1053/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1053 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 1053 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1053/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Α., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αναγνώστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2010 ανακοπή και τους από 29-4-2011 και 4-6-2013 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 93 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται: "Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους", ενώ με το άρθρο 94 ορίζεται "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4. Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει". Το Σύνταγμα με τις διατάξεις αυτές οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς τη φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά, δε αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις. Εξάλλου, ενόψει του οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών, που προβλέπεται από το Σύνταγμα, ο έλεγχος των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων ενεργείται υποχρεωτικά από όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο, υπό την επιφύλαξη ότι δεν πρόκειται για πράξεις που συνιστούν άσκηση αρμοδιότητας διοικητικής φύσεως (ΑΕΔ 18/2005). Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει", δεν αποκλείεται στο νομοθέτη να θέτει περιορισμούς, υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα. Το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) ορίζει ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Εξάλλου το άρθρο 14 παρ.1 εδ.β' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλο του, κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, ορίζει ότι: "... Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με νόμο, το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα...". Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ καθώς και με το άρθρο 20 του Συντάγματος.
Η έκδοση διαταγής πληρωμής που εκδίδεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 634 εντάσσεται στην άσκηση δικαστικής και όχι διοικητικής αρμοδιότητας, ο δε έλεγχος της αποφάσεως του δικαστικού λειτουργού της πολιτικής δικαιοδοσίας, που δέχθηκε την αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής για απαίτηση από σύμβαση δημόσιου έργου, ανήκει, κατά τα προεκτεθέντα, αποκλειστικά στα πολιτικά δικαστήρια. Περαιτέρω, από το άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο καθορίζει τις διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και δημοσίου δικαίου που ο νόμος τις έχει υπαγάγει σ' αυτά, και το οποίο, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες του τετάρτου βιβλίου του Κώδικα αυτού, μεταξύ των οποίων και η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής, σε συνδυασμό με το άρθρο 623 ίδιου Κώδικα, κατά το οποίο, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής και για χρηματικές απαιτήσεις, που αποδεικνύονται, όπως και το οφειλόμενο ποσό, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, συνάγεται ότι, μεταξύ των νομίμων προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι να πρόκειται για απαίτηση που προέρχεται από διαφορά η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως είναι οι απαιτήσεις που προέρχονται από διαφορές ιδιωτικού δικαίου, και συνεπώς, λόγω ελλείψεως της ανωτέρω προϋποθέσεως, δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής για απαίτηση που προέρχεται από διαφορά δημοσίου δικαίου, όπως είναι και οι διαφορές που προκύπτουν από διοικητικές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και οι συμβάσεις εκτελέσεως έργων για λογαριασμό των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, αφού πρόκειται για απαιτήσεις από διαφορές, οι οποίες δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (άρθρο 1 παρ. 2 εδ. ι' ν. 1406/1983). Τα ανωτέρω δεν παραλλάσσουν και με την εκδοχή ότι στις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες, κατά το άρθρο 94 παρ. 4 εδ. τελ. του Συντάγματος, εκτελούνται (πλέον) αναγκαστικά, όπως νόμος ορίζει, και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, περιλαμβάνονται (παρά το εδάφιο, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 20 ν. 3301/2004 στο άρθρο 1 του εκτελεστικού του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 94 του Συντάγματος ν. 3068/2002) και οι διαταγές πληρωμής. Και τούτο διότι η ανωτέρω συνταγματική διάταξη δεν μετέβαλε το νομικό καθεστώς σχετικά με την έκδοση διαταγής πληρωμής, επιτρέποντας γενικά την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου κ.