Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible arguments about consent to reconstruction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Patras decision. The appellants argued they initially consented to reconstruction only after seeing plans, but the court found this claim contradicted their explicit, repeated objections recorded in the file. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as it relied on false premises regarding the timeline of consent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on false premises regarding facts already established by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1052 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1052/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ψάρρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Η. Σ., το γένος Ν. Κ. και 2) Α. χας Α. Γ., το γένος Β. Μ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λέων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητες με την από 25-8-2008 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 320/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 360/2013 μη οριστική και 238/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-8-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-08-2016 (με αριθμό κατάθεσης 25/05-09-2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 238/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 647 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 238/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες άσκησαν την από 28-03-2003 (με αριθμό κατάθεσης 32/11-04-2003) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησαν:
α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με την απειλή των νομίμων ποινών, να καθαιρέσει τα αναφερόμενα στην αγωγή τμήματα οικοδομής, τα οποία ανήγειρε επί της αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στο αναφερόμενο στην αγωγή κοινό οικόπεδό τους με τα επ' αυτού κτίσματα (πολυκατοικία και αυτοτελή ισόγεια οικοδομή), το οποίο έχει υπαχθεί στις διατάξεις περί οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, για το λόγο ότι με την ανέγερση και κατασκευή των ένδικων τμημάτων (εξώστες, ημιυπαίθριοι χώροι, σκάλα και πρόσθετος όροφος), κατά παράβαση της σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, προσέβαλε το δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητάς τους επί του εδάφους του κοινού οικοπέδου τους και περιόρισε αισθητά τη θέα των ιδιοκτησιών τους προς τη θάλασσα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, άλλως να επιτραπεί στις ενάγουσες να προβούν στην αιτούμενη καθαίρεση με δαπάνες του εναγομένου και β) να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι τους οφείλει το ποσό των 47.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική του συμπεριφορά.
Ο εναγόμενος αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή αυτή και προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των εναγουσών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 48/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω ένσταση του εναγομένου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και διατάχθηκαν τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτή.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε: α) η από 09-09-2004 (με αριθμ. καταθ. 23/10-09-2004) έφεση του εναγομένου και β) η από 17-09-2004 (με αριθμ. καταθ. 24/17-09-2004) έφεση των εναγουσών. Επί των άνω αντίθετων εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 178/2008 απόφαση, με την οποία το Τριμελές Εφετείο Πατρών, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγουσών, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 178/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, οι ενάγουσες άσκησαν την από 25-08-2008 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 320/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η ανωτέρω 178/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Ακολούθως, με την από 30-03-2011 κλήση των εναγουσών επαναφέρθηκε η υπόθεση προς συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Πατρών. Το Δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 360/2013 απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, ανέβαλε την οριστική του απόφαση, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και διόρισε ως πραγματογνώμονα Πολιτικό Μηχανικό, προκειμένου να γνωμοδοτήσει για τα ειδικότερα σ' αυτή αναφερόμενα αποδεικτέα θέματα, για τα οποία έκρινε ότι απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης.
Στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, με την από 11-12-2014 κλήση των εναγουσών επαναφέρθηκε η υπόθεση προς συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, το οποίο εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 238/2015 απόφασή του, με την οποία, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εναγουσών, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, και αφού απορρίφθηκε η επαναφερθείσα στο Εφετείο ανωτέρω ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των εναγουσών, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και διατάχθηκαν τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή, ενώ περαιτέρω υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει σε καθεμία από τις ενάγουσες το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική του συμπεριφορά.
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, δηλαδή η στην κοινωνική συμβίωση επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1658/2017).
Η αναφορά στην εν λόγω διάταξη των αξιολογικών κριτηρίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος είναι διαζευκτική, οπότε η άσκηση του δικαιώματος είναι απαγορευμένη εφόσον αντικειμενικά υπερβαίνει προφανώς έστω και ένα από τα προπαρατιθέμενα αξιολογικά κριτήρια.
Προφανής υπέρβαση είναι η έντονη αποδοκιμασία εντός των γενικών πλαισίων των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων σε σχέση με την ορθολογιστική συμπεριφορά σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Εξάλλου, η διάταξη αυτή του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, έχει εφαρμογή και ως προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των επιμέρους ιδιοκτησιών, τα οποία απορρέουν από τη σύσταση της κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Ειδικότερα, η αξίωση, με την οποία επιδιώκεται η συμμόρφωση στις διατάξεις της περί κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας νομοθεσίας, μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 70/2019, ΑΠ 442/2019, ΑΠ 1871/1985).
Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι' αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής στα συμφέροντά του. Επίσης, η υπέρβαση αυτή είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος (ΑΠ 599/1995), ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 442/2019, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1658/2017).
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (βλ. ΑΠ 442/2019, ΑΠ 70/2019, ΑΠ 480/2018, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 381/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Επομένως, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο εναγόμενος με δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με τις από 24-09-2003 έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις του, που κατατέθηκαν νόμιμα ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των εναγουσών και για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού επικαλέσθηκε ότι: " Σε κάθε περίπτωση εγώ επέδειξα σε όλους τους συνιδιοκτήτες και τις αντιδίκους τα σχέδια για την ανακατασκευή των εξωστών, Η/Χ και της σκάλας, πριν ακόμα προβώ στην ανακατασκευή τους και όλοι οι αντίδικοι συνήνεσαν, γιατί πράγματι δεν παρέβλαπτα κανένα δικαίωμά τους.
