1053/2016 · 1053/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1053 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1053/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Π...
Full Text of the Judgment · 1053/2016
Απόφαση 1053 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1053/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βουδούρη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1846/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανιών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16 Νοεμβρίου 2015, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1295/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως να παύσει οριστικά (λόγω παραγραφής) η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 264 περ. α’ , 266 παρ. 1 και 28 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του εμπρησμού από αμέλεια πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ο δράστης να μην κατέβαλε, κατ’ αντικειμενική κρίση, την απαιτούμενη προσοχή, που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν και της κοινής πείρας και λογικής, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, εν όψει των προσωπικών του ιδιοτήτων και των γνώσεών του, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, γ) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος και δ) από την προξενηθείσα πυρκαγιά να προκλήθηκε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δ., το κλητήριο θέσπισμα, με επίδοση του οποίου ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί (άρθρ. 320 παρ. 2 και 3 του ίδιου κώδικα), πρέπει να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται αυτός και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που την προβλέπει, ώστε να έχει τη δυνατότητα να πληροφορηθεί με σαφήνεια το ακριβές περιεχόμενο της κατηγορίας που του αποδίδεται και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Έτσι, στην περίπτωση, κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για εμπρησμό από αμέλεια, που τελέσθηκε με πράξη ή παράλειψή του, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως, κατά τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά της στοιχεία, καθώς και τη διάταξη του ποινικού νόμου, που την προβλέπει και την τιμωρεί. Όμως, όταν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, από την οποία επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, οπότε, για τη θεμελίωση του εμπρησμού από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ., σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος", συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξεως ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού, το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, και συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου προς ενέργεια ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα του εμπρησμού από αμέλεια που τελέσθηκε με παράλειψη, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 266 παρ. 1 του Π.Κ., εκτός από τα προβλεπόμενα στο άρθρ. 321 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. λοιπά στοιχεία, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και αυτός ο κανόνας δικαίου. Ενόψει τούτων, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσεώς της, τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού. Περαιτέρω, αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος του εμπρησμού από αμέλεια που τελέσθηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε αυτό, καθώς και η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 Κ.ΠοινΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική, ως αναγομένη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί σύμφωνα με το άρθρο 174 Κ.Ποιν.Δ., δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με ειδικό λόγο εφέσεως στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρ. 173 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), ώστε να κριθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, κατά το άρθρ. 502 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, σε κάθε περίπτωση έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ Κ.Ποιν.Δ., ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 170 παρ. 1), εφόσον αυτή δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα.- Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 1846/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, με την οποία, εκτός άλλων, καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, ο τότε πρώτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για την αξιόποινη πράξη του εμπρησμού από αμέλεια δια παραλείψεως και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, προβάλλεται, ότι επήλθε σχετική ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, συνισταμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, στο ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε για να δικαστεί, λόγω μη προσδιορισμού σ’ αυτό του επιτακτικού κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση να ενεργήσει προκειμένου να αποτρέψει το επελθόν αποτέλεσμα του εμπρησμού. Σχετικά με τον αναιρετικό αυτό λόγο, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητάς του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ’ αριθ. 555/2011 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χανίων ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παραπέμφθηκε, μαζί με άλλα τρία πρόσωπα, στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κισάμου, προκειμένου να δικαστεί για εμπρησμό από αμέλεια δια παραλείψεως. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο ίδιος, εκπροσωπούμενος στο ακροατήριο δια συνηγόρου (κατά το άρθρ. 340 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.), προέβαλε ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ’ αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 και 4 Κ.Ποιν.Δ., για το λόγο ότι δεν προσδιορίζονται στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα ο επιτακτικός κανόνας ή οι επιτακτικοί κανόνες δικαίου, από τους οποίους πηγάζει η ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση να ενεργήσει προς αποτροπή του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος. Την ένσταση αυτή, την οποία εγκαίρως είχε προβάλει πρωτοδίκως ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος, μετά την απόρριψή της και την καταδίκη του για την παραπάνω πράξη από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), που εξέδωσε συναφώς την υπ’ αριθ. 3504/2014 απόφαση, την επανέφερε με ειδικό λόγο εφέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, επίσης, την απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την επισκόπηση δε του αντιτύπου του κλητηρίου θεσπίσματος, που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρ. 321 παρ. 5 Κ.Ποιν.Δ., για την έρευνα του κατά τα άνω προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει, ότι η αποδοθείσα με αυτό στον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του πράξη συνίστατο στο ότι: "Στην περιοχή "..." Καστελλίου Κισάμου Χανίων την 25-8-2008, ο πρώτος κατηγορούμενος Β. Γ., ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας "...", ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. - Ρ. Α., ως διευθυντής του εργοστασίου κατασκευής επίπλων που η άνω εταιρία είχε μισθώσει από την εταιρία "..." και διατηρούσε στον ως άνω τόπο, ο τρίτος κατηγορούμενος Μ. Σ., ως υπεύθυνος "αρχηγός" πυροπροστασίας του άνω εργοστασίου και ο τέταρτος κατηγορούμενος Κ. Ι., ως "υπαρχηγός" πυροπροστασίας του ιδίου εργοστασίου, από αμέλεια τους δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν, παρέλειπαν, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο ως εκ της άνω ιδιότητας τους - και των ανειλημμένων συμβατικών τους υποχρεώσεων ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι απέναντι στην ως άνω εταιρία που εργαζόταν - να παρεμποδίσουν την επέλευση αξιοποίνου αποτελέσματος, δηλαδή την πρόκληση πυρκαγιάς από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Συγκεκριμένα, κατά την ανωτέρω ημερομηνία έθεσαν σε λειτουργία το ως άνω εργοστάσιο, ενώ αυτό στερούνταν νομίμου πιστοποιητικού πυρασφάλειας και ενώ - ως και εκ του αποτελέσματος προέκυψε - δεν πληρούνταν σ’ αυτό τα αναγκαία μέτρα πυρασφάλειας, αφού α) εύφλεκτες πρώτες ύλες (κόλλες, υφάσματα, υπολείμματα ξύλου) δεν βρίσκονταν σε ασφαλείς χώρους του εργοστασίου αλλά σε πατάρι πάνω από τα τρία ηλεκτροφόρα μηχανήματα πρεσαρίσματος επίπλων που διέθετε η εν λόγω επιχείρηση, β) εύφλεκτα υλικά και προϊόντα (λούστρα, βερνίκια, διαλυτικά, ξύλινα τελάρα, ξύλινες επενδύσεις, έτοιμα κουφώματα) δεν βρίσκονταν σε ασφαλείς χώρους του εργοστασίου αλλά στον περιβάλλοντα χώρο των ως άνω μηχανημάτων, γ) η ημιυπαίθρια αποθήκη των έτοιμων επίπλων επικοινωνούσε με αεραγωγούς με τη χώρο των ως άνω μηχανημάτων, απ’ τους οποίους μπορούσε ευχερώς να μεταδοθεί η φωτιά και δ) το δάπεδο κάτωθεν των άνω μηχανημάτων δεν καθαριζόταν από τα εύφλεκτα υπολείμματα των υδραυλικών υγρών των εν λόγω μηχανημάτων, με αποτέλεσμα κατά τη θέση σε λειτουργία και προθέρμανση των ανωτέρω μηχανικών πρεσών να προκληθεί πυρκαγιά από την ανάφλεξη του διαχυμένου στο δάπεδο εύφλεκτου υδραυλικού υγρού τους, η οποία αφού κατέλαβε ολοσχερώς τα εν λόγω μηχανήματα, λόγω και της θερμής κόλλας που χρησιμοποιούσαν και με την οποία ήταν τροφοδοτημένα, επεκτάθηκε στα εύφλεκτα αναλώσιμα υλικά στο πατάρι πάνω από τα μηχανήματα καθώς και στα ξύλινα τελάρα και λοιπά εύφλεκτα αντικείμενα που βρίσκονταν στον περιβάλλοντα χώρο των μηχανημάτων και ακολούθως, μεταδόθηκε μέσω του συστήματος εξαερισμού ("αξονικών ανεμιστήρων") στα έτοιμα έπιπλα της πλαϊνής ημιυπαίθριας αποθήκης, κατακαίοντας, εντέλει, ολόκληρο το εργοστάσιο, η συνολική επιφάνεια του στεγασμένου του οποίου ήταν 9.194 τ.μ., των υπόστεγων του 1.916 τ.μ. και του οικοπέδου του 5.970 τ.μ. και το οποίο είχε ασφαλιστεί στην εταιρία ING για το ποσό των 6.140.000 ευρώ περίπου. Από την άνω δε πυρκαγιά προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα αφού αυτή μεταδόθηκε στην γειτονική αποθήκη ιδιοκτησίας Β. Ε. καταστρέφοντας τα αγροτικά προϊόντα που βρίσκονταν εντός αυτής και αν δεν κατασβηνοταν από τις δυνάμεις της πυροσβεστικής υπηρεσίας θα εξαπλωνόταν, λόγω της υπερβολικής έντασης της, στις γύρωθεν ιδιοκτησίες". Στο τέλος δε του κλητηρίου θεσπίσματος γίνεται μνεία των άρθρων 1, 14, 15, 16, 17, 18β, 28, 51, 53, 266 παρ. 1 σε συνδ. με 264α Π.