λ.π., αλλά επέτρεψε την αναγκαστική εκτέλεση και κατά του Δημοσίου κ.λ.π. διαταγών πληρωμής, εφόσον όμως έχουν εκδοθεί εγκύρως βάσει του νομικού καθεστώτος, που ισχύει σχετικά. Δηλαδή, με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη δεν μεταβλήθηκε το μέχρι τότε νομοθετικό καθεστώς σχετικά με την έκδοση διαταγής πληρωμής και, συνεπώς, ούτε στα πολιτικά δικαστήρια παρασχέθηκε δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής για απαίτηση η οποία απορρέει από διαφορά που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, ούτε στα διοικητικά δικαστήρια παρασχέθηκε η δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, σε αντίθεση με τον ΚΔιοικΔ (ν. 2717/1999), ο οποίος δεν γνώριζε το θεσμό αυτό, μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4329/2015, με τον οποίο θεσπίστηκε (για πρώτη φορά) το διαδικαστικό πλαίσιο για την έκδοση διαταγής πληρωμής για απαιτήσεις, οι οποίες απορρέουν από διαφορά που υπάγεται στη διαδικασία των διοικητικών δικαστηρίων. Εξάλλου, τα ανωτέρω δεν μεταβλήθηκαν ούτε από την 18/2005 απόφαση του ΑΕΔ, αφού, όπως ρητά αναφέρεται στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε δεν αποφάνθηκε για το αν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η έκδοση και από ποιο όργανο (θέμα το οποίο αφορά την προκειμένη υπόθεση) διαταγής πληρωμής για απαίτηση από διοικητική σύμβαση, αλλά παρέπεμψε τα θέματα αυτά στο δικαστήριο, υπέρ της δικαιοδοσίας του οποίου έλυσε την ενώπιον του σύγκρουση. Με την ως άνω ερμηνεία ο δικαιούχος της απαίτησης από διαφορά δημοσίου δικαίου δεν στερείται του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, ούτε εκείνου της ιδιοκτησίας του, αφού μπορεί να επιδιώξει την πλήρη και αποτελεσματική ικανοποίησή του διά της προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια με τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα, (και ήδη μετά την ισχύ του ν. 4329/2015 και με την έκδοση διαταγής πληρωμής), τα οποία και είναι προσαρμοσμένα στις ιδιομορφίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διοικητικών διαφορών, οι οποίες και έχουν θεμελιώδεις διαφορές από εκείνες του ιδιωτικού δικαίου, και ακριβώς για το λόγο αυτό προβλέπονται από το ίδιο το Σύνταγμα διαφορετικές δικαιοδοσίες για την εκδίκασή τους.
Συνεπώς, με την ερμηνεία αυτή δεν παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 93 παρ. 3, 94 του Συντάγματος (ΑΠ 1264/2011), Τέλος, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, αν εκδοθεί διαταγή πληρωμής παρά την έλλειψη της ανωτέρω νόμιμης προϋποθέσεως, ακυρώνεται αυτή μετά από ανακοπή του καθ' ού η εν λόγω διαταγή πληρωμής (ΑΠ661/2016,1264/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος: "Μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα μεταξύ του εκπροσώπου του ανακόπτοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας" Μ. Ζ., του καθ' ου η ανακοπή καταρτίστηκε η από 1-4-2009 με αριθμό 4517 σύμβαση, κατόπιν κατακύρωσης στον τελευταίο του μειοδοτικού διαγωνισμού, που διενεργήθηκε με τη με αριθμ.226/21-11-2008 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας για τη φύλαξη του κτιρίου του Τμήματος της Ιατρικής Σχολής για το χρονικό διάστημα από 1-4-2009 μέχρι 31-3-2012 έναντι συνολικής αμοιβής ποσού 185.543,61 ευρώ συμπεριλαμβανόμενου και του ΦΠΑ, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε στον τελευταίο η καθημερινή φύλαξη του ανωτέρω κτιριακού συγκροτήματος με βάση τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που αναγράφονται στη σύμβαση αυτή. Η διάρκεια της ένδικης σύμβασης ορίσθηκε να ισχύσει για το χρονικό διάστημα από 1-4-2009 μέχρι 31-3-2012 και σε ώρες που καθορίστηκαν από την ανωτέρω σύμβαση (Δευτέρα έως Παρασκευή από 15.00 μ.μ. έως 23.00 μ.