κατά τη διασωλήνωση. Στις 5.2.2016 παρέμενε το εγκεφαλικό οίδημα, οι αιμορραγικές θλάσεις εμφάνιζαν φυσιολογική ωρίμανση, ενώ δεν διαπιστώθηκε πνευμεγκέφαλος. Στην κοιλία βρέθηκε τραυματικής αιτιολογίας παγκρεατίτιδα για την οποία συστήθηκε διακοπή της διεντερικής σίτισης και συντηρητική αντιμετώπιση, ενώ άνοιγε μόνος του τους οφθαλμούς, χωρίς όμως να αντιδρά στα επώδυνα. Ο ενάγων παρέμεινε σε καταστολή έως τις 9.2.2016, οπότε και βελτιώθηκε η οξυγόνωση και ήταν αιμοδυναμικά σταθερός. Στις 11.2.2016 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αντιβραχίου, στις 16.2.2016 σε τραχειοστομία, λόγω αδυναμίας αποδέσμευσης από το μηχανικό αερισμό. Έως τις 23.2.2016 έγινε προοδευτική μείωση της καταστολής, ενώ μπορούσε πλέον να εντοπίζει με το βλέμμα και να κινεί τα άκρα. Παράλληλα, διαπιστώθηκε θρόμβωση της αριστερής μηριαίας αρτηρίας. Από τις 24.2.2016 έως τις 29.2.2016 σιτιζόταν μέσω ρινογαστρικού σωλήνα. Στις 1.3.2016, έχοντας εμφανίσει κλινική βελτίωση και κατόπιν διακοπής της καταστολής, μεταφέρθηκε από τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας του Νοσοκομείου "Ο Ευαγγελισμός", όντας τετρακινητικός με αυτόματο άνοιγμα των οφθαλμών και δυνάμενος να εκτελεί παραγγέλματα. Κατά την παραμονή του στη ΜΑΦ ήταν απύρετος, εκτελούσε κινήσεις σκοπιμότητας με όλα τα άκρα πλην του αριστερού άνω άκρου, ενώ από τη μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου που έγινε διαπιστώθηκαν περιοχές παθολογικής έντασης μαγνητικού σήματος-οιδήματος μετωπιαία άμφω, κροταφικά δεξιά, βρεγματοϊνιακά δεξιά με κατά τόπους αιμορραγικά στοιχεία στον υπαραχνοειδή χώρο σε διαφορετικές φάσεις αποδόμησης και παθολογία της διάχυσης βρεγματοϊνιακά δεξιά. Επίσης, εμφανίζονταν εστίες παθολογικής έντασης μαγνητικού σήματος στο εγκεφαλικό σκέλος δεξιά, στο γόνυ του μεσολοβίου, μετωπιαία άμφω, χωρίς περιορισμό της διάχυσης και χωρίς πρόσληψη της παραμαγνητικής ουσίας στα πλαίσια αξονότμησης. Εμφάνιζε καλό επίπεδο συνείδησης, ομιλούσε, εκτελούσε, ήταν προσανατολισμένος και δεν έχρηζε βρογχοαναρροφήσεων, ήταν απύρετος και εξακολουθούσε να σιτίζεται μέσω ρινογαστρικού καθετήρα, είχε καλό επίπεδο επικοινωνίας και καλή διούρηση. Στις 21.3.2016 μεταφέρθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική με οδηγίες για συνέχιση της νοσηλείας του, υπολείπονταν δε κινητικά στο αριστερό άνω άκρο, εμφάνιζε πάρεση αριστερού προσωπικού κεντρικού τύπου και πάρεση υπογλωσσίου και ήπια υπερτονία κάτω άκρων και οστεοποιό μυοσίτιδα άνωθεν του δεξιού γόνατος. Από το Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" εξήλθε στις 20.4.2016, μετά από νοσηλεία 86 ημερών (βλ. ιδίως την υπ' αριθ. πρωτ. …/….9.2016 ιατρική βεβαίωση- γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Χίου "Σκυλίτσειο", το από 20.4.2016 ιατρικό πιστοποιητικό του Θεραπευτηρίου "Ευαγγελισμός"-Νευροχειρουργική Κλινική, το από 1.3.2016 ενημερωτικό εξόδου από τη ΜΕΘ, το από 21.3.2016 ενημερωτικό εξόδου από τη ΜΑΦ, την από 21.3.2016 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση και το από 22.7.2016 πιστοποιητικό νοσηλείας του ιδίου Νοσοκομείου, την από 26.3.2016 ιατρική γνωμάτευση του νευροχειρουργού του Νοσοκομείου "Ο Ευαγγελισμός" Ι. Π.. Την ίδια ημέρα (20.4.2016), που εξήλθε από το Νοσοκομείο "Ο Ευαγγελισμός", ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας "ANIMUS" της Λάρισας, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι τις 19.7.2016. Κατά την είσοδο του στο εν λόγω Κέντρο Αποκατάστασης παρουσίαζε πολύ καλό επίπεδο συνείδησης (GCS 15/15) και καλή επικοινωνία, μυϊκή ατροφία, ιδιαίτερα των κάτω άκρων και του