Μετά την ανακατασκευή άρχισαν οι αντίδικοι τις καταγγελίες προσέφυγαν στα ασφαλιστικά μέτρα και άσκησαν την παρούσα αγωγή. Η συμπεριφορά τους αυτή όμως αντίκειται στα όρια τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, ήτοι η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Είναι καταχρηστική συνεπώς η άσκηση του δικαιώματός τους, όταν συνήνεσαν στην ανακατασκευή των Η/Χ και της σκάλας και όταν τα κατασκεύασα, δαπανώντας μόχθο και χρήματα, που υπερβαίνουν τα 35 εκατομμύρια δραχμές, να απαιτούν την καθαίρεσή του, τη στιγμή μάλιστα που κανένα δικαίωμα χρήσεως δεν τους παρεμποδίζεται, ούτε προσβάλλεται οποιοδήποτε άλλο δικαίωμά τους".
Η ένσταση αυτή του εναγομένου, από το άρθρο 281 του Α.Κ., απορρίφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε από αυτόν στο Εφετείο, με σχετικό λόγο της από 09-09-2004 έφεσής του. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 238/2015 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατ'ακριβή λεκτική αντιγραφή, σχετικά με την ανωτέρω ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των εναγουσών: " Περαιτέρω, από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες δεν συναίνεσαν στο κτίσιμο της νέας διώροφης οικοδομής του εναγόμενου.
Εξαρχής τον παρότρυναν να μην κατασκευάσει κτίσμα μεγαλύτερο σε ύψος και όγκο από την παλαιά διώροφη οικοδομή. Ο εναγόμενος επέδειξε σε αμφότερες τις ενάγουσες, όπως και στους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες, τα πολεοδομικά σχέδια για την ανακατασκευή της οικοδομής του, τα οποία πάντως οι ενάγουσες δεν κατανόησαν, αφού δεν είχαν τις σχετικές τεχνικές γνώσεις.
Μόλις, όμως, οι ενάγουσες αντιλήφθηκαν στις αρχές του Φεβρουαρίου του 2002 την έκταση των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών και το ύψος και τον όγκο της νέας διώροφης οικοδομής που θα προέκυπτε, εναντιώθηκαν στη συνέχιση της ανακατασκευής, αφενός μεν με προφορική διαμαρτυρία τους προς τον εναγόμενο, αφετέρου δε με την από 11.2.2002 έγγραφη αίτηση-καταγγελία τους προς το Πολεοδομικό Γραφείο Αιγιαλείας και Καλαβρύτων.
Ακολούθως και αμέσως μετά από την έκδοση της προαναφερόμενης …/2002 οικοδομικής άδειας του ως άνω γραφείου, που επέτρεψε στον εναγόμενο τη συνέχιση των εργασιών ανακατασκευής, αμφότερες οι ενάγουσες άσκησαν κατά του εναγόμενου την από 29.4.2002 αίτησή τους για λήψη ασφαλιστικών μέτρων και πέτυχαν την έκδοση και προσωρινής διαταγής μη συνέχισης των οικοδομικών εργασιών του εναγόμενου.
Η αίτηση εκείνη απορρίφθηκε εν τέλει με την 48/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αμφότερες οι ενάγουσες, αμέσως μόλις αντιλήφθηκαν την έκταση των εκτελούμενων από τον εναγόμενο οικοδομικών εργασιών και το ύψος και τον όγκο της νέας διώροφης οικοδομής που θα προέκυπτε, εναντιώθηκαν εξαρχής και με συνέπεια στη συνέχιση της ανακατασκευής.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η άσκηση της επίδικης αρνητικής αξίωσης των εναγουσών δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ως άνω δικαιώματος και δεν είναι καταχρηστική. Έπρεπε, επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως ο (επιφορτισμένος με το οικείο βάρος αποδείξεως:
άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκκαλών της α' έφεσης και εφεσίβλητος της β' έφεσης (εναγόμενος).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ομοίως και απέρριψε την ως άνω ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου δεύτερος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης υπ' αρ. 23/10.9.2004 πρώτης έφεσης του εναγόμενου, με τον οποίον επαναφέρεται η ως άνω ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση, από το άρθρο 281 του Α.Κ., του εναγομένου, η οποία, όπως προαναφέρεται, είχε ομοίως απορριφθεί και πρωτοδίκως. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
καθόσον, όπως ισχυρίζεται, διέλαβε: α) αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία, γιατί ενώ δέχεται ότι οι ενάγουσες από την αρχή δεν συναίνεσαν στο κτίσιμο της νέας διώροφης οικοδομής, στη συνέχεια δέχεται ότι επέδειξε σ' αυτές τα πολεοδομικά σχέδια, τα οποία όμως δεν κατανόησαν, γιατί δεν είχαν τεχνικές γνώσεις και όταν αντιλήφθηκαν την έκταση των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών, τότε εναντιώθηκαν, δηλαδή, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με άλλα λόγια δεν εναντιώθηκαν από την αρχή, αλλά συναίνεσαν αρχικώς όταν τους επέδειξε τα σχέδια, εναντιώθηκαν δε αργότερα όταν αντιλήφθηκαν την έκταση των εκτελούμενων εργασιών, χωρίς να διευκρινίζεται μέχρι ποίου σημείου είχαν προχωρήσει οι εκτελούμενες εργασίες, β) ανεπαρκή αιτιολογία, γιατί δεν διευκρινίζει τι ήταν εκείνο που δεν κατανόησαν οι ενάγουσες από τα πολεοδομικά σχέδια σχετικά με τους εξώστες, τους ημιυπαίθριους χώρους και τη σκάλα, σε κάθε περίπτωση αν όφειλαν να συμβουλευτούν το μηχανικό τους πριν δώσουν τη συναίνεσή τους για την ανακατασκευή αυτή, αν ευθύνεται ο αναιρεσείων για τη μη κατανόηση αυτή και εάν υπήρξε εκ μέρους του υπέρβαση της οικοδομικής αδείας όσον αφορά το εύρος των εξωστών, των ημιυπαίθριων χώρων και της σκάλας και γ) ανεπαρκή αιτιολογία, γιατί δεν διευκρινίζει σε ποιο σημείο είχαν φθάσει οι εκτελούμενες εργασίες όταν οι ενάγουσες εναντιώθηκαν, αν δηλαδή είχαν κατασκευαστεί οι εξώστες, οι ημιυπαίθριοι χώροι και η σκάλα, καθώς και το περιεχόμενο της εναντίωσης των εναγουσών με τις καταγγελίες τους, αν δηλαδή αφορούσαν την κατασκευή ή το εύρος της κατασκευής των εξωστών, των ημιυπαίθριων χώρων και της σκάλας, ή την υπέρβαση της οικοδομικής άδειας ή την υπέρβαση του συντελεστή δόμησης.