1053/20121053/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 1053 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1053/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου Î...
Απόφαση 1053 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1053/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ζ. χήρας Σ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρίνο Μπηλιώνη.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζ. Α. Π., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-1989 διεκδικητική αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/1996, 38/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 522/1998, 107/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Εκδόθηκε η 532/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την τελευταία απόφαση και την παρέπεμψε στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 298/2008 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεση του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Αθανάσιου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμα τους εκτίθεται σαφώς. Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Η Σ. θυγ. Λ. Π. στις 20-11-1998 απεβίωσε σε ηλικία 92 ετών. Η θανούσα ήταν θεία εκ πατρός της εναγούσης, είχε γεννηθεί το έτος 1896, διέμενε μόνη της στην Κοινότητα Καρδαμύλης και λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της, του ότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, όπως βαρηκοΐα, διαταραχή μνήμης και αρτηριοσκλήρυνση, εξασθένηση, ιδιορρυθμία του χαρακτήρα των υπέργηρων, τα οποία παρατηρούνται συνήθως κατά το στάδιο της προχωρημένης γεροντικής ηλικίας και δεν είναι ασυμβίβαστα προς την όλη από τη πάροδο μακρού χρόνου γενική φθορά (σωματική και πνευματική) του ανθρώπινου οργανισμού, αλλά και λόγω του ότι ήταν κατάκοιτη, είχε άμεση ανάγκη των φροντίδων και περιποιήσεων άλλου προσώπου, αφού οι στενοί συγγενείς της που κατοικούσαν στη εν λόγω Κοινότητα, ήτοι η αδελφή της και η νύφη της ήσαν μεγάλης ηλικίας, αντιμετώπιζαν και αυτές προβλήματα υγείας και δεν ήταν σε θέση να της παράσχουν τη βοήθεια που είχε ανάγκη. Για τον λόγο αυτόν, η τελευταία μαζί με την ενάγουσα και τον Π. Α. Π. συγγενή της Σ. Π., στις αρχές του έτους 1987 "συμφώνησαν" με την εναγομένη να αναλάβει η τελευταία την εν γένει φροντίδα και περιποίηση της εν λόγω υπερήλικης, συνισταμένη στην νυχθημερόν καθαριότητα, παρασκευή φαγητού, πλύση κλπ, έναντι του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος παροχής πενήντα (50) ελαιοδένδρων από την περιουσία της εν λόγω Σ. θυγ. Λ. Π. και της εκ 12.000 δραχμών μηνιαίας συντάξεως που ελάμβανε η τελευταία από τον ΟΓΑ. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας πράγματι η εναγομένη, η οποία ήταν και γείτων αυτής, παρείχε έκτοτε νυχθημερόν τις υπηρεσίες της στην ως είρηται κατάκοιτη υπερήλικη. Και ενώ διαρκούσε η τοιαύτη πραγματική κατάσταση στις 3-5-1988 συνετάγη ενώπιον ... συμβολαιογράφου το εν συνεχεία μεταγραφέν πωλητήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου η εν λόγω θεία της εναγούσης Σ. Π. μεταβίβασε αιτία πωλήσεως προς την εναγομένη, ηλικίας τότε 81 ετών, τα εξής ακίνητα των οποίων ήταν κυρία, αντί συνολικού τιμήματος των 790.000 δραχμών, όπως αναγράφεται στο σχετικό συμβόλαιο. Σημειωτέον ότι η αμοιβή που επρόκειτο να λάβει η εναγομένη για τις συμφωνηθείσες παρασχεθείσες, παρεχόμενες και παρασχεθησόμενες στην ως άνω υπερήλικη και μέχρι τέλους της ζωής της υπηρεσίες, είχαν υπολογιστεί κεχωρισμένως και πέραν του ως άνω φερομένου ως συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος της εν λόγω πωλήσεως. Μετά ένα μήνα από της συντάξεως του προαναφερομένου πωλητηρίου