Legislator Case Law & Legislation
1052/2020 AI generated

1052/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1052/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1052/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1052 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1052/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Ε. και 2) Χ. Π., κατοίκων.... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ε. Μ., κατοίκου ….. και ήδη διαμένοντος στη ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καλαϊτζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 192/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλως ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Επομένως, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ.1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Οι διάδικοι είχαν αναπτύξει φιλία και παράλληλα διατηρούσαν επαγγελματική συνεργασία σε επενδύσεις από αγορές ακινήτων στη .... Στα πλαίσια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης συνήψαν μεταξύ τους σύμβαση δανείου, αρχικά άτυπη, λόγω των φιλικών τους σχέσεων, αργότερα όμως υπέγραψαν το από 1-7-2003 σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο ο εναγόμενος, Π.

Μ., θα δάνειζε με το ποσό των 450.000 ευρώ, κατ' ανώτατο όριο, τους ενάγοντες, συζύγους, Κ. και Χ. Π.. Το δάνειο, που θα κατέθετε τμηματικά σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους, συμφωνήθηκε έντοκο με τόκο 3% ετησίως και οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να επιστρέψουν το δανειζόμενο ποσό εντός 15 ετών από τον χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού, ήτοι μέχρι την 30-6-2018, ευθυνομένων εις ολόκληρο έκαστου από αυτούς.

Προς εκτέλεση της επίδικης συμβάσεως δανείου ο εναγόμενος κατέθεσε στον λογαριασμό των εναγόντων το ποσό των 311.000 ευρώ συνολικά, αλλά περί τον Αύγουστο του ίδιου έτους (2003) οι διάδικοι συμφώνησαν να γίνει η απόδοση μέρους του δανείου με συμψηφισμό του τιμήματος από πώληση και μεταβίβαση στον εναγόμενο ενός αγρού συγκυριότητας των εναγόντων.

Έτσι υπέγραψαν το με αριθμό ...συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ιωάννας Φουρναράκη, που έχει μεταγραφεί, με το οποίο απέκτησε ο εναγόμενος το κείμενο στη …. στην περιοχή …. αγροτεμάχιο συγκυριότητας των εναγόντων εκτάσεως 918,30 τ.μ. αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 146.735,14 ευρώ (50.000.000 δραχμών). Οι ενάγοντες όμως δεν εισέπραξαν το ποσό του τιμήματος, το οποίο δεν τους κατέβαλε ο εναγόμενος, διότι η αγοραπωλησία έγινε στα πλαίσια υλοποίησης της νεότερης άτυπης μεταξύ τους συμφωνίας για ισόποση απόσβεση της απαίτησης απόδοσης του δανείου.

Ωστόσο στο συμβόλαιο αναγράφεται το τίμημα του ακινήτου στο ποσό των 36.000 ευρώ, ήτοι στο ύψος της αντικειμενικής του αξίας, κατά στρογγυλοποίηση (η οποία προσδιορίστηκε σε 35.576,79 ευρώ από τη ΔΟΥ ….) και επίσης στο συμβόλαιο περιλαμβάνεται δήλωση της συμβολαιογράφου, ότι, το αναγραφόμενο σ' αυτό ποσό του τιμήματος καταβλήθηκε από τον αγοραστή ολόκληρο σε μετρητά ενώπιόν της στους πωλητές, οι οποίοι έτσι δεν έχουν έτσι καμία απαίτηση από τον αγοραστή σχετικά με το τίμημα της αγοραπωλησίας αυτής.

Στην πορεία όμως, ενόψει του ότι διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων και κλονίστηκε η αμοιβαία εμπιστοσύνη τους, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ο μεν εναγόμενος κατά των εναγόντων την από 6-5-2004 αγωγή (αρ. κατ. 100/2004) για απόδοση του δανείου, οι δε ενάγοντες κατά του εναγομένου την από 24-4-2006 αγωγή (αρ.

κατ. 23/2006) περί αναγνωρίσεως της εικονικότητας του αναγραφέντος στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος και της πλαστότητας της δηλώσεως της συμβολαιογράφου για καταβολή αυτού ενώπιον της. Παράλληλα ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την από 13-5-2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (αρ.

κατ. 443/2004), επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 720/2004 απόφαση, κατά το σκεπτικό της οποίας δεν πιθανολογήθηκε η καταβολή συμψηφιστικώς από τους ενάγοντες του ποσού των 146.735,14 ευρώ από το τίμημα της αγοραπωλησίας προς ισόποση απόσβεση της απαίτησης του δανείου. Αντίθετα δέχθηκε ότι πιθανολογήθηκε η οφειλή ολόκληρου του ποσού του δανείου των 311.000, προς εξασφάλιση του οποίου διατάχθηκε η προσημείωση υποθήκης των ακινήτων τους προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του εναγομένου για επιστροφή του δανεισθέντος ποσού.