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα απορριπτική κρίση του όσον αφορά την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδιαστικές κρίσεις, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα για την έκβαση της δίκης και δη ως προς την εν λόγω ένσταση από το άρθρο 281 του Α.Κ., που πρότεινε ο αναιρεσείων, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διάταξης, με την έννοια αυτής που διαλαμβάνεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Στα ανωτέρω δε, ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και ιδίως εκείνα που αφορούν στη συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων, επί των οποίων επιχειρείται να επιστηριχθεί η ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος (με την επίκληση ότι ενώ αρχικά οι αναιρεσίβλητες συναίνεσαν στην ανακατασκευή της οικίας του, μετά την ανακατασκευή της άρχισαν να εναντιώνονται), δεν μπορεί να θεμελιωθεί νομικώς ο ισχυρισμός (ένσταση) του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, ενώ τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν την απόρριψη της ένστασης αυτής.
Και τούτο διότι με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραδοχές ότι οι αναιρεσίβλητες δεν συναίνεσαν στο κτίσιμο της νέας διώροφης οικοδομής του αναιρεσείοντος, εξαρχής τον παρότρυναν να μην κατασκευάσει κτίσμα μεγαλύτερο σε ύψος και όγκο από την παλαιά διώροφη οικοδομή, δεν κατανόησαν τα πολεοδομικά σχέδια για την ανακατασκευή της οικοδομής του, αφού δεν είχαν τις σχετικές τεχνικές γνώσεις, μόλις δε αντιλήφθηκαν την έκταση των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών και το ύψος και τον όγκο της νέας διώροφης οικοδομής που θα προέκυπτε, εναντιώθηκαν εξαρχής και με συνέπεια στη συνέχιση της ανακατασκευής, με τις ειδικότερα μνημονευόμενες ενέργειές τους.
Έτσι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, στην εκτιθέμενη συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων, η οποία προηγήθηκε της άσκησης της αγωγής, δεχόμενο σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις ότι οι τελευταίες από την αρχή δεν συναίνεσαν στο κτίσιμο της νέας διώροφης οικοδομής του αναιρεσείοντος και όταν αντιλήφθηκαν το ύψος και τον όγκο της νέας διώροφης οικοδομής, εναντιώθηκαν με συγκεκριμένες ενέργειες εξαρχής και με συνέπεια στη συνέχιση της ανακατασκευής αυτής, ενώ ουδεμία διέλαβε αντίθετη παραδοχή και δη ότι οι αναιρεσίβλητες συναίνεσαν στην ανακατασκευή αρχικά όταν ο αναιρεσείων τους επέδειξε τα πολεοδομικά σχέδια και μετά την ανακατασκευή άρχισαν να εναντιώνονται, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις ανωτέρω ειδικότερες αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: 1) Η ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αιτίαση του πρώτου αναιρετικού λόγου είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον, ουδεμία αντίφαση, ανεπάρκεια, λογικό κενό ή ενδοιαστική κρίση υπάρχει, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την εξαρχής μη συναίνεση των αναιρεσίβλητων και την - μόλις αντιλήφθηκαν την έκταση των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών - εναντίωσή τους στην ανακατασκευή της οικίας του αναιρεσείοντος, οι δε ανωτέρω αντίθετες αιτιάσεις του τελευταίου ανάγονται στη δική του ερμηνευτική εκδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης [ παρόλο που αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, περιέχει σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες και δεν είναι δεκτική τέτοιας ερμηνείας ], προκειμένου έτσι να θεμελιώσει τις δικές του υποστηριζόμενες απόψεις και δη ότι οι αναιρεσίβλητες αρχικά συναίνεσαν στην ανακατασκευή της άνω οικίας και μετά την ανακατασκευή της άρχισαν να εναντιώνονται, οι οποίες όμως (απόψεις) δεν έγιναν δεκτές από το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ο αναιρεσείων, με την επίφαση της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. βάλλει κατά της ουσιαστικής εκτίμησης των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αναφορικά με την απορριφθείσα από το Εφετείο ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσίβλητων. 2) Η ανωτέρω υπό στοιχείο (β) αιτίαση του πρώτου αναιρετικού λόγου είναι αβάσιμη, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται τι ήταν εκείνο που δεν κατανόησαν οι ενάγουσες από τα πολεοδομικά σχέδια σχετικά με τους εξώστες, τους ημιυπαίθριους χώρους και τη σκάλα, αφού σαφώς και επαρκώς αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναιρεσίβλητες δεν κατανόησαν τα εν λόγω σχέδια, γιατί δεν είχαν τις σχετικές τεχνικές γνώσεις, ούτε ήταν αναγκαίο να αναφέρεται εάν υπήρξε εκ μέρους του αναιρεσείοντος υπέρβαση της οικοδομικής αδείας όσον αφορά το εύρος των εξωστών, των ημιυπαίθριων χώρων και της σκάλας, γιατί αυτό δεν αποτελεί στοιχείο που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων προς θεμελίωση της εν λόγω προβληθείσας ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, ενώ η επιμέρους αιτίαση ότι δεν διευκρινίζεται εάν όφειλαν οι αναιρεσίβλητες να συμβουλευτούν το μηχανικό τους πριν δώσουν τη συγκατάθεσή τους για την ανωτέρω ανακατασκευή, είναι επίσης αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι αναιρεσίβλητες έδωσαν αρχικά τη συγκατάθεσή τους για την ανωτέρω ανακατασκευή, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα, έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητες δεν έδωσαν εξαρχής τη συγκατάθεσή τους για την ως άνω ανακατασκευή.
Σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης της ως άνω διατάξεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την ανωτέρω ένσταση από το άρθρο 281 του Α.Κ.
Και 3) Η ανωτέρω υπό στοιχείο (γ) αιτίαση του πρώτου αναιρετικού λόγου απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον οι φερόμενες ως ασάφειες και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής σχετικά με την ανωτέρω προβληθείσα ένστασή του από το άρθρο 281 του Α.Κ., η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της ενστάσεως περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσίβλητων.
Συνεπώς όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..
Ειδικότερα, ο λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλέστηκε ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.
ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 14/2005, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 181/2018), ή για άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 974/2020, ΑΠ 876/2019, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 42/2012).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες και όλο το περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 2/2008).
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης, για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ 974/2020).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 100/2007). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 1320/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου και τα οποία ήσαν κρίσιμα για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όσον αφορά ουσιώδη ισχυρισμό του και ειδικότερα την προβληθείσα από αυτόν ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσίβλητων.
Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι με την προσβαλλομένη απόφαση δεν λήφθηκαν υπόψη: α) τα υπ' αριθμ. 48/2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρά του Γ. Τ., β) η υπ' αριθμ. 48/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, γ) το από Μαρτίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα κάλυψης του μηχανικού Κ.
Π., δ) το υπ' αριθμ. …/…-5-2002 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, με την επισυναπτόμενη ταυτάριθμη αίτηση των εναγουσών και ε) το υπ' αριθμ. …/…-9-2002 έγγραφο της πολεοδομίας, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι πριν προβεί στην ανακατασκευή της οικοδομής του, των βεραντών, των Η/Χ (ημιυπαίθριων χώρων) και της σκάλας επέδειξε τα πολεοδομικά σχέδια που εμφάνιζαν το μήκος και το πλάτος όλων αυτών και την κατεύθυνση της σκάλας στις αντιδίκους του, αυτές δε συμφώνησαν στην κατασκευή τους και όταν τα κατασκεύασε άρχισαν τις διαμαρτυρίες τους, ο ισχυρισμός του δε αυτός είναι ουσιώδης και έχει επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, γιατί η αλήθειά του θεμελιώνει την νομίμως ασκηθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των εναγουσών.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: " Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν πρωτοδίκως με την επιμέλεια αμφοτέρων των αντιδίκων πλευρών, οι οποίες περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από αμφότερες τις αντίδικες πλευρές …/….11.2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Π.
Γ. (που αντικατέστησε νόμιμα δυνάμει της 261/2014 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού τον αρχικώς διορισθέντα με την 360/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού πραγματογνώμονα Π. Α.), από τις επαναπροσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον εκκαλούντα της πρώτης έφεσης και εφεσίβλητο της δεύτερης έφεσης (εναγόμενο) …., … και …/….3.2003 ένορκες βεβαιώσεις των Δ.
Μ. η πρώτη, Π. Σ. Δ. και Θ. Μ. Τ. η δεύτερη και Γ. Λ. Κ. και Δ. Γ. Κ. η τρίτη αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αιγίου Μαρίας Γιδά, οι οποίες ελήφθησαν μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσίβλητων της πρώτης έφεσης και εκκαλουσών της δεύτερης έφεσης (εναγουσών) σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
γ' ΚΠολΔ (βλ. τις 15.024 και 15.025/18.9.2003 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαβρύτων Αντωνίου Γ. Σ.), από τη νομίμως (άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 ΚΠολΔ) προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη από τις εφεσίβλητες της α' έφεσης και εκκαλούσες της β' έφεσης, χωρίς πρόθεσή τους για στρεψοδικία και χωρίς βαριά τους αμέλεια, …/….3.2006 ένορκη βεβαίωση του ως άνω Γ.