αριστερού άνω άκρου, όπου παρουσίαζε και πάρεση λόγω βλάβης βραχιονίου πλέγματος, με σχεδόν καθόλου έλεγχο αυτού (αριστερού άνω άκρου), πολύ καλή μυϊκή ισχύ του δεξιού άνω άκρου, άλγος κατά την απαγωγή ώμου σε περίπου 80 μοίρες του αριστερού άνω άκρου και αδυναμία σε όλες τις μυϊκές ομάδες (κάμψη, έκταση, απαγωγή ώμου περίπου 2/5, κάμψη και έκταση αγκώνα περίπου 2/5, κάμψη ΠΧΚ και δακτύλων περίπου 1/5, έκταση ΠΧΚ και δακτύλων 0/5), καλό έλεγχο του κορμού και των κάτω άκρων, με μικρό περιορισμό σε έξω στροφή ισχίου δεξιού κάτω άκρου, χωρίς άλγος, διόγκωση σε δεξιό μηρό άνωθεν γόνατος (έκτοπη), χωρίς να επηρεάζει ROM γόνατος, μικρή ευαισθησία σε έσω πλάγιο δεξιού γόνατος. Κατά την παραμονή του στο άνω Κέντρο Αποθεραπείας υποβλήθηκε σε πρόγραμμα αποκατάστασης με φυσιοθεραπείες και συγκεκριμένα με ασκήσεις ενδυνάμωσης άκρων και ιδιαίτερα ενδυνάμωση δεξιού τετρακέφαλου και βελτίωση αισθητικότητας και ελέγχου δεξιού γόνατος, επανεκπαίδευση προτύπου βάδισης με έμφαση στις μεταφορές βάρους και τον έλεγχο του δεξιού γόνατος, ασκήσεις βελτίωσης ισορροπίας σ' όρθια θέση και κατά τη βάδιση, φυσικά μέσα στον αριστερό ώμο (υπέρηχα, ΤΕΝΣ), επανεκπαίδευση αριστερού άνω άκρου, ενδυνάμωση μυών ωμικής ζώνης και αγκώνα, ηλεκτροδιέγερση κερκιδικού νεύρου, επανεκπαίδευση σύλληψης και προσέγγισης, ασκήσεις με καθρεπτισμό. Επίσης, υποβλήθηκε σε πρόγραμμα υδροθεραπείας με ενδυνάμωση της αριστερής ημιπληγικής πλευράς με διάφορα μέσα επίπλευσης, ενδυνάμωση κορμού, ασκήσεις ισορροπίας βάδισης, ασκήσεις επίπλευσης και κολύμβησης για βελτίωση του εύρους και ενδυνάμωση του αριστερού άνω άκρου (ώμου, αγκώνα, βραχίονα, καρπού, δαχτύλων). Επιπλέον υποβλήθηκε σε πρόγραμμα εργοθεραπείας, στο πλαίσιο του οποίου εφαρμόσθηκε νάρθηκας έκτασης του μικρού δακτύλου και λειτουργικός νάρθηκας κάμψης άκρας χειρός αριστερού άνω άκρου, έγιναν διατατικές ασκήσεις των δακτύλων και του καρπού, δραστηριότητες με κώνους και μπαλάκια, ασκήσεις με μανταλάκια για την ενδυνάμωση της τριποδικής λαβής του. Κατά την έξοδο του από το άνω Κέντρο Αποκατάστασης, ο ενάγων βάδιζε με καλύτερο έλεγχο στα γόνατα, είχε βελτιωθεί η μυϊκή του δύναμη στην ωμική ζώνη και στον αγκώνα του αριστερού άνω άκρου, ενώ στην αριστερή άκρα χείρα απουσιάζει η έκταση της πηχεοκαρπικής και των δακτύλων, λόγω πάρεσης του κερκιδικού νεύρου, όμως ήταν σε θέση να πραγματοποιεί σύλληψη και μεταφορές αντικειμένων, όπως μπαλάκι ή κύβο. Ο βαθμός στην κλίμακα FIM-FAM ήταν, κατά την έξοδο του από το κέντρο "ANIMUS", 207/210, έναντι 94/210 που ήταν κατά την είσοδο του σε αυτό και στην κλίμακα Modified Barthel Index 19/20 αντί 11/20 που ήταν κατά την είσοδο του (βλ. ιδίως το ενημερωτικό σημείωμα εξόδου του ανωτέρω Κέντρου Αποκατάστασης και την υπ' αριθ. πρωτ. …/….8.2016 ιατρική γνωμάτευση του ιδίου Κέντρου). Εξάλλου, από 31.5.2016 έως 1.6.2016 ο ενάγων νοσηλεύτηκε στην Ιδιωτική Κλινική Λάρισας "Animus Κυανούς Σταυρός", όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση λιθοτριψίας (βλ. από 31.5.2016 εισιτήριο, από 1.6.2016 εξιτήριο και από 13.9.2016 βεβαίωση της ιδίας Κλινικής). Κατά το μετά την έξοδο του από το άνω Κέντρο Αποκατάστασης διάστημα, ο ενάγων παρακολουθεί, από 27.7.2016, ατομικό πρόγραμμα φυσιοθεραπείας στο Κέντρο Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης του Γενικού Νοσοκομείου Χίου "Σκυλίτσειο", σε καθημερινή βάση από Δευτέρα έως και Παρασκευή, το οποίο έχει διάρκεια άνω του ενός έτους, με πρόγνωση ότι και μετά την ολοκλήρωση του το αριστερό άνω άκρο θα εξακολουθεί να είναι μη λειτουργικό (βλ. και την υπ' αριθ. πρωτ. …/….9.2016 βεβαίωση του άνω Νοσοκομείου