συμβολαίου και δη στις 4-6-1988 ο νευρολόγος ψυχίατρος Φ. Δ. Τ., εξήτασε την ως άνω Σ. θυγ. Λ. Π. και διέγνωσε ότι αυτή ενεφάνιζε γεροντική άνοια, υπό την έννοια της χρονιάς και προοδευτικώς εξελισσομένης εκπτώσεως των ανωτέρων εγκεφαλικών λειτουργιών του πάσχοντος, δηλαδή των νοητικών - γνωστικών λειτουργιών του, χωρίς να υπάρχουν διαταραχές της συνειδήσεως του, θιγομένων, ανεξαρτήτως γενεσιουργού αιτίας, των λειτουργιών εκείνων που περιλαμβάνουν την γενική νοητική επάρκεια (νοημοσύνη), την ικανότητα μαθήσεως και μνήμης, τον προφορικό και γραπτό λόγο, τον προσανατολισμό, την αντίληψη, την συγκέντρωση, την κρίση, την πλήρη αντίληψη και ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση, την γνώση της σπουδαιότητος και του περιεχομένου της πράξεως, την ικανότητα επιλύσεως προβλημάτων και τον κοινωνικό ρόλο. Ειδικότερα ο ανωτέρω ιατρός διέγνωσε ότι η ως άνω Σ. Π. παρουσίαζε αντανακλαστικό συλλήψεως θετικό άμφω, μετά μεγάλης προσπαθείας ενεθυμείτο το επίθετο της, ως όνομα του πατρός της ανέφερε το όνομα Π. (αντί του αληθούς Λ.), δεν ενεθυμείτο τα ονόματα των αδελφών της, δεν ανεγνώρισε παρευρισκόμενα κατά την εξέταση οικεία της πρόσωπα και υπήρχε αισθητή μείωση όλων των ανωτέρω πνευματικών λειτουργιών της. Μετά και τούτο κατόπιν σχετικής αιτήσεως της εναγούσης συνεκλήθη υπό την προεδρία του Ειρηνοδίκου Καλαμάτας το αρμόδιο συγγενικό συμβούλιο και ομοφώνως αποφάνθηκε ότι η εν λόγω θεία της εναγούσης έπασχε από διαρκή πνευματική νόσο που απέκλειε την χρήση του λογικού και δη από γεροντική άνοια, ένεκα της οποίας αδυνατούσε να επιμεληθεί του εαυτού και της περιουσίας της και επομένως υπήρχε ανάγκη διορισμού προσωρινού διαχειριστή της περιουσίας της, οίον διόρισε την ενάγουσα. Ακολούθως κατόπιν της από 29-7-1988 σχετικής αιτήσεως της τελευταίας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την υπ' αριθμ. 198/1988 απόφασή του διόρισε την ενάγουσα προσωρινή διαχειρίστρια της προαναφερομένης Σ. Π., κρίναν ότι η τελευταία έπασχε από γεροντική άνοια και σωματική νόσο και ένεκα αυτού δεν μπορούσε να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας. Επομένως εκ των ανωτέρω ως αποδειχθέντων γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών και δη: α) ότι από των αρχών του έτους 1987, ήτοι από έτους και πλέον προ της καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως, η ως άνω Σ. Π. ήταν υπέργηρος, ηλικίας 91 ετών, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως βαρηκοΐα, διαταραχή μνήμης και αρτηριοσκλήρυνση, εξασθένηση και ιδιορρυθμία του χαρακτήρα των υπέργηρων και ήταν κατάκοιτη, β) ότι στην κατά τον ανωτέρω χρόνο (αρχές του έτους 1987) συμφωνία για την φροντίδα της και την περιποίηση της από την εναγομένη εφ' όρου ζωής της, όπως επίσης και για την αμοιβή της τελευταίας για τις υπηρεσίες της αυτές, δεν προήλθε η ίδια η ως άνω πωλήτρια, όπως φυσικώ τω λόγω σε διαφορετική περίπτωση "θα προέβαινε η ιδία, αλλά προήλθαν οι προαναφερόμενοι συγγενείς της, επίσης προ έτους και πλέον προ της καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως, γ) ότι ένα μήνα μετά την σύνταξη του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου διαγνώσθηκε ιατρικώς ότι ενεφάνιζε τα ανωτέρω συμπτώματα και έπασχε από γεροντική άνοια, υπό την προεκτεθείσα έννοιά της, η οποία είναι χρονία και προοδευτικώς εξελισσόμενη πνευματική ασθένεια και όχι αιφνιδίως εμφανιζόμενη τοιαύτη, δ) ότι η εκ της τοιαύτης καταστάσεως της αδυναμία της προς χρήση του λογικού της διαγνώσθηκε τόσον από το συγγενικό συμβούλιο αυτής όσον και από το δικαστήριο που διόρισε την ενάγουσα προσωρινή διαχειρίστρια αυτής και ε) ότι δεν αποδεικνύεται ότι η Σ. Π. είχε ανάγκη