Λ. Κ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Ευθυμίας Βουκελάτου Παϊσίου, η οποία ελήφθη μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος της α' έφεσης και εφεσίβλητου της β' έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ (βλ. την 1.512 Α/13.3.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητήστο Πρωτοδικείο Καλαβρύτων Α.
Γ. Σ.- ), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι ανωτέρω διάδικοι επικαλούνται κατ νόμιμα προσκομίζουν προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων - στα οποία συγκαταλέγονται και α) οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων που διόρισαν κατ' άρθρο 391 ΚΠολΔ οι ανωτέρω διάδικοι με τις παρατηρήσεις τους επί της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ ....
και δη η από 9.2.2015 έκθεση της τεχνικής συμβούλου των εφεσίβλητων της α' έφεσης και εκκαλουσών της β' έφεσης Μ. Μ. και η από Ιανουαρίου του 2015 έκθεση του τεχνικού συμβούλου του εκκαλούντος της α' έφεσης και εφεσίβλητου της β' έφεσης Κ. Π., καθώς και οι υπόλοιπες γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης (μηχανικών), οι οποίες συντάχθηκαν κατόπιν αιτήσεων των ανωτέρω διαδίκων και προσάγονται από αυτούς και οι οποίες επίσης εκτιμώνται ελεύθερα κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ ...
και δη οι προσκομιζόμενες από τις εφεσίβλητες της α' έφεσης και εκκαλούσες της β' έφεσης από 22.9.2003 και από 29.3.2013 τεχνικές εκθέσεις των μηχανικών Ανδ Κ. και Α. Τ., β) οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε [άρθρα 444 παρ. 1 στ. γ', 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ] και γ) οι … και …/….5.2002 ένορκες βεβαιώσεις των Δ.
Μ. η πρώτη και Α. Ο. και Π. Δ. η δεύτερη αντίστοιχα, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ακράτας Κων/νου Παλαιολογόπουλου, οι οποίες ελήφθησαν στο πλαίσιο προγενέστερης δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων - όχι όμως και από την προσκομιζόμενη από 16.5.2002 έγγραφη δήλωση του τρίτου στην παρούσα δίκη Ν.
Ε. Α., η οποία αποτελεί μαρτυρία τρίτου που έγινε για να χρησιμοποιηθεί ειδικώς ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα εκκρεμή πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι δικονομικές διατάξεις του άρθρου (647 παρ. 2 συνδ.) 650 παρ. 1 ΚΠολΔ, δόθηκε δηλαδή χωρίς εξέταση του τρίτου αυτού ως μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο και χωρίς τις διατυπώσεις των ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου με προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη (πριν από 24 τουλάχιστον ώρες) κλήτευση των αντιδίκων και η οποία, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη, ήτοι ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..... -αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:".
Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της και το όλο περιεχόμενό της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων, αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του (ΑΠ 1581/2014, ΑΠ 1641/2008, ΑΠ 1957/2006).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1217/2018, ΑΠ 1953/2017).
Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει επιπλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα. Αντίθετα, αν το έγγραφο αφορά απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 2060/2007).
Τέλος, παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όπως προεκτέθηκε, και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 749/2018, ΑΠ 640/2016, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008).
Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων και δη:
α) της από 11-2-2002 αίτησης - καταγγελίας των αντιδίκων του (αναιρεσίβλητων) προς το Πολεοδομικό Γραφείο Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, β) της υπ' αριθμ. …./2002 οικοδομικής άδειας του ως άνω γραφείου και γ) της από 29-4-2002 αίτησης των αναιρεσίβλητων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Ειδικότερα, με το λόγο αυτό της αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να λάβει υπόψη της όλα τα γεγονότα που περιέχονται στα έγγραφα αυτά, τα οποία καταδεικνύουν ότι, όταν οι ενάγουσες άρχισαν τις διαμαρτυρίες, είχαν ήδη κατασκευαστεί οι εξώστες, οι ημιυπαίθριοι χώροι και η σκάλα και το αγωγικό αίτημα της καθαίρεσής τους είναι καταχρηστικό, αφού πριν την κατασκευή τους είχαν συναινέσει οι ενάγουσες σ' αυτήν και έτσι από την ως άνω παραμόρφωση των εγγράφων αυτών έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ενάγουσες εξαρχής και πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι παραπάνω κατασκευές εναντιώθηκαν στη συνέχισή τους και κατόπιν αυτού δέχθηκε ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του ένδικου δικαιώματός τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές και αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στα εν λόγω έγγραφα, αλλά απλώς έχει συνεκτιμήσει αυτά μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει αυτά αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Από το γεγονός δε ότι το πόρισμα του Εφετείου είναι διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, αφού δεν πρόκειται για διαγνωστικό σφάλμα, αλλά για εκτιμητικό, αναγόμενο δηλαδή στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, το οποίο όμως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ` εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα, δόλο ή αμέλεια, του ζημιώσαντος, η πρόκληση ηθικής βλάβης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα (πταίσμα) με τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 709/2017, ΑΠ 683/2013). Εξάλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ηθική βλάβη (ΑΠ 709/2017, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 1796/2012).
