Supreme Court allows partial appeal on lawyer fees while remanding case for new trial on main claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeals regarding the partial admission of a lawyer's fee claim but remanded the case for a new substantive trial on the main claim. The parties argued for the acceptance of the fee claim based on minimum fee limits, while the opposing side sought dismissal. The court ruled that since the main claim was already rejected, the entire appealed judgment must be quashed to allow a fresh examination of the fee issue without re-litigating the main claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 KPolD; Art. 580 KPolD: When a judgment partially admitting a claim is appealed and the main claim is already rejected, the entire judgment must be quashed to permit a new trial on the admitted portion without re-examining the rejected main claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1052 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1052/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Της αναιρεσείουσας: Δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γιαννόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Μ. του Ε., κατοίκου Εκάλης Αττικής, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Κατσαρού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Β) Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. του Ε., κατοίκου Εκάλης Αττικής, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Κατσαρού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γιαννόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2013 αγωγή της Α) αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 118/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2683/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η Α)αναιρεσείουσα με την από 13-11-2018 αίτησή της και τους από 7-10-2019 πρόσθετους λόγους της.
Εκδόθηκε η 108/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την υπόθεση και παρέπεμψε αυτήν για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3109/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η Α)αναιρεσείουσα με την από 22-1-2022 αίτηση αναίρεσής της και η Β) αναιρεσείουσα με την από 17-3-2022 αίτηση αναίρεσής της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαλαματένια Κουράκου. Οι πληρεξούσιοι των Α+Β αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των Α+Β αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1105/2022, ΑΠ 367/2020).
Στην κρινόμενη υπόθεση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, των από 22-1-2022 με αριθ. καταθ. 1901/179/10-3-2022 και από 17-3-2022 με αριθ.καταθ. 2130/203/17-3-2022 αιτήσεων, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά τη ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθμ. 3109/1-7-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 108/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 13-11-2018 (αριθ.καταθ.10466/851/2018) αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας - τότε αναιρεσείουσας, αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ'αριθμ.2683/2018 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, για παραβίαση των αναφερομένων σ' αυτήν ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (άρθρ. 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ) και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Οι ως άνω αιτήσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης καθόσον από την έρευνα των φακέλων δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορείας της υπόθεσης: Με την ένδικη από 9 Δεκεμβρίου 2013 και με αριθ. κατάθ.165987/440/2013 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρία ισχυρίσθηκε, ότι δυνάμει του από 2 Ιουλίου 2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας, επιβεβαιωτικού δοθείσας από το Μάιο του 2007 εντολής, που κατήρτισε με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα, η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη την εκτέλεση όλων των αναγκαίων πράξεων για την τακτοποίηση της κληρονομικής της μερίδας, προκειμένου να περιέλθουν σε αυτήν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της καταληφθείσας σε αυτή κληρονομιαίας περιουσίας, ως κληρονόμου του θανόντος στις 28-.9-2006 πατέρα της Ε.
Μ., δυνάμει της από 5-4-2002 δημόσιας διαθήκης αυτού (τα κύρια σημεία του περιεχομένου της οποίας διαλαμβάνονται στην αγωγή), καταρτισθείσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Β. Κ., με την με αριθ. ... συμβολαιογραφική πράξη αυτής και δημοσιευθείσας με το με αριθ.... πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ότι ειδικότερα με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγόμενη ανέθεσε στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία να αποδεχθεί για λογαριασμό της την επαχθείσα σε αυτήν εκ διαθήκης ως άνω κληρονομία του πατέρα της, αποτελούμενη από ακίνητα, κινητά, μετοχές και μετρητά και να προβεί στις αναλυτικά αναφερόμενες στο πιο πάνω συμφωνητικό και στην αγωγή επί μέρους ενέργειες για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.
Ότι η αμοιβή της ενάγουσας για τη διεκπεραίωση της όλης υπόθεσης συμφωνήθηκε αρχικά σε ποσοστό δέκα οκτώ (18%) επί της πραγματικής αξίας του συνόλου της κληρονομικής μερίδας που θα περιερχόταν στην εναγόμενη, ποσοστό το οποίο μειώθηκε εκ των υστέρων σε δώδεκα (12%), κατόπιν σχετικής πρότασης της εναγόμενης που αποδέχθηκε η ενάγουσα στις 23 Ιουλίου 2007 και ότι επίσης συμφωνήθηκε ότι τα έξοδα που θα απαιτούνταν για όλες τις διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες θα τα κατέβαλε η ενάγουσα και θα της επιστρέφονταν από την εναγόμενη μετά το πέρας της υπόθεσης και τη λήξη της εντολής.
Ότι ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι η ενάγουσα αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποπερατώσει την υπόθεση και, εάν απαιτηθεί, να διεξάγει δίκες μέχρις τελεσιδικίας αυτών, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή η ίδια, τα μέλη της ή ο τυχόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος δικηγόρος και ότι ο όρος αυτός, καίτοι συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των μερών, δεν περιελήφθη και στην ως άνω έγγραφη συμφωνία, διότι θεωρήθηκε αυτονόητος, ενόψει μάλιστα του ότι για το κύρος της σύμβασης εργολαβίας δίκης δεν προϋποτίθεται η τήρηση τύπου.