χρημάτων, ή ότι υπήρχε κάποιος άλλος λόγος που να δικαιολογεί την τοιαύτη υπ' αυτής πώληση των εν λόγω ακινήτων της στην εναγομένη, αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι το ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο δεν συντάχθηκε με ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση της πωλήτριας εν γνώσει τελούσης της σπουδαιότητος της πράξεως αυτής και του περιεχομένου της, καθ' ότι αυτή ακόμη και κατά τον χρόνο τούτον (3-5-2008) εστερείτο, εξ αιτίας της ειρημένης παθήσεώς της, της χρήσεως του λογικού της, με συνέπεια έτσι να αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεώς της με λογικούς υπολογισμούς. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από άλλο αποδεικτικό μέσο, καθ' όσον περί του αντιθέτου δεν αποδεικνύεται κανένα περιστατικό. Ειδικότερον δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μη συγγενών προς τους διαδίκους μαρτύρων ... οι οποίοι μάλιστα παρέστησαν κατά την σύνταξη του ανωτέρω συμβολαίου και εξεταζόμενοι κατέθεσαν ότι έβλεπαν την ως άνω υπερήλικη να βρίσκεται σε καλή πνευματική κατάσταση και αν και βαρήκοη να διαβάζει και να συνεννοείται χωρίς πρόβλημα, ότι η συμβολαιογράφος την ρώτησε κατ' επανάληψη αν ξέρει τι κάνει κι είπε ότι ξέρει τι κάνει, δεν θέλει όμως η εναγομένη να την βγάλει από το σπίτι μέχρις ότου πεθάνει, καθ' όσον η περί τούτων κατάθεσή τους δεν είναι πειστική και αναιρείται από το ως άνω ως αποδειχθέν γενόμενο δεκτό περιστατικό, ότι προ της συντάξεως του συμβολαίου τούτου, και δη κατά τις αρχές του έτους 1987 δεν προέβη η ιδία στην συμφωνία με την εναγομένη για να την περιποιείται και να την φροντίζει η τελευταία, αλλά οι προαναφερόμενοι συγγενείς πράγμα που βεβαίως οπωσδήποτε δεν θα συνέβαινε εάν είχε την χρήση του λογικού και μπορούσε με λογικούς λογισμούς να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της. Ισχυρίζεται βεβαίως η εναγομένη, ότι εφ' όσον η ενάγουσα δεν προσβάλει ως πλαστό το ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο, τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό περιστατικά ότι η εν λόγω πωλήτρια Σ. Π. δήλωσε την περί μεταβιβάσεως των ως άνω ακινήτων βούλησή της γνωρίζοντας και αντιλαμβανόμενη το περιεχόμενο αυτής και ότι τούτο βεβαίωσαν και οι προαναφερόμενοι μάρτυρες ... ως βεβαιούμενα υπό της συνταξάσης τούτο συμβολαιογράφου ότι ενώπιόν της έλαβαν χώρα, πλήρως αποδεικνύονται και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη. Ο ισχυρισμός της αυτός είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος γιατί η βεβαίωση του συμβολαιογράφου στο συμβόλαιο πωλήσεως ακινήτου ότι ο πωλητής έχει συνείδηση των πράξεών του ή ότι έχει την χρήση του λογικού, αποτελεί αντικειμενική κρίση και αντίληψη αυτού, που δεν εμποδίζει την απόδειξη της ανικανότητας αυτού (πωλητού), χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το συμβόλαιο ως πλαστό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων κατ' ουσίαν βασίμως η ενάγουσα ισχυρίζεται με την κυρία βάση της αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφασις, ότι η υπό της κληρονομουμένης υπ' αυτής θείας της Σ. θυγ. Λ. Π. γενομένη προς την εναγομένη δήλωση βουλήσεώς της περί μεταβιβάσεως της κυριότητος των προπεριγραφομένων ακινήτων δια του μεταγεγραμμένου πωλητηρίου συμβολαίου, εγένετο κατά τον ως άνω χρόνο κατά τον οποίον αυτή έπασχε από την πνευματική ασθένεια της γεροντικής ανοίας ένεκα της οποίας εστερείτο της χρήσεως του λογικού της και συνεπώς είναι απολύτως άκυρη, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 131 του ΑΚ, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεως του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996.