και την από 16.9.2016 αξιολόγηση του φυσιοθεραπευτή Μ. Κ.). Στις 8.6.2016 ενάγων υποβλήθηκε σε ηλεκτρονευρογράφημα και διαπιστώθηκε ότι δεν παράγεται μυϊκό προκλητό δυναμικό από το κερκιδικό νεύρο αριστερά (βλ. το από 13.7.2016 πόρισμα του νευρολόγου Γ. Ν.). Τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2016 ο ενάγων υποβλήθηκε σε νέα μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και αριστερού ώμου, καθώς και σε αξονική τομογραφία κοιλίας, από τις οποίες διαπιστώθηκαν πολλαπλές διάσπαρτες περιοχές με παθολογικής έντασης μαγνητικό σήμα διαφόρων μεγεθών ως επί παλαιών αιμορραγικών θλάσεων και εστιακών περιοχών του τύπου της διάχυτης αξονικής βλάβης και αγγειογενές οίδημα γύρω από αυτές, διάταση του κοιλιακού συστήματος στα πλαίσια πιθανόν υδροκεφάλου και εγκεφαλικής ατροφίας με ήπια διάταση και κάποιων περιφερικών υπαραχνοειδών χώρων κυρίως κροταφικά αμφοτερόπλευρα, ασύμμετρη απεικόνιση των πλαγίων κοιλιών με υπεροχή της δεξιάς και μόλις υποσημαινόμενη μετάθεση των δομών της μέσης γραμμής μετρούμενη στο επίπεδο του διαφανούς διαφράγματος προς τα δεξιά κατά 2 χιλιοστά περίπου, μόλις υποσημαινόμενη μερική κατάληψη μαστοειδών κυψελών άμφω, μερική κατάληψη ηθμοειδών κυψελών άμφω περισσότερο δεξιά, μόλις υποσημαινόμενες παχυβλεννογονιτιδικές αλλοιώσεις γναθιαίων κόλπων άμφω, ήπια σκωλίωση του ρινικού διαφράγματος με το κυρτό προς τα δεξιά, οιδηματώδης απεικόνιση του τένοντα του υπερακανθίου μυός και εικόνα ελυτρίτιδας του τένοντα του δικέφαλου και του υποπλατίου μυός, εκφυλιστικές αλλοιώσεις οστεοαρθρίτιδας ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης που προκαλούν ελάττωση του υπακρωμιακού χώρου και προστριβή του υπερακανθίου μυός, σημαντικού βαθμού λέπτυνση του επιχείλιου χόνδρου, μικρού βαθμού ενδαρθρική συλλογή και εστίες οστικού οιδήματος στην κεφαλή του βραχιονίου, διόγκωση του έσω σκέλους του αριστερού επινεφριδίου και παρουσία υπέρπυκνης δομής προσθίως του σώματος του Θ12 σπονδύλου (βλ. τα πορίσματα των από 9.6.2016 μαγνητικής τομογραφίας αριστερού ώμου και αξονικής τομογραφίας κοιλίας και από 5.7.2016 μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου της κλινικής "Animus Κυανούς Σταυρός"). Εμφανίζει αδυναμία στο αριστερό άνω άκρο, πάρεση στο πρόσωπο και το υπογλώσσιο, ελαφρώς αποχρωματισμό οπτικών θηλών ΔΑΟ με VAAO: 6-7/10, έχει κρίσεις επιληψίας και λαμβάνει αντιεπιληπτική αγωγή, εμφανίζει κατάθλιψη με αυτοκτονικό ιδεασμό και τάσεις απομόνωσης και απόσυρσης και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Με την υπ' αριθμ. …/…/…/ ….2.2017 απόφαση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΦΚΑ ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος κατά συνολικό ποσοστό 94% από 25.10.2016 έως 31.12.2017, που αφορά το ένδικο ατύχημα, για τις παθήσεις (ΑΡ) πυραμιδική συνδρομή, πάρεση κερκιδικού νεύρου (ΑΡ), πάρεση υπογλωσσίου (ΑΡ), έκπτωση ανώτερων νοητικών λειτουργιών, έδαφος βαριάς ΚΕΚ και κατάγματος (ΑΡ) αντιβραχίου, VAO:1/10 CC VAO:1/10 CC συνεπεία αποχρωματισμού οπτικών θηλών εξαιτίας των κρανιογκεφαλικών κακώσεων και με την υπ' αριθμ. …/…/…/….2.2018 απόφαση της ιδίας ως άνω Επιτροπής κρίθηκε ανάπηρος κατά συνολικό ποσοστό 94%, από 1.1.2018 έως 31.12.2020, που αφορά το ένδικο ατύχημα, για τις παθήσεις ΑΡ ημιπάρεση, παράλυση βραχιονίου πλέγματος ΑΡ κατώτερου τύπου, πάρεση υπογλωσσίου ΑΡ, έκπτωση νοητικών λειτουργιών, κρίσεις Ε' (υπό φαρμακευτική αγωγή στα πλαίσια ΚΕΚ προ διετίας), ελαφρώς αποχρωματισμός οπτικών θηλών ΔΑΟ με Ν/ΔΑΟ 6-7/10 και επιπλέον κρίθηκε ότι χρήζει βοήθειας και συμπαραστάσεως τρίτου προσώπου. Τα ανωτέρω, που αφορούν την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, προκύπτουν ιδιαίτερα από τον εισηγητικό φάκελο παροχών αναπηρίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τις προαναφερόμενες αποφάσεις των Α/θμίων Επιτροπών του ΕΦΚΑ, την από 15.9.2016 ιατρική γνωμάτευση του οφθαλμίατρου Ι. Κ., την από 13.9.2016 βεβαίωση της ψυχιάτρου Μ. Μ.). Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων δεν απαιτείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, όπως αιτήθηκε και πρωτόδικα η εναγομένη, καθόσον από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από τις προαναφερόμενες αποφάσεις των αρμοδίων Υγειονομικών Επιτροπών .....το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του είδους, της έκτασης και των συνεπειών του τραυματισμού του ενάγοντος. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ως άνω από 13.9.2016 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Χίου Μ. Μ., είναι ανύπαρκτη, καθόσον την ιδία ημερομηνία ο ενάγων βρισκόταν στο ιατρείο πλαστικής χειρουργικής "PLASTICITY", στη Γλυφάδα Αττικής, όπου εξετάσθηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στην ως άνω ιατρική γνωμάτευση δεν πιστοποιείται ότι εξετάστηκε ο ενάγων, αλλά ότι παρακολουθείται από 20.7.2016 και εμφανίζει κατάθλιψη με αυτοκτονικό ιδεασμό, απομόνωση, απόσυρση, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και έχει ανάγκη από ψυχιατρική παρακολούθηση και υποστηρικτική ψυχοθεραπεία επί μακρόν. ..... Ο ενάγων, ηλικίας, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος 35 ετών, κατέστη, κατά τα ανωτέρω, μόνιμα μερικά ανάπηρος λόγω της περιορισμένης κινητικότητας του αριστερού άνω άκρου του, της πάρεσης στο πρόσωπο και το υπογλώσσιο, αποχρωματισμού των οπτικών θηλών ΔΑΟ με VAAO 6-7/10 και επιληπτικών κρίσεων εξαιτίας των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων. Με τα δεδομένα αυτά, είναι βέβαιο ότι η μερική αναπηρία του, με βάση την, κατά τα προαναφερθέντα, κατάσταση της υγείας του κατά το χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (που αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό του εύλογου χρηματικού ποσού της ΑΚ 931...., λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών συντρεχουσών περιστάσεων, όπως η ηλικία του κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (35 ετών), με δυνατότητα εξέλιξης τόσο στον επαγγελματικό όσο και στον κοινωνικό και οικονομικό τομέα, οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, όπως ορθώς έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη. Προκειμένου, επομένως, ο ενάγων να αντιμετωπίσει τις ως άνω δυσμενείς επαγγελματικές, οικονομικές, κοινωνικές και προσωπικές επιπτώσεις από την ως άνω μερική αναπηρία του, πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτόν, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των 80.000 ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο, συνεκτιμωμένων του είδους, της έκτασης και των συνεπειών της αναπηρίας του, της, κατά το χρόνο του ατυχήματος νεαρής του ηλικίας, τις κλίσεις του και της κατά τα άνω συνυπαιτιότητάς του, καθώς και της προεκτεθείσας κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του ενάγοντος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης. Άλλωστε, το ποσό αυτό εκτιμάται ότι βρίσκεται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθώς επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις με βάση την κοινή πείρα, την κοινή περί δικαίου συνείδηση και τη δικαστηριακή πρακτική. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε ότι το εύλογο ποσό που δικαιούται ο ενάγων ως ιδιαίτερη αποζημίωση ανέρχεται στα 40.