Ότι η συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως εξής: α) επί της αξίας των ακινήτων, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών που θα επέρχονταν με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής κληρονομίας στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία, β) επί της αξίας των μετοχών, εισηγμένων και μη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών για την περιέλευση αυτών στο όνομα της εναγόμενης με την εγγραφή αυτής ως αποκλειστικής κυρίας των αναλογουσών σε αυτή μετοχών στα μετοχολόγια των εκδοτριών εταιρειών, γ) επί της αξίας των κινητών, αμέσως μετά την παράδοσή τους στην εναγόμενη από τους εκτελεστές διαθήκης ή αμέσως μετά την καταβολή ή τη διανομή του προϊόντος πώλησής τους από τους τελευταίους, δ) επί της αξίας των μετρητών, μετά την οριστικοποίηση του υπολοίπου που θα προέκυπτε μετά την τήρηση της προβλεπόμενης στη διαθήκη διαδικασίας.
Ότι στο πλαίσιο της διεκπεραίωσης της δοθείσας εντολής, η ενάγουσα διά του διαχειριστή αυτής, των μελών και των συνεργατών της δικηγόρων προέβη στις αναλυτικά εκτιθέμενες στην αγωγή ενέργειες [μελέτη περιεχομένου διαθήκης, της οποίας όροι δημιουργούσαν διάφορα νομικά ζητήματα για τους οποίους γνωμοδότησαν σχετικά, συνεννοήσεις με τους εκτελεστές της διαθήκης και συναντήσεις -15 φορές - για την επίλυση ζητημάτων της κληρονομίας, συγκέντρωση όλων των δικαιολογητικών για την υποβολή φόρου κληρονομίας και για τη σύνταξη της πράξης αποδοχής της κληρονομίας, μεταβάσεις στα υποθηκοφυλακεία Κορίνθου και Θεσσαλονίκης για τον έλεγχο τίτλων και βαρών επί των αναγραφομένων στη διαθήκη κληρονομιαίων ακινήτων, λήψη δώδεκα (12) αντιγράφων συμβολαίων κτήσης των εν λόγω ακινήτων, ανεύρεση ενός ακόμη ακινήτου (χώρου στάθμευσης) στην περιοχή Ζωγράφου που δεν περιλαμβανόταν στη διαθήκη, υποβολή αιτήσεων και λήψη πιστοποιητικών από το Πρωτοδικείο Αθηνών περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης, περί μη προσβολής κληρονομικού δικαιώματος και περί μη αποποίησης της κληρονομίας, υπολογισμό των αντικειμενικών αξιών των κληρονομιαίων ακινήτων με βάση τους σχετικούς πίνακες του Υπουργείου των Οικονομικών, υποβολή αιτήσεων και λήψη βεβαιώσεων από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών για την αξία των αναγραφομένων στην αγωγή μετοχών διαφόρων εισηγμένων ανωνύμων εταιρειών κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομηθέντ ος και της εσωτερικής αξίας κατά τον αυτό χρόνο των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών άλλης ανώνυμης εταιρείας, έλεγχο του υπολοίπου σε μετρητά ατομικών λογαριασμών σε ελληνικές Τράπεζες του κληρονομουμένου και σε λογαριασμούς εταιρειών του, διεξαγωγή έρευνας στα αστυνομικά τμήματα Γλυφάδας και Αιγάλεω για τον έλεγχο της νομιμότητας της κατοχής από τον τελευταίο ένδεκα συνολικά όπλων, υποβολή πρότασης στην εναγόμενη για προσφυγή στα δικαστήρια σχετικά με αμφισβήτηση ως προς την ερμηνεία όρου της διαθήκης, απορριφθείσας από αυτήν, σύνταξη δήλωσης φόρου κληρονομίας μετά σχετική συνεννόηση με τους εκτελεστές προκειμένου να μην υπάρχουν διαφορές με τις δηλώσεις των λοιπών κληρονόμων, υποβολή σχεδίου με όλα τα αναγκαία στοιχεία (συμβόλαια) κλπ στη συμβολαιογράφο Αθηνών Φ.
Π. για τη σύνταξη πράξης αποδοχής της κληρονομίας και υποβολή αίτησης για μεταγραφή αυτής στα Υποθηκοφυλακεία Κορίνθου και Θεσσαλονίκης, διανομή των όπλων μεταξύ των συγκληρονόμων με κλήρωση, σύνταξη των σχετικών σχεδίων αυτούσιας εξώδικης διανομής των μετοχών διαφόρων ανωνύμων εταιρειών και διενέργεια όλων των ενεργειών για τη διανομή, ούτως ώστε η εναγόμενη να καταστεί αποκλειστική κυρία των αναλογουσών σε αυτήν μετοχών και α) να καταχωρηθεί στο τηρούμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχολόγιο ως αποκλειστική κυρία 4.032 μετοχών της ..., 5.228 μετοχών της ...