Κ., που προβλέπουν την ως άνω πράξη. Στο κλητήριο αυτό θέσπισμα αναφέρεται ρητώς και προσδιορίζεται, εκτός των λοιπών στοιχείων της κατηγορίας, α) η συνδεόμενη με σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος να παρεμποδίσει την πρόκληση πυρκαγιάς, από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, ήτοι η ιδιότητά του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της άνω εταιρίας, που διατηρούσε εργοστάσιο κατασκευής επίπλων, το οποίο διέθετε ηλεκτροφόρα μηχανήματα πρεσαρίσματος επίπλων, που λειτουργούσαν με εύφλεκτα υδραυλικά υγρά και ήταν τροφοδοτημένα με θερμή κόλλα, εντεύθεν δε αναδεχομένου την υποχρέωση αποτροπής οποιουδήποτε κινδύνου από πυρκαγιά και την ευθύνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων πυρασφαλείας, ως εκ της φύσεως και της επικινδυνότητας των μηχανημάτων του εν λόγω εργοστασίου, εξαιτίας των οποίων καθίσταται εγγυητής ασφάλειας του έννομου αγαθού της ιδιοκτησίας ξένων πραγμάτων, καθώς και β) η προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος προκλήσεως πυρκαγιάς λόγω της παραλείψεως οφειλόμενων ενεργειών για την τήρηση των αναγκαίων μέτρων πυρασφάλειας, όπως εξειδικεύεται, κατά τα άνω, στο κλητήριο θέσπισμα (τοποθέτηση εύφλεκτων πρώτων υλών σε πατάρι πάνω από τα ηλεκτροφόρα μηχανήματα πρεσαρίσματος επίπλων της επιχειρήσεως, ύπαρξη εύφλεκτων υλικών και προϊόντων στον περιβάλλοντα χώρο των άνω μηχανημάτων και όχι σε ασφαλείς χώρους του εργοστασίου, επικοινωνία της ημιϋπαίθριας αποθήκης έτοιμων επίπλων με το χώρο των μηχανημάτων με αεραγωγούς, από τους οποίους μπορούσε ευχερώς να μεταδοθεί η φωτιά, παράλειψη καθαρισμού του χώρου κάτω από τα μηχανήματα από τα εύφλεκτα υπολείμματα των υδραυλικών υγρών τους, τα οποία διαχύνονταν στο δάπεδο). Ενόψει τούτων, επαρκώς θεμελιώνεται στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η κατηγορία του εμπρησμού από αμέλεια δια παραλείψεως και δεν χρειαζόταν για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος να αναφέρεται σ’ αυτό επιτακτικός κανόνας δικαίου, αφού τέτοιου είδους αναφορά είναι αναγκαία, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει μόνον από επιτακτικό κανόνα δικαίου, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απορρέει, τόσο από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων του αναιρεσείοντος συνδεομένων με έννομη σχέση, ως εκ της προμνημονευόμενης ιδιότητάς του, όσο και από την περιγραφόμενη συγκεκριμένη συμπεριφορά του ιδίου (παράλειψη τηρήσεως μέτρων πυρασφαλείας), από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος πυρκαγιάς, αφού παρατίθενται τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση, κατά τρόπο που παρέχεται στον αναιρεσείοντα η δυνατότητα να πληροφορηθεί με σαφήνεια το ακριβές περιεχόμενο της αποδιδόμενης σ’ αυτόν κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ορθώς, λοιπόν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την προαναφερόμενη ένσταση και ο παραπάνω (πρώτος) αναιρετικός λόγος, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την απόρριψη της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 264 και 266 παρ. 1 Π.Κ., εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., λόγω μη εφαρμογής από το Δικαστήριο της ουσίας της υπ’ αριθ. Φ 1/2006 Υπουργικής Αποφάσεως (Υ.Α. Φ 15/οικ. 1589/104 ΦΕΚ Β 90. 2006), ενόψει του ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η χρονική διάρκεια ισχύος του προηγούμενου πιστοποιητικού πυροπροστασίας του εργοστασίου, στο οποίο προκλήθηκε η πυρκαγιά, που αρχικά ήταν πενταετής και έληξε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 13-1-2008, είχε παραταθεί για τρία ακόμη χρόνια (ήτοι μέχρι τις 13-1-2011) δυνάμει της ανωτέρω Υ.Α., με την οποία προβλέφθηκε η ισχύς του παραπάνω πιστοποιητικού για οκτώ χρόνια, είναι αβάσιμος, προεχόντως, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι με τις διατάξεις της εν λόγω Υ.Α. δεν παρατάθηκε η ισχύς των πιστοποιητικών πυροπροστασίας, που είχαν εκδοθεί πριν από την ισχύ της, όπως το επίμαχο, αλλ’ αντιθέτως ορίστηκε ρητά, στο άρθρο 4 παρ. 5 αυτής, ότι πιστοποιητικά (ενεργητικής) πυροπροστασίας, που έχουν χορηγηθεί σε εγκαταστάσεις υπό την ισχύ της προηγούμενης κοινής υπουργικής αποφάσεως (υπ’ αριθ. 5905/Φ15/839/1995) εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι το χρόνο λήξης τους, ήτοι για μια πενταετία από τη χορήγησή τους (όπως προβλεπόταν από το άρθρ. 3 παρ.1 εδ. β’ της προηγούμενης Υ.Α.) και ότι η ανανέωση τούτων θα γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της νέας αυτής Υ.Α., ήτοι για μια οκταετία από την εκ νέου χορήγηση-ανανέωσή τους (βλ. άρθρ. 4 παρ.2 εδ. δ’ της νέας Υ.Α.).
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2015 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16-11-2015) του Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1846/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