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. .....Αποδεικνύεται, τέλος, ότι ο ενάγων εξ αιτίας του οφειλόμενου στο ένδικο ατύχημα σοβαρού τραυματισμού του και των άνω συνεπειών αυτού και της συνακόλουθης σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας του, υπέστη ηθική βλάβη, για την ανακούφιση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της έκτασης των σωματικών βλαβών του, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα, του βαθμού υπαιτιότητας του μη διαδίκου οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ΙΧΕ αυτοκινήτου, και του ιδίου του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, της ηλικίας του (35 ετών κατά την ημέρα του τραυματισμού του), των σωματικών πόνων που δοκίμασε από τις χειρουργικές επεμβάσεις και τις εν γένει ιατρικές πράξεις, του χρόνου νοσηλείας (από τον οποίο 2 μήνες περίπου νοσηλεύθηκε στη ΜΕΘ του άνω Νοσοκομείου) και του χρόνου αποθεραπείας του, της μέχρι τότε καλής κατάστασης της υγείας του, της δικαιολογημένης ανησυχίας του και αβεβαιότητας για την εξέλιξη της υγείας του, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του ενάγοντος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 100.000 ευρώ (πέραν του ποσού των 50 ευρώ, το οποίο επιφυλάχθηκε να αξιώσει παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου), το οποίο κρίνεται εύλογο με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια προσδιορισμού του και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντικειμενικά δίκαιο και ανάλογο με τέτοιο τρόπο, ώστε να επέρχεται εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των διαδίκων, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία εφαρμόζεται και κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία δικαιούται ο παθών από αδικοπραξία (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 705/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δεδομένου ότι το άνω ποσό εκτιμάται ότι βρίσκεται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθώς επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις με βάση την κοινή πείρα, την κοινή περί δικαίου συνείδηση και τη δικαστηριακή πρακτική. Το αιτούμενο από τον ενάγοντα επιπλέον ποσό για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του, κρίνεται υπερβολικό και μη ανταποκρινόμενο στο σκοπό της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε ότι το ποσό που δικαιούται ο ενάγων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ανέρχεται σε 50.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τα άνω αγωγικά κεφάλαια, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 02-11-2017 έφεση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς το ύψος των εύλογων χρηματικών ποσών της πρόσθετης χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (40.000 ευρώ και 50.000 ευρώ, αντίστοιχα), κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη, από 15-2-2013 αγωγή, την οποία και δέχθηκε κατά ένα μέρος και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα (μεγαλύτερα) ποσά των 80.000 ευρώ και 100.000 ευρώ, αντίστοιχα. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 931 Α.