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το κεφάλαιό της, που δέχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επιδίκασε στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σε ποιο στάδιο είχαν φθάσει οι εκτελούμενες εργασίες και αν είχαν κατασκευαστεί οι εξώστες, οι ημιυπαίθριοι χώροι και η σκάλα, που τελικά η κατασκευή τους κρίθηκε ότι παραβιάζει το δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας των εναγουσών και από τη στιγμή που οι ενάγουσες συναίνεσαν στην κατασκευή των εξωστών, των ημιϋπαίθριων χώρων και της σκάλας, σύμφωνα με τα πολεοδομικά σχέδια που τους επέδειξε και αυτός (ενάγων) μετά τα κατασκεύασε, σύμφωνα με τα σχέδια αυτά και πριν ακόμα αρχίσουν οι ενάγουσες να εναντιώνονται, δεν ενήργησε παράνομα και υπαίτια και συνεπώς δεν συντρέχουν τα στοιχεία της αδικοπραξίας.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 238/2015 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατ'ακριβή λεκτική αντιγραφή, σχετικά με το αγωγικό κεφάλαιο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών της α' έφεσης και εφεσίβλητος της β' έφεσης (εναγόμενος), προκειμένου να προβεί σε εργασίες ανακαίνισης της εν λόγω διώροφης οικίας του με αντικατάσταση των πατωμάτων με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, με καθαίρεση των σαθρών και φθαρμένων τμημάτων των τοίχων της, των εξωστών και των ημιυπαίθριων χώρων της και με αντικατάσταση αυτών με νέους, προκάλεσε με την από 22.3.2001 αίτησή του την έκδοση της …/2001 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, αρχίζοντας στις αρχές του έτους 2002 (περί τα τέλη του Ιανουαρίου) την εκτέλεση των σχετικών οικοδομικών εργασιών.
Οι εφεσίβλητες της α' έφεσης και εκκαλούσες της β' έφεσης, αμέσως μόλις αντιλήφθηκαν την έκταση των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών καθώς και το ύψος και τον όγκο της νέας διώροφης οικοδομής που θα προέκυπτε, διαμαρτυρήθηκαν εντόνως στον εκκαλούντα της α' έφεσης και εφεσίβλητο της β' έφεσης (εναγόμενο), καταθέτοντας στη συνέχεια στο Πολεοδομικό Γραφείο Αιγιαλείας και Καλαβρύτων την από 11.2.2002 αίτηση-καταγγελία τους εξ αφορμής της οποίας εκδόθηκε το …./2002 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας, το οποίο ανακάλεσε την ανωτέρω …/2001 οικοδομική άδεια, ως εκδοθείσα κατά παράβαση του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 1577/1985 και καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης κατά το Β.Δ.
της 25.8/1.9.1969. Εν συνεχεία, μετά από νέα αίτηση του εκκαλούντος της α' έφεσης και εφεσίβλητου της β' έφεσης (εναγόμενου) εκδόθηκε η …/2002 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Αιγιαλείας και Καλαβρύτων για νομιμοποίηση του πρώτου ορόφου της παλαιάς οικίας, των ημιυπαίθριων χώρων και της σκάλας. Ανεξάρτητα, όμως, από τη νομιμοποίηση και την εγκυρότητα ή μη της χορηγηθείσης αυτής νέας άδειας, ο εκκαλών της α' έφεσης και εφεσίβλητος της β' έφεσης (εναγόμενος) με την εκτέλεση των προαναφερόμενων οικοδομικών εργασιών ανακαίνισης και ανακατασκευής της διώροφης οικοδομής του προσέβαλε χωρίς δικαίωμα την αναγκαστική συγκυριότητα των εφεσίβλητων της α' έφεσης και εκκαλουσών της β' έφεσης (εναγουσών), κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό εκάστης αντίστοιχα, επί του κοινόκτητου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου.
Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια των ως άνω οικοδομικών εργασιών ανακαίνισης και ανακατασκευής, χωρίς προηγούμενη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, ούτε και τροποποίηση της σχετικής πράξης συστάσεως οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, ο εκκαλών της α' έφεσης και εφεσίβλητος της β' έφεσης (εναγόμενος) α) επεξέτεινε καθ' ύψος την όλη διώροφη οικοδομή, β) κατασκεύασε νέους εξώστες και αντίστοιχους ημιυπαίθριους χώρους σε αντικατάσταση των παλαιών και με μεγαλύτερο εμβαδόν από εκείνους, καταλαμβάνοντας έτσι μόνιμα επιπλέον επιφάνεια του κοινόκτητου ακάλυπτου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου και γ) αντικατέστησε την παλαιά εξωτερική σκάλα με νέα εξωτερική σκάλα, υπερβαίνουσα το περίγραμμα και το εμβαδόν της παλαιάς, καταλαμβάνοντας έτσι και πάλι μόνιμα επιπλέον επιφάνεια του κοινόκτητου ακάλυπτου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου.
Ειδικότερα, η προκύψασα μετά απ' την ως άνω ανακαίνιση και ανακατασκευή νέα διώροφη οικοδομή, επί της οποίας ο εκκαλών της α' έφεσης και εφεσίβλητος της β' έφεσης (εναγόμενος) έχει την ως άνω αμιγή κάθετη ιδιοκτησία μαζί με το παρεπόμενο της ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας των 76/1000 εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου έχει συνολικό ύψος από την οριστική στάθμη του εδάφους χωρίς τη στέγη, στη μεν βόρεια (εμπρόσθια) πλευρά της προς τη θάλασσα 6,10 μ., στη δε νότια (οπίσθια) πλευρά της προς την τριώροφη πολυκατοικία 5,91 μ.