Συνεπώς η ως άνω αγωγή της εναγούσης πρέπει να γίνει δεκτή κατά την κυρία βάση της ως κατ' ουσία βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι ένεκα του ως άνω λόγου η ανωτέρω δικαιοπραξία είναι άκυρη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η ανωτέρω πωλήτρια των ενδίκων ακινήτων εστερείτο της χρήσεως του λογικού κατά τη σύναψη της συμβάσεως, η οποία ως εκ τούτου, ήταν άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο.
Με το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, πρέπει ο αναιρεσείων να είχε επικαλεσθεί τις φερόμενες ως αγνοηθείσες αποδείξεις, με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση•• δεν συνιστά δε νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων η γενική αναφορά ως προς αυτά σε προτάσεις προηγουμένων συζητήσεων, έστω και αν αυτές ενσωματώνονται στις νέες προτάσεις, (βλ. Ολ.ΑΠ 9/2000, ΑΠ 1511/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν "τις από 3-5-1988 βεβαιώσεις της Σ. Π. προς την παραπάνω συμβολαιογράφο Καρδαμύλης, τις από 15-4-1988 δηλώσεις της Σ. Π. προς τη ΔΟΥ Καλαμάτας για το φόρο μεταβίβασης ακινήτου, καθώς και το υπογεγραμμένο απ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ.", τα οποία η αναιρεσείουσα αναφέρει ότι είχε επικαλεσθεί "με τις συννόμως κατατεθείσες προτάσεις της πριν από την έναρξη της συζητήσεως ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη των ισχυρισμών της".
Από την επισκόπηση όμως των από 7-5-2008 εγγράφων προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί τα επίμαχα έγγραφα με γενική αναφορά σε προτάσεις προηγουμένων συζητήσεων, όπου γινόταν όντως επίκλησή τους. Έτσι, με βάση τα προεκτεθέντα, ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως.
Περαιτέρω, προβάλλονται αορίστως και εντεύθεν απαραδέκτως οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι, διότι δεν είναι σαφές ποιες συγκεκριμένες νομικές πλημμέλειες αποδίδονται μ' αυτούς στην πληττόμενη απόφαση. Ειδικότερα αναφέρονται σχετικώς στην αίτηση αναιρέσεως τα ακόλουθα: "Με τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο Ναυπλίου παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις περί πωλήσεως (513) του ΑΚ υποπίπτουσα, στον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως ... . Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφόσον εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις και κράτησε την υπόθεση προς έρευνα, έπρεπε να ερευνήσει πριν τη νομική και πραγματική νομιμότητα της αγωγής και δη αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των υπό του νόμου οριζομένων προϋποθέσεων του παραδεκτού της ασκήσεως και συζητήσεως αυτής πράγμα που δεν έκανε και ιδίως δεν ερεύνησε: 1/ αν ενεγράφη η παραπάνω αγωγή στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου, 2/ αν υπεβλήθη η προβλεπομένη από το άρθρο 106 παρ.1 του ν.δ. 118/1973 δήλωση φόρου κληρονομιάς για τα ακίνητα και 3/ αν εγένετο αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή της από την αντίδικο. 5/ Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μολονότι ισχυρίστηκα δια των εγγράφων προτάσεών μου τόσο πρωτόδικα όσο και σ' αυτό ότι το δικόγραφο της αγωγής της αντιδίκου είναι αόριστο και πρέπει ν' απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη ωστόσο δέχθηκε την αγωγή ως νομικά βάσιμη και ορισμένη. Αυτά όμως δεχόμενο το παραπάνω δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. και αναιρέσιμη κατέστησε την απόφασή του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.α και 14 του Κ.Πολ.Δ. 6/ Στο άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη". Προφανώς στην έννοια "κάθε δικαστική απόφαση" εμπεριέχεται και η προσβαλλομένη απόφαση, όπως εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει και από το άρθρο 559 παρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς και στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση θα έπρεπε να εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε και στην τελική κρίση του Δικαστηρίου. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη περιέχει αντιφάσεις και αοριστίες ιδιαιτέρως για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναιρετέα κατέστησε την απόφασή του για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 παρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.".
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-4-2009 αίτηση της Ζαχάρω χήρας Σωτηρίου Φουντέα για αναίρεση της 298/2008 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ?? ?? ?? ?? αριθμ. απόφ. 1053/2012 - σελ. 2