Α.Ε., 7.516 μετοχών της ... Α.Ε., 2.975 μετοχών της …, 600 μετοχών της ...... και 842 μετοχών της ... και β) να καταχωρηθεί στο μετοχολόγιο της μη εισηγμένης εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕ, ως αποκλειστική κυρία 19.965 μετοχών αυτής, παράσταση εκπροσώπων της για λογαριασμό της εναγόμενης στις τακτικές γενικές συνελεύσεις της εταιρείας ...''.." των ετών 2007 και 2008 για την έγκριση των οικονομικών χρήσεων των ετών 2006 και 2007, παραστάσεις σε διοικητικά συμβούλια της εταιρείας αυτής προς υπεράσπιση των συμφερόντων της εναγόμενης, υποβολή δήλωσης κτηματογράφησης ενός ακινήτου της εναγόμενης στη Νέα Ευκαρπία Θεσσαλονίκης στο Γραφείο Κτηματογράφησης του οικείου Δήμου και συνεννοήσεις για την τύχη τεσσάρων αυτοκινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας για τα οποία οι συγκληρονόμοι κατέληξαν σε σχετική συμφωνία].
Ότι με τις ως άνω ενέργειες τακτοποιήθηκαν όλα τα θέματα της κληρονομικής διαδοχής σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης εργολαβίας και ειδικότερα: α) ολοκληρώθηκαν οι ενέργειες για τα ακίνητα με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής της κληρονομίας στα αρμόδια Υποθηκοφυλακεία και στο Κτηματολόγιο, β) ολοκληρώθηκαν οι εργασίες για τη διανομή των μετοχών και τη νομιμοποίηση της εναγόμενης ως αποκλειστικής κυρίας αυτών έναντι των εκδοτριών αυτών εταιρειών, τόσο των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, όσο και των μη εισηγμένων, γ) περατώθηκαν οι εργασίες που αφορούσαν τα κινητά, με παράδοση των όπλων που κληρώθηκαν στην εναγόμενη και τη νομιμοποίησή της έναντι των Αρχών και τακτοποιήθηκε το θέμα των αυτοκινήτων και δ) οριστικοποιήθηκε το ποσό των μετρητών χρημάτων που αναλογούσε στην εναγομένη, μετά την εφαρμογή σχετικών όρων της διαθήκης.
Ότι η συνολική αξία των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στην εναγομένη υπό την πιο πάνω ιδιότητα ανήλθε στο ποσό των 20.528.312,13 ευρώ, όπως τα επί μέρους αυτά στοιχεία αναφέρονται αναλυτικά, κατ` είδος, ποσότητα και αξία στην αγωγή. Ότι με βάση τα όσα συμφωνήθηκαν με το από 2-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως τροποποιήθηκε με την από 23-7-2007 συμφωνία ως προς το ποσοστό της αμοιβής, η οφειλόμενη μετά την επιτυχή περάτωση της ως άνω εντολής από 12% αμοιβή και, αφού αφαιρεθεί από την κληρονομιαία περιουσία ποσό 301.650,75 ευρώ που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία των 3/16 επί οκτώ οικοπέδων στο Λουτράκι Κορινθίας και ποσό 20.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία των αυτοκινήτων, τα οποία σύμφωνα με όρο της διαθήκης δεν περιήλθαν τελικώς στην περιουσία της εναγόμενης, ανέρχεται στο ποσό των 2.424.799,36 ευρώ [20.528.312,13 - (301.650,75 + 20.000) = 20.206.661,38 Χ 12%], επί του οποίου οφείλεται Φ.Π.Α.
από 23%, αξίας 557.703,85 ευρώ. Ότι συνολικά η κατά τα άνω οφειλή της εναγόμενης προς την ενάγουσα κατά την κύρια βάση της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 2.982.503,21 ευρώ. Ότι μετά την περάτωση της ανατεθείσας κατά τα άνω εντολής, η εναγόμενη με την από 19-10-2010 επιστολή της κάλεσε την ενάγουσα να μην ασχοληθεί περαιτέρω με την υπόθεση και να της αποστείλει αναλυτικό λογαριασμό σχετικά με όσες ενέργειες πραγματοποίησε η ενάγουσα για λογαριασμό της, αναγνωρίζοντας έτσι την εγκυρότητα της συμφωνίας κατά την οποία η αμοιβή της ενάγουσας εξαρτάτο από το αποτέλεσμα της εργασίας της.
Ότι η εκ μέρους της εναγόμενης κατά τα άνω ανάκληση της εντολής υπήρξε αδικαιολόγητη και αντισυμβατική χωρίς να συντρέχει περίπτωση υπαιτιότητας εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας και κατά συνέπεια αυτή υποχρεούται να καταβάλει στην τελευταία τη συμφωνηθείσα αμοιβή, κατά το άρθρο 170 του Κώδικα των Δικηγόρων.