Επί των αγωγών αυτών, μετά τη συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η με αριθμό 46/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία αναγνωρίστηκε η εν μέρει εικονικότητα και πλαστότητα του πωλητηρίου συμβολαίου, αντιστοίχως ως προς το ύψος του τιμήματος και την καταβολή του σε μετρητά, επίσης αναγνωρίστηκε η μεταξύ των διαδίκων κατάρτιση συμβατικού συμψηφισμού, του ποσού των 146.735,14 ευρώ του τιμήματος πωλήσεως και μεταβιβάσεως της συγκυριότητας του αγροτικού ακινήτου των εναγόντων με την κατ' αυτών απαίτηση του εναγομένου για απόδοση του δανείου των 311.000 ευρώ.

Μετά την άσκηση από τον εναγόμενο κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, της από 28-5-2007 εφέσεως (αρ. κατ. 31/2007) και των από 28-12-2007 πρόσθετων λόγων εφέσεως (αρ. κατ. 1200/2007) ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, εκδόθηκε η με αριθμό 135/2009 οριστική απόφαση αυτού, που δέχθηκε ότι η σύμβαση πωλήσεως ήταν εικονική ως προς το τίμημα και ότι το συμβόλαιο ήταν πλαστό κατά το μέρος που ανέφερε περί καταβολής του αναγραφόμενου τιμήματος των 36.000 ευρώ ενώπιον της συμβολαιογράφου, η οποία το συνέταξε.

Έτσι κατά τις παραδοχές των αποφάσεων αυτών, το υπόλοιπο οφειλόμενο κεφάλαιο του ληφθέντος δανείου ύψους 311.000 ευρώ, μετά τον συμβατικό συμψηφισμό των 146.735,14 ευρώ, ήταν το ποσό των 164.264,86 ευρώ (146.735,14+164.264,86=311.000). Ακολούθως, ο νυν εναγόμενος άσκησε κατά της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως την από 21-5-2009 αίτηση αναιρέσεως (αρ.

κατ. 31/2009) και τους από 10-12-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (αρ. κατ. 242/2010), που απορρίφθηκαν με την με αρ. 1380/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Εν συνεχεία, προέκυψε ότι σε όλες τις δίκες ο τώρα εναγόμενος επαναλάμβανε τους ισχυρισμούς του ότι οι τώρα ενάγοντες όφειλαν ολόκληρο το ποσό του δανείου, ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ τους ατύπως συμβατικός συμψηφισμός προς μερική απόσβεση της απαίτησης από το δάνειο, ότι το αναφερόμενο στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου τίμημα ήταν το πραγματικό και ότι το κατέβαλε σε μετρητά στους ενάγοντες.

Προς απόδειξη δε των σχετικών ισχυρισμών του εξέτασε μάρτυρες και προσκόμισε έγγραφα, που είχαν τεθεί υπόψη των Δικαστών που είχαν επιληφθεί της χρηματικής διαφοράς των διαδίκων, δηλαδή χρησιμοποίησε εν γνώσει ψευδή αποδεικτικά μέσα. Έτσι τέλεσε αδικοπραξία, που συνιστά ταυτοχρόνως και το ποινικό αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο, τετελεσμένης μεν κατά τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς του, σε απόπειρα δε ενώπιον των λοιπών Δικαστηρίων, ήτοι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, του Εφετείου Κρήτης και του Αρείου Πάγου, που απέρριψαν κατ' ουσία τους ισχυρισμούς του.

Τα αποδεικτικά μέσα, που χρησιμοποιήθηκαν στις δίκες αυτές έγιναν γνωστά στους παράγοντες των δικών (δικαστές, δικηγόρους, γραμματείς, δικαστικούς επιμελητές κλπ), επιπλέον η δικαστική διένεξη των διαδίκων και όσων διαμείβονταν μεταξύ τους στα δικόγραφα και στα έγγραφα που προσκομίζονταν εκατέρωθεν ως σχετικά στις δίκες που έλαβαν χώρα έγιναν γνωστά σε περιορισμένο κύκλο προσώπων από την κοινωνία της ….

Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι με τις ενέργειες του εναγομένου προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητα των εναγόντων, διότι εμφανίζονται ότι μετέρχονται ανέντιμες μεθόδους, προκειμένου να αποφύγουν να εκπληρώσουν τις έναντι αυτού συμβατικές τους υποχρεώσεις. Εξ αιτίας αυτών οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, δικαιούμενοι για το λόγο αυτό, χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας πρέπει να οριστεί, μετά την αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του προσδιορισμού της, μεταξύ των άλλων, των συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας, του είδους, του μεγέθους και της έκτασης της προσβολής, την έλλειψης πταίσματος από την πλευρά τους, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, (ο πρώτος των εναγόντων είναι έμπορος, η δεύτερη των εναγόντων, σύζυγος του, καθηγήτρια και ο εναγόμενος επιχειρηματίας), για τον καθένα στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για καθένα απ' αυτούς.

Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο, δηλαδή, ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους επ' αυτής του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 109/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και εξαφανίζοντάς την, επεδίκασε το ποσό των 3.000 ευρώ για κάθε ένα των αναιρεσειόντων.

Σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν και περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες, πρέπει να ανέλθει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ, στον καθένα, σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, συνυπολογίζοντας μεταξύ των άλλων και την οικονομική του κατάσταση.

Όπως εξάγεται από το σύνολο των πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεχόμενο το ανωτέρω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν είναι μικρότερο από το επιδικαζόμενο σε ανάλογες περιπτώσεις.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι και από το 19) δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, επειδή το επιδικασθέν ποσό "υπολείπεται και δη καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις", είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ένστασης η αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 12/2000 και Ολ ΑΠ 25/2003).

Πράγματα, επίσης, κατά την αμέσως επίσης διάταξη, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 1497/2018). Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξ άλλου δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από αυτά που τον συγκροτούν ΑΠ 1506/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα "για την ηθική βλάβη για την οποία ζητήσαμε χρηματική ικανοποίηση προκλήθηκε πρωτίστως από το έγκλημα της εξακολουθητικής εις βάρος της περιουσίας μας απάτης επί δικαστηρίω σε βαθμό κακουργήματος καθόσον από τη στιγμή κατά την οποία ο εναγόμενος εξεδήλωσε με την αγωγή και την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων την πρόθεσή του να στηριχθεί στο εικονικό κατά το τίμημα αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και στη ψευδή βεβαίωση της συμβολαιογράφου ότι ενώπιον της κατεβλήθη ποσό 36.000 ευρώ, και το οποίο συμβόλαιο προσκόμισε σε όλες τις δίκες αν και είχε πλήρη γνώση της εικονικότητας και της ψευδούς βεβαιώσεως και να μην αφαιρεί το όλο πραγματικό τίμημα των 50.000.000 δραχμών από το δάνειο των 311.000 ευρώ, εχάσαμε τον ύπνο μας και κυριευθήκαμε από μελαγχολία σοβαρού βαθμού.

Και τούτο διότι είμεθα απλοί και αγαθοί άνθρωποι και βιοπαλαιστές και τα χρήματα δεν τα βρίσκομε "στο δρόμο". Επωλήσαμε ένα αξιόλογο οικόπεδο για να μειώσομε το άγχος μας περί την αποπληρωμή του δανείου των 311.000 ευρώ. Αντί όμως να μειωθεί το άγχος μας, ο εναγόμενος με τις εγκληματικές πράξεις κατέστησε εμάς ένα ψυχικό ράκος, αφού υπήρχε πλέον ο κίνδυνος και το οικόπεδό μας να χάσομε και τα 146.735 ευρώ να ξαναπληρώσομε σε μετρητά ως μέρος αποδοτέου δανείου"., τα οποία περιστατικά αποτελούν ιδιαίτερο μέρος της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, αφού προηγουμένως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του τα εξακολουθητικά περιστατικά με βάση τα οποία θεμελίωσαν την αδικοπραξία στο δικόγραφο της αγωγής των οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, όπως αυτά προέκυψαν από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων καθώς και από όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως.

Κατά δε την έννοια του αριθμού 19 της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες αυτής δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση. (ΟλΑΠ 20/2005).

Ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αίτησης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζομένων των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεσή των, χωρίς καμία αιτιολογία, είναι απαράδεκτος, αφενός μεν, λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύει στο δικόγραφο της αναίρεσης σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει στην απόφαση για την επάρκεια της αιτιολογίας, αφετέρου δε διότι με το πρόσχημα της αναιρετικής από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλειας οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν εξολοκλήρου μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.), διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και η υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις νομικές έννοιες της αρχής της αναλογικότητος και των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχερείας του δικαστηρίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2018 αίτηση των 1) Κ. Π. του Ε. και 2) Χ. συζ. Κ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 192/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