Η στέγη της προαναφερόμενης νέας διώροφης οικοδομής έχει ύψος 1,50 μ. Έτσι η ως άνω νέα διώροφη οικοδομή έχει συνολικό ύψος από την οριστική στάθμη του εδάφους μαζί με τη στέγη, στη μεν βόρεια πλευρά της προς τη θάλασσα 7,60 μ. (6,10 μ. + 1,50 μ.), στη δε νότια πλευρά της προς την τριώροφη πολυκατοικία 7,41 μ. (5,91 μ.+ 1,50 μ.).
Επιπλέον, η ως άνω νέα διώροφη οικοδομή έχει, πλέον, νέους εξώστες και αντίστοιχους ημιυπαίθριους χώρους, που καλύπτουν επιφάνεια του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου συνολικού εμβαδού 43,74. τ.μ. ......Τέλος, η ίδια παραπάνω νέα διώροφη οικοδομή έχει στην ανατολική πλευρά της νέα εξωτερική σκάλα, αποτελούμενη από 17 σκαλοπάτια, η οποία έχει εμβαδόν 8,01 τ.μ.
Κατ' ακολουθίαν, η ως άνω νέα διώροφη οικοδομή του εκκαλούντος της α' έφεσης και εφεσίβλητου της β' έφεσης (εναγόμενου) α) υπερβαίνει καθ' ύψος την παλαιά κατά 0,90 μ. στη βόρεια (εμπρόσθια) πλευρά της προς τη θάλασσα [7,60 μ. - 6,70 μ. = 0,90 μ.] και κατά 1,36 μ. στη νότια (οπίσθια) πλευρά της προς την τριώροφη πολυκατοικία, όπου βρίσκονται α οριζόντιες ιδιοκτησίες των εφεσίβλητων της α' έφεσης και εκκαλουσών της β' έφεσης (εναγουσών), όπως και του εκκαλούντος της α' έφεσης και εφεσίβλητου της β' έφεσης (εναγόμενου) [7,41 μ. - 6,05 μ. = 1,36 μ.], β) έχει επεκταθεί κατά πλάτος με τους νέους εξώστες και αντίστοιχους ημιυπαίθριους χώρους της που αντικατέστησαν τους παλαιούς και καταλαμβάνει μόνιμα με αυτούς επιπλέον (σε σχέση με τους παλαιούς) επιφάνεια του κοινόκτητου ακάλυπτου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου συνολικού εμβαδού 19,44 τ.μ. [43,74 τ.μ. - 24,30 τ.μ. = 19.44 τ.μ.] και γ) έχει επεκταθεί και πάλι κατά πλάτος με τη νέα εξωτερική σκάλα που αντικατέστησε την παλαιά και καταλαμβάνει μόνιμα με αυτήν επιπλέον (σε σχέση με την παλαιά) επιφάνεια του κοινόκτητου ακάλυπτου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου εμβαδού 4,15 τ.μ. [8,01 τ.μ. -3,86 τ.μ. = 4,15 τ.μ.].
Αναφορικά, όμως, με τις παραπάνω ενέργειες του εναγόμενου πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά στην καθ' ύψος επέκταση της διώροφης οικοδομής του και ανεξαρτήτως της υπερβάσεως του συντελεστή δομήσεως δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω υπέρβαση του αρχικού ύψους της περιόρισε κατά το μεγαλύτερο τμήμα της τη θέα των οριζόντιων ιδιοκτησιών των εναγουσών προς τη θάλασσα και δη από τη βόρεια πλευρά τους που είναι και η πρόσοψή τους. ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την παραπάνω κατά πλάτος επέκταση της διώροφης οικοδομής του, την οποία επέτυχε με την εκτέλεση των προαναφερόμενων οικοδομικών εργασιών, ο εκκαλών της α' έφεσης και εφεσίβλητος της β' έφεσης (εναγόμενος) προσέβαλε χωρίς δικαίωμα την αναγκαστική συγκυριότητα των εφεσίβλητων της α' έφεσης και εκκαλουσών της β' έφεσης (εναγουσών), κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό εκάστης αντίστοιχα, επί του κοινόκτητου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου, καθόσον με την κατά πλάτος επέκταση της διώροφης οικοδομής του με τους νέους εξώστες και αντίστοιχους ημιυπαίθριους χώρους της κατά εμβαδόν 19,44 τ.μ.
και με τη νέα εξωτερική σκάλα της κατά εμβαδόν 4,15 τ.μ., κατέλαβε παράνομα και μόνιμα τις αντίστοιχες επιπλέον επιφάνειες (των 19,44 τ.μ. και των 4,15 τ.μ.) του κοινόκτητου εδάφους του ακάλυπτου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου...... Ενόψει των ανωτέρω, γεννήθηκε πράγματι η προστατευτικής αναγκαστικής συγκυριότητας επί του κοινόκτητου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου αρνητική αγωγή (αξίωση) των εφεσίβλητων της α' έφεσης και εκκαλουσών της β' έφεσης (εναγουσών) κατά του εκκαλούντος της α' έφεσης και εφεσίβλητου της β' έφεσης (εναγόμενου) εκ του ΝΔ 1024/1971, του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002,1117 και 1108 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ και 945 παρ. 1 και παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, η αξίωση δηλαδή των πρώτων (εναγουσών) κατά του τελευταίου (εναγόμενου) για άρση της προσβολής της ως άνω αναγκαστικής συγκυριότητας τους, ήτοι α) για καθαίρεση επιφάνειας 19,44 τ.μ. των (νέων) εξωστών και των αντίστοιχοι (κάτωθι των εξωστών) ημιυπαίθριων χώρων (βόρειου και ανατολικού) της ως άνω (νέας) διώροφης οικοδομής και β) για καθαίρεση επιφάνειας 4,15 τ.μ.