Ότι, επικουρικά, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργολαβίας είναι άκυρη, διότι δεν περιελήφθη σε αυτήν εγγράφως η ρήτρα του άρθρου 92 παρ. 5 του Κώδικα των Δικηγόρων, η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει το ίδιο ποσό με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε άλλη δικηγορική εταιρεία ή μεμονωμένο δικηγόρο με τις ίδιες δυνατότητες για τη διεκπεραίωση της αυτής υπόθεσης.
Ότι, όλως επικουρικότερα, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία τα αξιούμενα στην αγωγή επί μέρους χρηματικά ποσά με βάση τα προβλεπόμενα από τις οικείες ρυθμίσεις των άρθρων 98 παρ. 1, 156, 160, 161 παρ. 1 και 176 του Κώδικα των Δικηγόρων, ευθέως ή αναλόγως εφαρμοζομένων, ελάχιστα όρια αμοιβής της τελευταίας για τις περιγραφόμενες αναλυτικά στην αγωγή επί μέρους εξώδικες πράξεις αυτής, εκτεινόμενες σε περίοδο τριετίας και πλέον, προσαυξανόμενες αναλόγως λόγω του δαπανηθέντος χρόνου, της σοβαρότητας της υπόθεσης και των εν γένει συνθηκών το συνολικό ποσό των 183.580 ευρώ, επί του οποίου οφείλεται επί πλέον ο από 23% ΦΠΑ ύψους 42.223 ευρώ και ότι της οφείλει επομένως η εναγόμενη κατά την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής το συνολικό ποσό των 225.803 ευρώ.
Ότι πέραν των ανωτέρω η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία και τα έξοδα στα οποία προέβη η τελευταία για τη διεκπεραίωση της εντολής, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, τα οποία, όπως αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.753 ευρώ. Με την επίκληση του πιο πάνω ιστορικού και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου πρακτικά συνεδρίασης δίκης και με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της, η ενάγουσα ζήτησε, κατά την κύρια βάση της αγωγής, ν` αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.424.799,36 ευρώ, ως συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, πλέον του αναλογούντος σε αυτή Φ.Π.Α.
ύψους 557.703,85 ευρώ, άλλως και επικουρικά τα ίδια ως άνω ποσά με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, άλλως και επικουρικότερα το ποσό των 183.580 ευρώ ως δικηγορική αμοιβή αυτής για τις αναγραφόμενες ανωτέρω εξώδικες ενέργειες της ενάγουσας προς διεκπεραίωση της εντολής, πλέον του αναλογούντος σε αυτές Φ.Π.Α.
ύψους 42.223 ευρώ, ως και το ποσό των 4.753 ευρώ για έξοδα, όλα δε τα ποσά της αμοιβής με το νόμιμο τόκο από 25-10-2010, ημέρα που με επιστολή της προς την εναγόμενη ζήτησε την καταβολή της αμοιβής της, άλλως από 23-12-2010 οπότε όχλησε σχετικά αυτήν με εξώδικη δήλωση, απάντηση και διαμαρτυρία, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ` αριθ. 118/16-9-2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη η αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση από σύμβαση εργολαβίας δίκης και κατά την πρώτη επικουρική βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η ως κατ` ουσία βάσιμη κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια ως προς ορισμένο κεφάλαιο αυτής, ενώ είχε απορριφθεί κατά τα λοιπά κεφάλαια κατά την εν λόγω επικουρική της βάση ως αβάσιμη κατ` ουσία.
Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκαν οι από 29-11-2016 (αριθ. κατάθ. 4745/2016) και από 9-1-2017 (αρ. κατάθ. 42/2017) αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της δεύτερης κατά τα άνω έφεσης της εναγόμενης και στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της πρώτης κατά τα άνω έφεσης της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, εξαφανίσθηκε η ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση με την υπ` αριθ. 2683/31-5-2018 απόφαση του απέρριψε ως αόριστη την αγωγή τόσο κατά την κύρια αυτής βάση από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης, όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια [η πρώτη επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Κατά της παραπάνω απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου η εκκαλούσα-ενάγουσα άσκησε την από 13-11-2018 (αριθ.καταθ.10466/851/ 2018 αναίρεση και τον από 7-10-2019 (αριθ.καταθ. 96/2019 πρόσθετο λόγο αναίρεσης επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 108/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 2683/2018 εφετειακή απόφαση, επειδη υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτήν με τους πρώτο και τέταρτο λόγους του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και ειδικότερα διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 εδ.
α του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954) αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής και εκείνες των άρθρων 91 παρ.1, 92 παρ.1, 98 (σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 156, 160, 161 παρ.1, 176) του ιδίου Κώδικα αναφορικά με την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής [με εξαίρεση το κονδύλιο των 400 ευρώ], επειδή για το ορισμένο της αγωγής τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση, αξίωσε επί πλήρους ορισμένης κατά τα λοιπά αγωγής για τη νομική θεμελίωση των πιο πάνω αξιώσεων στοιχεία που ο νόμος δεν απαιτεί, καθότι περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της.