μ. και από 23.00 μ.μ. έως 07.00 π.μ., Σάββατο και Κυριακή από 09.00 μ.μ. έως 17.00 μ.μ.), ενώ παράλληλα στο δεύτερο τμήμα αυτής καθορίστηκαν κατά τρόπο δεσμευτικό οι λοιπές υποχρεώσεις του αναδόχου καθ' ου η ανακοπή έναντι του εργοδότη ανακόπτοντος ΝΠΔΔ με τρόπο ιδιαίτερα λεπτομερειακό (π.χ. υποχρέωση κατάλληλης ενδυμασίας από τους φύλακες, υποχρέωση ενημέρωσης της Γραμματείας του Τμήματος για κάθε πρόβλημα που αδυνατεί να αντιμετωπίσει). Η συνολική αμοιβή του καθ' ου για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, όπως προαναφέρθηκε, συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 185.543.61 ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος ΦΠΑ, καταβαλλόμενο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις οι οποίες θα ελάμβαναν χώρα εντός του επόμενου μήνα, για τον προηγούμενο μήνα παροχής της υπηρεσίας και ύστερα από σχετική βεβαίωση καλής εκτέλεσης των σχετικών εργασιών φύλαξης εκδοθείσης από την αρμόδια επιτροπή του ανακόπτοντος ΝΠΔΔ. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι για τις ανωτέρω συμφωνηθείσες και επικαλούμενες ως προσφερθείσες από τον καθ' ου η ανακοπή υπηρεσίες φύλαξης κατά το επί μέρους χρονικό διάστημα του έτους 2009 εκδόθηκαν αφενός από τον τελευταίο προαναφερθέντα τιμολόγια πληρωμής συνολικού ποσού 77.742,50 ευρώ, αφετέρου από την ανωτέρω επιτροπή του ανακόπτοντος ΝΠΔΔ οι προαναφερθείσες αντίστοιχες βεβαιώσεις εκτέλεσης έργου, καθισταμένων έτσι ληξιπρόθεσμων και απαιτητών των αντιστοίχων στα άνω τιμολόγια επί μέρους απαιτήσεων αμοιβής παρασχεθείσης υπηρεσίας φύλαξης από μέρους του καθ' ου η ανακοπή. Τα έγγραφα δε αυτά των οποίων η έκδοση δεν αμφισβητείται, λεπτομερώς αναφέρονται και στην ανακοπτόμενη με αριθμό 785/2010 Διαταγή Πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου η οποία εκδόθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος ΝΠΔΔ κατόπιν της από 8-10-2010 σχετικής αίτησης του καθ' ου η ανακοπή, στην οποία η τελευταία διαλάμβανε ότι το ανακόπτον ΝΠΔΔ δεν του είχε καταβάλλει το προαναφερόμενο ποσό, παρά το γεγονός ότι αυτός είχε εκπληρώσει προσηκόντως τις ως άνω συμβατικές υποχρεώσεις του για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2009 μέχρι και τον Ιούνιο του 2010. Ωστόσο η ανωτέρω ένδικη σύμβαση ανάθεσης φύλαξης είναι διοικητική σύμβαση παροχής υπηρεσιών, καθόσον: α) αφενός συνήφθη στο πλαίσιο ειδικού διοικητικού νομοθετικού πλαισίου, όπως ρητώς προκύπτει από την παράθεση στο προοίμιο της των: α) Ν 2286/1995 "Προμήθειες του Δημοσίου Τομέα και Ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", β) Ν 2522/1997 "Δικαστική προστασία κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης συμβάσεων Δημοσίων Έργων, Κρατικών Προμηθειών και Υπηρεσιών σύμφωνα με την Οδηγία 89/665 Ε.O.K.", γ) Π.Δ. 394/1996 "Κανονισμός Προμηθειών του Δημοσίου" και Π.Δ.66/2007 "Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών" πλαίσιο το οποίο καθιστά υπερέχουσα τη θέση του ανακόπτοντος σε σχέση με την καθ'ης, β) αφετέρου και συναφώς με τα αμέσως προδιαλαμβανόμενα συνάγεται, ότι θεσπίζεται ειδικό συμβατικό καθεστώς υπέρ του ανακόπτοντος ΝΠΔΔ, ιδιαίτερα βάσει των περιλαμβανόμενων στο υπό στοιχεία VII της ανωτέρω σύμβασης όρων: α) επιβολής επαχθών ποινικών ρητρών σε βάρος του καθ' ου η ανακοπή αναδόχου σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης ή διακοπής του έργου φύλαξης (ποινική ρήτρα ποσού 2.000-3.000 ευρώ για κάθε παραβίαση της σύμβασης) και β) κατάθεσης από τον καθ' ου η ανακοπή ιδιαίτερα υψηλής εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης της εν λόγω σύμβασης, ποσού 15.592,00 ευρώ, αορίστου μάλιστα διάρκειας. Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, αποδεικνύεται ότι η ένδικη απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή αναδόχου του έργου και ήδη εφεσίβλητου, επί της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, προέρχεται από διοικητική σύμβαση και ως εκ τούτου, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ακύρως εκδόθηκε ο εν λόγω τίτλος εκτέλεσης σε βάρος του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ, καθόσον αφορά απαίτηση, που προέρχεται από διοικητική σύμβαση...