Κ. και του άρθρου 1 του Ν. 1904/1951, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι στην αξίωση για πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ λόγω αναπηρίας εκτιμάται η κατάσταση της υγείας του αναιρεσίβλητου κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο, ακολούθως δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία συνιστάμενη (εκτός των άλλων) σε αποχρωματισμό οπτικών θηλών ΔΑΟ με VΔΑΟ 6-7/10, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 09905/2017/14764/ 9.2.2018 απόφαση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΦΚΑ, η οποία όμως εκδόθηκε στις 09-02-2018 και δεν υπήρχε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (09-12-2016) και με την οποία ο αναιρεσίβλητος κρίθηκε ανάπηρος για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και δη από 01-01-2018 έως 31-12-2020, β) την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφενός δεν έλαβε υπόψη της τον τέταρτο λόγο της έφεσής της και ειδικότερα το β' σκέλος αυτού, με το οποίο ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα ότι τα αναφερόμενα στην από 15-09-2016 ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη οφθαλμίατρου Ι. Κ., που επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος, περί μειωμένης οράσεως αυτού, με βάση την οποία η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος διαθέτει αποχρωματισμό οπτικών θηλών με οπτική οξύτητα ΔΑΟ 1/10, δεν διαπιστώθηκαν σε καμία απολύτως προηγούμενη ιατρική εξέταση, ούτε αναφέρονται στις δεκάδες ιατρικές γνωματεύσεις των νοσοκομείων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, ενώ εξάλλου η τυχόν διαπίστωση μειωμένης οξύτητας ΔΑΟ 1/10, ήταν προσωρινή και ιάσιμη και δεν επέφερε μόνιμη ελλιπή όραση στο δεξιό οφθαλμό του αναιρεσίβλητου και κατά μείζονα λόγο δεν συνιστά λόγο αναπηρίας και επομένως δεν προέκυψε η αξιούμενη περιουσιακή και δη μελλοντική ζημία του αναιρεσίβλητου, και αφετέρου έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε στην αναπηρία του αυτή τη μεταγενέστερη από 09-02-2018 απόφαση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΦΚΑ και τη δυσμενέστερη σε αυτήν εκτίμηση της οπτικής πάθησης του αναιρεσίβλητου και γ) την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 931 Α.Κ., για το λόγο ότι αναφορικά με την αναπηρία του αναιρεσίβλητου οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένες, αφενός γιατί δεν υπήρχε αντίστοιχη απόφαση της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΦΚΑ κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (09-12-2016) για την αναπηρία του αναιρεσίβλητου, και αφετέρου γιατί δεν υπήρχε καμία απολύτως πιστοποίηση με απόφαση Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΦΚΑ περί μόνιμης μερικής αναπηρίας του αναιρεσίβλητου, αλλά τουναντίον υπήρχε πιστοποίηση αναπηρίας σε ποσοστό 94%, για ορισμένη χρονική περίοδο και όχι αορίστως για το μέλλον και εφ' όρου ζωής. Επί των ανωτέρω αιτιάσεων του τρίτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: 1) Η ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αιτίαση του τρίτου αναιρετικού λόγου είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον, κατ' αρχάς η ως άνω υπ' αριθμ…./…/ …/….2.2018 απόφαση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΦΚΑ, νόμιμα λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, αν και εκδόθηκε στις 09-02-2018, δηλαδή μετά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (09-12-2016) και πριν από τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (07-06-2018), δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ. στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, μόνο αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, στοιχεία που δεν μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση ώστε να δικαιολογείται η μη λήψη υπόψη της απόφασης αυτής από το Εφετείο, το οποίο συνεπώς ορθώς την έλαβε υπόψη του, ενώ περαιτέρω, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο ο αναιρεσίβλητος εμφάνιζε μόνιμη μερική αναπηρία συνιστάμενη (εκτός των άλλων) και σε αποχρωματισμό οπτικών θηλών ΔΑΟ με VΔΑΟ 6-7/10, για την εν λόγω δε παραδοχή έχει περιλάβει σαφή, επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αναφερόμενα σ' αυτή προσκομισθέντα νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο την ανωτέρω απόφαση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΦΚΑ.