Ειδικότερα: Α) ως προς την κύρια βάση της αγωγής, στο οικείο δικόγραφο αναφέρονται α) η κατάρτιση της από 23-7-2007 σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων και το αντικείμενο της και συγκεκριμένα η εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας εκτέλεση όλων των αναγκαίων ενεργειών για την τακτοποίηση της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης, προκειμένου να περιέλθουν σε αυτήν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της καταληφθείσας σε αυτή κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της, με περαιτέρω μνεία του ρητώς συμφωνηθέντος προφορικά όρου αυτής ότι σε περίπτωση αποτυχίας η ενάγουσα δεν θα δικαιούται οιασδήποτε αμοιβής, β) το ύψος της αμοιβής με αναφορά στο συμφωνηθέν με τροποποιητική συμφωνία ποσοστό από 12% επί της πραγματικής αξίας του συνόλου της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης, η καταβολή της οποίας θα λάμβανε χώρα με την ολοκλήρωση των αναφερομένων στην αγωγή ενεργειών, αναλόγως του είδους των επί μέρους περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων, μετοχών, κινητών, μετρητών), γ) η επιτυχής ολοκλήρωση της ανατεθείσας ως άνω εργασίας με τη διενέργεια των λεπτομερώς αναγραφομένων στην αγωγή αναγκαίων προς τούτο εξώδικων πράξεων και ενεργειών εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας για τη διεκπεραίωση της εντολής, η οποία είχε ολοκληρωθεί κατά το χρόνο που η εναγόμενη με επιστολή της στις 19-10-2010 ανακάλεσε την εντολή, δ) μνεία του ύψους της προκύπτουσας αμοιβής, βάσει του πιο πάνω ποσοστού επί της αναγραφόμενης αξίας της περιελθούσας τελικά στην εναγόμενη κληρονομιαίας περιουσίας και του αναλογούντος σε αυτήν (αμοιβή) από 23% ΦΠΑ και Β) ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, στο οικείο δικόγραφο διαλαμβάνονται α) η παρασχεθείσα εκ μέρους της εναγομένης προς την ενάγουσα δικηγορική εταιρεία εντολή με αντικείμενο την εκ μέρους της τελευταίας εκτέλεση όλων των αναγκαίων πράξεων για την τακτοποίηση της κληρονομικής της μερίδας της εναγομένης, προκειμένου να περιέλθουν σε αυτήν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της καταληφθείσας σε αυτή κληρονομιαίας περιουσίας, β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την διενέργεια εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας των αναλυτικώς αναγραφομένων στην αγωγή επί μέρους εξώδικων πράξεων, για τις οποίες αυτή δικαιούται με βάση την αξία της καθεμίας εξ αυτών την έναντι εκάστης εξ αυτών αναγραφομένη αμοιβή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα δικηγόρων ελάχιστα όρια ή τη συνήθη ανά ώρα απασχόλησης αμοιβή, γ) μνεία των στοιχείων που δικαιολογούν αυξημένη αμοιβή, ήτοι του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς και των ιδιαζουσών περιστάσεων, συνεπεία των οποίων η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία δικαιούται μεγαλύτερης αμοιβής για τις επί μέρους ενέργειες σε σχέση με την προκύπτουσα ελαχίστη αμοιβή γι` αυτές κατά τον Κώδικα των Δικηγόρων και δ) μνεία του αθροίσματος των πιο πάνω αμοιβών, και του αναλογούντος από 23% ΦΠΑ.
Γενομένης δεκτής της ανωτέρω αναίρεσης της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Με την από 21-5-2020 κλήση της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας επαναφέρθηκαν προς κρίση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, τόσο η από 21-11-2016 έφεση της ενάγουσας, όσο και η από 9-1-2017 έφεση της εναγόμενης κατά της υπ' αριθμ. 118/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης υπ αριθ. 3109/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ορισμένη η αγωγή ως προς την κύρια και τη δεύτερη επικουρική βάση της, σύμφωνα με την προεκτεθείσα με αριθμό 108/2020 αναιρετική απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης, και στη συνέχεια αφού κρίθηκε νόμιμη η αγωγή κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια [η πρώτη επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με λόγο έφεσης] έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η αγωγή κατά τη βάση της αυτής και απορριπτομένων κατ' ουσίαν των εφέσεων, επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία είχε αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.940,75 ευρώ ως αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής καθώς και το ποσό των 4.816,37 ευρώ ως αναλογούντα ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής στην ενάγουσα του ανωτέρω οφειλομένου κεφαλαίου.
Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν τις ένδικες αναιρέσεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (ΚπΔ), που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του ως άνω προ του ν. 4194/2013 ΚπΔ (ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 § 3 του ίδ.κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της § 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος.