Συνεπώς, ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος της ανακοπής με τον οποίο το ανακόπτον ΝΠΔΔ ισχυρίσθηκε, ότι ακύρως εξεδόθη η ανακοπτόμενη υπ' αριθ. 785/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, διότι η απαίτηση την οποία αυτή αφορά ερείδεται επί της αναφερόμενης διοικητικής συμβάσεως, ως αφορώσης παροχή υπηρεσιών σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και υπαγόμενη στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ "Περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών" και του π.δ/τος 60/2007 για την "Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ" ήταν νόμω και ουσία βάσιμος". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως δέχθηκε την από 29-2-2016 έφεση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την από 25-10-2010 ανακοπή, και τον από 29-4-2011 πρόσθετο λόγο ανακοπής και αφού δέχθηκε τον από 4-6-2013 δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής, ακύρωσε τη με αριθμό 785/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν συνέτρεχε νόμιμη προϋπόθεση για την έκδοση της ένδικης υπ' αριθ.785/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, για το λόγο ότι η απαίτηση της καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε, προέρχεται από διοικητική σύμβαση, που υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων ενόψει των εξής δεδομένων: α) ο ένας των συμβαλλομένων είναι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, δηλαδή Ν.Π.Δ.Δ. που ασκεί δημόσια εξουσία, β) το αντικείμενο της συμβάσεως εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, γ) η κατάρτιση και η εκτέλεσή της διέπεται από κανόνες διοικητικού δικαίου και περιέχει όρους που δημιουργούν υπέρ του Ν.Π.Δ.Δ. εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, και ιδίως τη δυνατότητα μονομερούς επεμβάσεως και επιβολής κυρώσεων με τη μορφή της μονομερούς διακοπής της λειτουργίας της σύμβασης. Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την ανακοπή του και ακύρωσε την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, επειδή η υποκείμενη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτηση της αναιρεσείουσας (το εργολαβικό αντάλλαγμα από δημόσιο έργο σε εκτέλεση της ως άνω διοικητικής συμβάσεως) και για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είναι δημοσίου δικαίου. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον με αυτά που δέχθηκε δεν συνέτρεχε νόμιμη προϋπόθεση για την έγκυρη έκδοση διαταγής πληρωμής, η ύπαρξη δηλαδή χρηματικής απαιτήσεως από ιδιωτική διαφορά. Η ειδικότερη αιτίαση ότι είναι επιτρεπτή η αναγκαστική εκτέλεση ήδη με το άρθρο 20 του Ν. 3301/2004 το οποίο προστέθηκε στο άνω άρθρο 1 του Ν.3068/2002 με το οποίο "... Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος νόμου και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ'- ζ' της παρ.2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων." και ότι συνεπακόλουθο τούτου είναι η εγκαθίδρυση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς έκδοση διαταγής πληρωμής από διοικητική σύμβαση από την οποία απορρέει διοικητική διαφορά ουσίας, είναι αβάσιμη διότι η αναγκαστική εκτέλεση προϋποθέτει έγκυρο εκτελεστό τίτλο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 904 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως, στην ένδικη περίπτωση δεν υφίσταται, κατά τα προαναφερόμενα ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να εκδώσουν διαταγή πληρωμής σε βάρος του Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με βάση την επίδικη διοικητική σύμβαση. Ούτε παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.4 του Συντάγματος καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1,95 παρ.5 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 παρ. 1,13 της ΕΣΔΑ, ΙΑ' του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άρθρο 14 παρ.1 εδ.β του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία καθιερώνουν υποχρέωση δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλα τα μέρη αυτού.
Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, η οποία ωστόσο θα καθορισθεί μειωμένη όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το άρθρο 22§§1 και 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§ 12 του ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 40/2012, ΑΠ 479/2012) και να διαταχθεί, κατ' το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Ιουλίου 2018 αίτηση του Α. Χ. του Α. για αναίρεση της 72/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και τα ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