Συνεπώς με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 931 Α.Κ., αλλά ούτε και του άρθρου 1 του Ν. 1904/1951 "προστασία - αποκατάσταση τυφλών", το οποίο ορίζει ότι "Τυφλός κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου νοείται πάν πρόσωπον, το οποίον στερείται παντελώς της αντιλήψεως του φωτός ή του οποίου ή οπτική οξύτης είναι μικροτέρα του ενός εικοστού (1/20) της φυσιολογικής τοιαύτης", ως προς την οποία, η εν λόγω αιτίαση της αναιρεσείουσας στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος έχει υποστεί τύφλωση, κατά την έννοια του ανωτέρω νόμου 1904/1951, αλλά άλλη οφθαλμική πάθηση και δη "αποχρωματισμό οπτικών θηλών ΔΑΟ με VΔΑΟ 6-7/10". Σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την αναπηρία του αναιρεσίβλητου. 2) Η ανωτέρω υπό στοιχείο (β) αιτίαση του τρίτου αναιρετικού λόγου, κατά το μέρος που αφορά την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ. και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί έλλειψης αναπηρίας του αναιρεσίβλητου, όσον αφορά την πάθηση στο δεξιό οφθαλμό του και τους απέρριψε, δεχόμενη τα αντίθετα και δη μερική μόνιμη αναπηρία του αναιρεσίβλητου (εκτός των άλλων) και λόγω αποχρωματισμού των οπτικών θηλών ΔΑΟ με VΔΑΟ 6-7/10, ανεξαρτήτως του ότι ο ως άνω αρνητικός ισχυρισμός περί έλλειψης αναπηρίας του αναιρεσίβλητου δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό και συνεπώς πράγμα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ώστε να στοιχειοθετείται η προβλεπόμενη απ' αυτή πλημμέλεια, ενώ και κατά τα λοιπά αναφερόμενα στο ίδιο μέρος της εν λόγω αιτίασης, αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον προβάλλονται με αυτή επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας για την υποστήριξη των απόψεών της, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως. Η ίδια ανωτέρω υπό στοιχείο (β) αιτίαση του τρίτου αναιρετικού λόγου, κατά το μέρος που αφορά την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ. και δη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε στην αναπηρία τη μεταγενέστερη από 09-02-2018 απόφαση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΦΚΑ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η απόφαση αυτή αποτελεί αποδεικτικό μέσο και η λήψη της υπόψη από το δικαστήριο, όπως και η αξιολόγησή της, δεν ιδρύουν το λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Και 3) Η ανωτέρω υπό στοιχείο (γ) αιτίαση του τρίτου αναιρετικού λόγου είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το ζήτημα της αναπηρίας του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε ότι αυτός: "Εμφανίζει αδυναμία στο αριστερό άνω άκρο, πάρεση στο πρόσωπο και το υπογλώσσιο, ελαφρώς αποχρωματισμό οπτικών θηλών ΔΑΟ με VAAO: 6-7/10, έχει κρίσεις επιληψίας και λαμβάνει αντιεπιληπτική αγωγή..", καθώς και ότι "Ο ενάγων, ηλικίας, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος 35 ετών, κατέστη, κατά τα ανωτέρω, μόνιμα μερικά ανάπηρος λόγω της περιορισμένης κινητικότητας του αριστερού άνω άκρου του, της πάρεσης στο πρόσωπο και το υπογλώσσιο, αποχρωματισμού των οπτικών θηλών ΔΑΟ με VAAO 6-7/10 και επιληπτικών κρίσεων εξαιτίας των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων. Με τα δεδομένα αυτά, είναι