της (νέας) ανατολικής εξωτερικής σκάλας της ως άνω (νέας) διώροφης οικοδομής. ......Περαιτέρω, από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι προεκτιθέμενες ενέργειες του εναγόμενου υπήρξαν παράνομες και υπαίτιες, αφού εν γνώσει του προσέβαλαν χωρίς δικαίωμα την αναγκαστική συγκυριότητα των εναγουσών, κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό εκάστης, επί του κοινόκτητου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου, συνεχίστηκαν δε από αυτόν (εναγόμενο) παρά τις εξαρχής διατυπωθείσες και επανειλημμένες αντιρρήσεις των εναγουσών προς τον τελευταίο.
Επομένως, ο εναγόμενος τέλεσε και αδικοπραξία εις βάρος αμφοτέρων των εναγουσών, από την οποία οι τελευταίες υπέστησαν πράγματι ηθική βλάβη, δικαιούμενες από τον εναγόμενο εύλογη χρηματική ικανοποίηση κατά (το Ν.Δ. 1024/1971, το Ν. 3741/1929, τα άρθρα 1002, 1117 ΑΚ και) τα άρθρα 1108 παρ. 1 εδ. β' συνδ. 932 εδ. και β' ΑΚ. Αφού δε ληφθούν υπόψη οι παραπάνω περιγραφόμενες συνθήκες της ως άνω αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του εναγόμενου και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων και το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο κρίνει ότι η επιδικαστέα στις ενάγουσες εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης έπρεπε να προσδιοριστεί στο ποσό των 1.000 ευρώ για καθεμία από αυτές, δηλαδή σε 1.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και σε 1.000 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα, απορριπτόμενων των επιπλέον ζητουμένων με την αγωγή ποσών εκάστης ενάγουσας ως κατ' ουσίαν αβασίμων".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του όσον αφορά το κεφάλαιο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσίβλητων, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδιαστικές κρίσεις, ως προς τα ουσιώδη αυτά ζητήματα για την έκβαση της δίκης οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση: α) περιγράφεται με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, συνισταμένη στη, χωρίς δικαίωμα από πλευράς του, προσβολή της αναγκαστικής συγκυριότητας των αναιρεσίβλητων, κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό εκάστης, επί του κοινόκτητου χώρου του όλου ενιαίου κοινού οικοπέδου, β) εξειδικεύεται η υπαιτιότητα αυτού, συνισταμένη στην εν γνώσει του προσβολή του ως άνω δικαιώματος αναγκαστικής συγκυριότητας των αναιρεσίβλητων, γ) αναφέρεται η πρόκληση ηθικής βλάβης σε καθεμία των αναιρεσίβλητων από την περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και δ) μνημονεύεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στις αναιρεσίβητες.
Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια. Όσον αφορά την ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στον προκείμενο τέταρτο αναιρετικό λόγο, πρέπει να αναφερθεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται με σαφήνεια, επάρκεια, χωρίς αντιφάσεις λογικά κενά και ενδοιαστικές κρίσεις, και στο ως άνω τμήμα της όπου αναλύονται οι συλλογισμοί και το αποδεικτικό της πόρισμα σχετικά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και την αξίωση των αναιρεσίβλητων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης [όπως άλλωστε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, και στο τμήμα της όπου αναλύονται οι συλλογισμοί και το αποδεικτικό της πόρισμα σχετικά με την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσίβλητων] ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη στις εργασίες ανακατασκευής της οικίας του "χωρίς προηγούμενη συναίνεση όλων των ιδιοκτητών" και ότι συνέχισε τις εργασίες αυτές "παρά τις εξαρχής διατυπωθείσες και επανειλημμένες αντιρρήσεις των εναγουσών προς τον τελευταίο", ήτοι οι αναιρεσίβλητες, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές της απόφασης, εξαρχής δεν συναίνεσαν και διατύπωσαν επανειλημμένως αντιρρήσεις για την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών ανακατασκευής, ενώ ουδεμία διέλαβε αντίθετη παραδοχή και δη ότι οι αναιρεσίβλητες συναίνεσαν αρχικά στην ανακατασκευή όταν ο αναιρεσείων τους επέδειξε τα πολεοδομικά σχέδια και μετά την ανακατασκευή άρχισαν να εναντιώνονται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει και με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι αναιρεσίβλητες έδωσαν αρχικά τη συγκατάθεσή τους για την ανωτέρω ανακατασκευή, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα, έγινε σαφώς και χωρίς καμία αντίφαση δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητες δεν έδωσαν εξαρχής τη συγκατάθεσή τους για την ως άνω ανακατασκευή, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σε ποιο στάδιο είχαν φθάσει οι εκτελούμενες εργασίες και αν είχαν κατασκευαστεί οι εξώστες, οι ημιυπαίθριοι χώροι και η σκάλα, όταν εναντιώθηκαν οι αναιρεσίβλητες, αφού έγινε δεκτό, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι αυτές εξαρχής δεν συναίνεσαν και διατύπωσαν επανειλημμένες αντιρρήσεις.
Σε κάθε περίπτωση ο προκείμενος τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με το αγωγικό κεφάλαιο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Απορρίπτει την από 10-08-2016 (με αριθμό κατάθεσης 25/05-09-2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 238/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Αυγούστου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