Από τις άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 201 ΑΚ, συνάγεται: α) ότι η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή, β) ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, γ) χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου, δ) ότι δεν τίθενται περιορισμοί ως προς το είδος της αμοιβής, η οποία μπορεί να τελεί "εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως", σύμφωνα με την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%), ε) ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό ή διαφορά ή περατωθεί η εργασία, στ) ότι μόνο η αμοιβή του δικηγόρου εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της έκβασης της δίκης, όχι δε και η αξίωση για την καταβολή των εξόδων, η οποία, πλην από αντίθετη συμφωνία, είναι ανεξάρτητη από το άνω αποτέλεσμα και ζ) ότι επί εργολαβίας της δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται την αμοιβή του (20%) και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 133/2018).
Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 396/2017, ΑΠ 730/2015).
Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η, δικονομικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 95 § 2 εδ. α' του ΚπΔ, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ και συνεπώς επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως, σύμφωνα με τα άρθρα 677 § 1 και 681 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 § 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΟλΑΠ 40/1988, ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022).
Μόνο κατ` εξαίρεση η, περί εργολαβίας δίκης, συμφωνία πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως και να γνωστοποιείται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, σύμφωνα με την § 4 του ίδιου άρθρου 92 του ΚπΔ, στις περιπτώσεις που πρόκειται για διαφορές από μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο μη ληφθείσας άδειας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης και εν γένει κάθε απαίτηση αναγομένη στην εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών (απ 1531/2023, ΑΠ 1040/2020).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του ΚπΔ, συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 396/2017, ΑΠ 1388/2015).
Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022). Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανακλήσεως της εντολής είναι νομική (ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022). Η ανάκληση μπορεί να γίνει και προφορικά, ακόμη δε και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο (ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022). Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, η με βεβαιότητα δε προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερομένης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 133/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 518/2022, ΑΠ 202/2022, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 42/2020). Α)Επί της από 22-1-2022 με αριθ. καταθ. 1901/179/10-3-2022 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας δικηγορικής εταιρίας.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατ' εκτίμηση του δικογράφου, η αναιρεσείουσα-ενάγουσα δικηγορική εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 παρ.3 και 5 του ν.δ/τος 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων), την οποία δεν εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της, αλλά εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 170 του ίδιου ως άνω ν.δ/τος, που δεν ήταν εφαρμοστέα, και απέρριψε την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, με την οποία αξίωνε την συμφωνηθείσα από την σύμβαση εργολαβίας δίκης που συνήψε με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη την 2α -7-2007, ως μη νόμιμη, τον εν λόγω δε ισχυρισμό είχε προβάλλει με τον πρώτο λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του εξεταζόμενου λόγου, προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη με τις ακόλουθες παραδοχές: "Περαιτέρω, η αγωγή κατά την κυρία βάση της, με την οποία η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία ζητεί την καταβολή του ποσού των 2.424.799,36 ευρώ πλέον ΦΠΑ έκ 23% ύψους 557.703,85 ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 2.982.503,21 ευρώ ως συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή βάσει του από 2-7-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την από 23-7-2007 επιστολή της ενάγουσας, πλην όμως ματαιωθείσα (αμοιβή) λόγω της, αναφερόμενης σ'αυτή (αγωγή), αδικαιολόγητης, ανεπίτρεπτης και αντισυμβατικής ανάκλησης της εντολής, στηριζόμενης (της καταβολής της ως άνω συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής) στη διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, η ανάκληση της δοθείσας, κατά τα ανωτέρω, από την εναγομένη προς την ενάγουσα εντολής έλαβε χώρα μετά την περάτωση όλων των εξώδικων ενεργειών που πραγματοποιήθηκαν από την τελευταία (ενάγουσα), τη διεκπεραίωση των οποίων είχε αναλάβει με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας, όπως αυτό μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, και ως εκ τούτου η περί αμοιβής απαίτησή της είχε ήδη γεννηθεί με την επιτυχή ολοκλήρωση αυτών και δεν τελούσε υπό αναβλητική αίρεση, η οποία είχε, πλέον, πληρωθεί και κατόπιν τούτων η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία δικαιούται να αναζητήσει τη συμφωνηθείσα, κατά τα ανωτέρω, εργολαβική αμοιβή με βάση τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του του ν.δ.3026/1954 και όχι με τη διάταξη του άρθρου 170 του ιδίου ανωτέρω ν.δ. 3026/1954, με βάση την οποία θα μπορούσε αυτή (ενάγουσα) να αναζητήσει αποκλειστικά και μόνο αν οι εξώδικες ενέργειες δεν είχαν ολοκληρωθεί πριν την αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα δικηγορική εταιρία, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 παρ.3 και 5 του ν.δ/τος 3026/1954, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της. Και τούτο διότι το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, βάσει της αρχής "Jura novit Curia", προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή, ανεξαρτήτως, δηλαδή, των προβαλλομένων σχετικών ισχυρισμών (ΑΠ 518/2022).