βέβαιο ότι η μερική αναπηρία του, με βάση την, κατά τα προαναφερθέντα, κατάσταση της υγείας του κατά το χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (που αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο για τονυπολογισμό του εύλογου χρηματικού ποσού της ΑΚ 931...., λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών συντρεχουσών περιστάσεων, όπως η ηλικία του κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (35 ετών), με δυνατότητα εξέλιξης τόσο στον επαγγελματικό όσο και στον κοινωνικό και οικονομικό τομέα, οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη". Οι παραπάνω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τη μερική αναπηρία του αναιρεσίβλητου και τη μονιμότητα αυτής, μετά από εκτίμηση όλων των αναφερόμενων σ' αυτή νόμιμα επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων και όχι μόνο των ανωτέρω αποφάσεων του ΕΦΚΑ, είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις μεταξύ τους, και στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της, τα δε ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου του άρθρου 931 του Α.Κ.

Συνεπώς με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 931 Α.Κ.. Σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης της ως άνω διατάξεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την αναπηρία του αναιρεσίβλητου. Επομένως, το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου την εν λόγω διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. Τέλος, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω τρίτου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και την καθιερούμενη με αυτό αρχή της αναλογικότητας, και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως εύλογη πρόσθετη χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ., τα ανωτέρω ποσά, τα οποία όμως είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε με την πληττόμενη απόφασή του, το ύψος της πρόσθετης χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στα ποσά των 80.000 ευρώ και 100.000 ευρώ, αντίστοιχα, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, πρόσθετης χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 ΑΚ και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της γενομένης δεκτής με την πληττόμενη απόφαση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος του, που αφορά το ύψος της επιδικασθείσας στον αναιρεσίβλητο πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 Α.Κ. και το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ επισημαίνεται ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνονται στον τρίτο αναιρετικό λόγο, καθόσον καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, κατά το άνω γενόμενο δεκτό μέρος του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την ουσιαστική παραδοχή του δεύτερου και εν μέρει του τρίτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του αναιρεσίβλητου και κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας στον τελευταίο χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του Α.Κ. και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της μερικής νίκης αυτής (άρθρο 495 παρ. 3 Γ' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσίο δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την υπ' αριθμ. 4630/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. –

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα κεφάλαιά της αυτά, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Και –

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Αυγούστου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