Εν προκειμένω δε από τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αγωγή, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά προεκτέθηκε, διαλαμβάνονται όλα τα πραγματικά περιστατικά θεμελίωσης της κύριας βάσης της αγωγής στη διάταξη του άρθρου 92 παρ.3 και 5 του ν.δ/τος 3026/1954 και ειδικότερα ότι α) η κατάρτιση της από 2-7-2007 σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων και το αντικείμενο της και συγκεκριμένα η εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας εκτέλεση όλων των αναγκαίων ενεργειών για την τακτοποίηση της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης, προκειμένου να περιέλθουν σε αυτήν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της καταληφθείσας σε αυτή κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της, με περαιτέρω μνεία του ρητώς συμφωνηθέντος προφορικά όρου αυτής ότι σε περίπτωση αποτυχίας η ενάγουσα δεν θα δικαιούται οιασδήποτε αμοιβής, β) το ύψος της αμοιβής με αναφορά στο συμφωνηθέν με τροποποιητική συμφωνία ποσοστό από 12% επί της πραγματικής αξίας του συνόλου της κληρονομικής μερίδας της εναγόμενης, η καταβολή της οποίας θα λάμβανε χώρα με την ολοκλήρωση των αναφερομένων στην αγωγή ενεργειών, αναλόγως του είδους των επί μέρους περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων, μετοχών, κινητών, μετρητών), γ) η επιτυχής ολοκλήρωση της ανατεθείσας ως άνω εργασίας με τη διενέργεια των λεπτομερώς αναγραφομένων στην αγωγή αναγκαίων προς τούτο εξώδικων πράξεων και ενεργειών εκ μέρους της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας για τη διεκπεραίωση της εντολής, η οποία είχε ολοκληρωθεί κατά το χρόνο που η εναγομένη με επιστολή της στις 19-10-2010 ανακάλεσε την εντολή, δ) μνεία του ύψους της προκύπτουσας αμοιβής, βάσει του πιο πάνω ποσοστού επί της αναγραφόμενης αξίας της περιελθούσας τελικά στην εναγόμενη κληρονομιαίας περιουσίας και του αναλογούντος σε αυτήν (αμοιβή) από 23% ΦΠΑ.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η κύρια βάση της ένδικης αγωγής με την οποία η ενάγουσα δικηγορική εταιρία αξιώνει την επιδίκαση της αμοιβής της από τη σύμβαση εργολαβίας, που συνήψε κατ` εφαρμογή του άρθρου 92 παρ.3 και 5 εδ. α` του κατά τον κρίσιμο χρόνο έχοντος εφαρμογή Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ/μα 3026/1954), μετά την επιτυχή περάτωση της ανατεθείσας από την εναγόμενη εργασίας, είναι νόμιμη ερειδόμενη στην ως άνω διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του ν.δ/τος 3026/1954, στην οποία αυτεπαγγέλτως έπρεπε να υπαγάγει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως άνω πραγματικά περιστατικά, εφόσον είχε πληρωθεί η αίρεση της επιτυχούς διεκπεραίωσης της εντολής πριν από την ανάκληση αυτής.
Εσφαλμένα όμως, κατά τις ως άνω παραδοχές του, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 170 του ως άνω ν.δ/τος, η οποία προϋποθέτει αξίωση της από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής, όταν η εντολή ανακαλείται αδικαιολόγητα πριν από την ολοκλήρωση των με την εντολή ανατεθεισών ενεργειών, περίπτωση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, ως προεκτέθηκε.
Επομένως το Μονομελές Εφετείο αν και ορθά ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92 παρ.3 και 5 και 170 του ν.δ/τος 3026/1954, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 170 και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 92 παρ.3 και 5 και να την κρίνει νόμιμη, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια..
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της αμοιβής της ενάγουσας από την σύμβαση εργολαβίας δίκης. Β)Επί της από 17-3-2022 με αριθ.καταθ. 2130/203/17-3-2022 αίτησης αναίρεσης: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην απομένουν αμφιβολίες (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 900/2021, ΑΠ 1040/2020).
Ο ως άνω προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης προϋποθέτει έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των σχετικών ισχυρισμών και σύνταξη ελάσσονος πρότασης, με τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, από την προσβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος ή ως μη νόμιμος με την απόφαση που προσβάλλεται (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 90/2021, ΑΠ 1410/2017).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά την απόρριψη με ανεπαρκή αιτιολογία του ισχυρισμού της περι του κύρους της από 2-7-2007 σύμβασης εργολαβίας δίκης.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της 'εφεσίβλητης-εναγόμενης με τις ακόλουθες παραδοχές: "Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης εργολαβίας λόγω μη αναφοράς σ'αυτήν του όρου, ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει (ενν. τη δικηγορική εταιρεία) αμοιβή, κρίνεται απορριπτέος, αφού, όπως προαναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση, και επομένως ο συγκεκριμένος όρος είναι δυνατόν να συμφωνηθεί προφορικά και η απόδειξή του επιτρέπεται με κάθε αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου".
Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγόμενης περί ακυρότητας της έγγραφης σύμβασης εργολαβίας λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν του όρου περί μη λήψης αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας, δεχόμενο ότι ο όρος αυτός μπορεί να συμφωνηθεί και προφορικά στην ένδικη υπόθεση και να αποδειχθεί επιτρεπτά με κάθε αποδεικτικό μέσο. Τον ως άνω ισχυρισμό απέρριψε με νομικά επιχειρήματα και νομικούς συλλογισμούς αντλούμενα από τις νομικές σκέψεις που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που δεν αποτελούν "πράγματα" και όχι από αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν μόνον πραγματικά γεγονότα που αποτελούν αντικείμενο απόδειξης και πρέπει να αποδειχθούν και χωρίς να καταστρώσει ελάσσονα πρόταση, αφού δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της ερειδόμενης στη σύμβαση εργολαβίας δίκης, κυρίας βάσης της αγωγής, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη. Ως εκ τούτου οι αποδιδόμενες με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο πλημμέλειες του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 19, που προϋποθέτει σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη κατάστρωση ελάσσονος πρότασης και αρ. 11α, που προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (ΑΠ 2181/2015) και λήψη υπόψη ανεπίτρεπτων αποδεικτικών μέσων, δεν ιδρύονται εν προκειμένω και ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, εξαίρεση από τον κανόνα της παρ. 1 του αρθ. 219 του ΚΠολΔ, της απαγόρευσης άσκησης αγωγής υπό αίρεση, αναγνωρίζεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου για την επικουρική θεμελίωση της αγωγής, βάσει της οποίας παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα στήριξης της αγωγής σε άλλη ή άλλες βάσεις του ίδιου επίδικου ουσιαστικού δικαιώματος ή προβολής άλλης αίτησης διάγνωσης άλλου ουσιαστικού δικαιώματος, που στηρίζεται στην ίδια ή διαφορετική βάση, υπό την προϋπόθεση της προεξέτασης της κύριας βάσης και μετεξέτασης των επικουρικών βάσεων μόνο μετά την απόρριψη της κύριας και καθεμιάς από τις προηγούμενες επικουρικές, δηλαδή μετά την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία ασκήθηκε κάθε επικουρική βάση ή αντίστοιχο επικουρικό αίτημα.
Από δε τα άρθρα 579 και 581 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης καθώς και εκείνα του συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Εν όψει αυτών, η αναίρεση της απόφασης του Εφετείου κατά το κεφάλαιό της με το οποίο είχε απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος επεκτείνεται και έχει ως αναγκαίο δικονομικό παρεπόμενο την αναίρεση της ίδιας απόφασης και κατά το συμπροσβαλλόμενο με την αναίρεση κεφάλαιό της, που είχε ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, το Εφετείο και την είχε δεχθεί, αφού η έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής προϋποθέτει απόρριψη της κύριας βάσης, η οποία μετά την αναίρεση της απόφασης κατά το μέρος της που την δέχθηκε παραμένει εκκρεμής, η δε πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία ερευνήθηκε η επικουρική ανατρέπεται εκ των υστέρων (ΑΠ 546/2009), ενώ οι λόγοι αναίρεσης κατά της επικουρικής βάσης είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 282/2020) Στην προκειμένη περίπτωση, ως προεκτέθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε την κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη, ερεύνησε και δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση της καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια και επιδίκασε στην ενάγουσα το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό.
Με την δεύτερο αναιρετικό λόγο κάθε αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με αποδιδόμενες πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 1α (πρώτη αναίρεση), 1α και 19 (δεύτερη αναίρεση) ως προς την κατ' ουσίαν κρίση της για την εν μέρει παραδοχή της ως άνω επικουρικής βάσης της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης.
Σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση ήδη αναιρέθηκε, κατόπιν παραδοχής του πρώτου λόγου της αναίρεσης της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, που είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, κρίνεται συναναιρετέα η ίδια απόφαση και κατά το πληττόμενο με τις αναιρέσεις κεφάλαιό της που είχε δεχθεί την επικουρική βάση της αγωγής, που είχε ερευνήσει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, που παραμένει ήδη εκκρεμής (επικουρική βάση), χωρίς να εξετασθούν οι ως άνω σχετικοί λόγοι αναίρεσης.
Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της γενομένων δεκτών των κρινόμενων αιτήσεων. Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης με αριθμό 3109/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την υπ' αριθμ. 108/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από αναίρεση της προηγουμένης υπ' αριθμ. 2683/2018 απόφασης του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης των ενδίκων αναιρέσεων, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ' αναίρεση) απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο Τμήμα (ΑΠ 1105/2022, ΑΠ 503/2017,ΑΠ 481/2016).
Τέλος πρέπει, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν να συμψηφιστούν εν όλω για αμφότερες τις αιτήσεις τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. (άρθ. 179, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει: α) την από 22-1-2022 με αριθ. καταθ. 1901/179/10-3-2022 αίτηση της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) την από 17-3-2022 με αριθ.καταθ. 2130/203/17-3-2022 αίτηση της Σ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3109/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί στο σύνολό της την υπ' αριθμ. 3109/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό Τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για αμφότερες τις αιτήσεις.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