Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding ownership of a riverbed property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the final judgment of the Court of Appeal in Lamia. The appellant argued the lower court erred in rejecting the claim that a riverbed belonged to the State, but the Court found the appeal inadmissible as the lower court's decision was sufficiently supported by its primary reasoning regarding derivative ownership. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible as superfluous if the challenged judgment is sufficiently supported by other grounds not affected by the appeal, or if the appeal fails to successfully challenge the primary reasoning sustaining the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1052 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1052/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Μαϊου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου:Α. Φ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Βλάχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 10/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 4-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 10/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (τακτικής διαδικασίας ) , με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ^ ουσία έφεση του ήδη αναιρείοντος-εναγομένου κατά της 71/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας με εξαίρεση μόνο το κεφάλαιο περί επιβολής δικαστικής δαπάνης (με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 20-6-2002 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου).Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου,όπως προκύπτει από την από 27-9-2017 βεβαίωση της εκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Τριμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας).. Είναι συνεπώς παραδεκτή(άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2.Για το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται αυτή κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Μάλιστα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση αυτού του επίδικου τμήματος ακινήτου, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 20/6/2012 αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι αυτός ισχυρίστηκε, ότι δυνάμει των υπ' αριθμ. .....43/1988, ....44/1988 και ....04/1989 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Γ.
Φ., που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, απέκτησε με παράγωγο τρόπο την κυριότητα ακινήτου συνολικής έκτασης 23.049 τ.μ. και μετά από μεταβιβάσεις προς τρίτους τμημάτων της ως άνω ιδιοκτησίας του με τα υπ'αριθμ. .....49/1995 και ....624/1995 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Δ.Κ. Α. που έχουν νόμιμα μεταγραφεί ,είναι πλέον κύριος ακινήτου συνολικού εμβαδού 17.043τ.μ.και ότι το εναγόμενο Εληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητά του σε τμήμα του ως άνω ακινήτου του, συνολικού εμβαδού 10.760τ.μ. ,το οποίο αποτελεί το προς ανατολάς τμήμα της ιδιοκτησίας του και συνορεύεκανατολικά με το όριο της κοίτης του χειμάρρου ..... ,δυτικά με υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας του ,βόρεια με την ...
και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Γ. ,'οπως αυτό εμφαίνεται και αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α- Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-54-α8-55-α7-56-α6 στο από 23-4-2007 απόσπασμα τοπογραφικού διαγράμματος της Κτηματικής Υπηρεσίας του ... ,με τα αριθμητικά στοιχεία 2- 16-14-15-11-10-9-8-7-6-5-4-3-2 στο από Ιούλιο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα εφαρμογής των τίτλων ιδιοκτησίας του επί των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1960 του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ.
Τ. και με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ- Ε-Ζ-Η- Θ-Ι-54-α8-55- α7-56-α6 στο από 23-4-2007 απόσπασμα τοπογραφικού διαγράμματος Υπουργείου Συγκοινωνιών (ΣΧΕΔΙΟ III) που συνέταξε η εντεταλμένη υπάλληλος με βαθμό Β' της Κτηματικής Υπηρεσίας ... Τοπογράφος Μηχανικός Π. Π. το οποίο και επισυνάπτει ακολούθως στην κρινόμενη αγωγή ως αναπόστατο τμήμα της.
Με βάση τα ανωτέρω ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο εμβαδού 10.760 τ.μ. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι περιέχει με λεπτομέρεια τη θέση και την έκταση του επιδίκου, περιγραφή που έγινε με αποτύπωσή του στο ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα και, επί πλέον, προσδιορίζεται και η θέση του επιδίκου των 10.760 τ.μ.
στο δυτικό τμήμα της μείζονος έκτασης των 23.049 τ.μ., του οποίου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι έγινε κύριος με νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια μετά την μερική μεταβίβαση με πωλητήρια συμβόλαια ενώ δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται στην αγωγή τα ονόματα των κυρίων των όμορων ακινήτων και οι πλευρικές διαστάσεις του πιο πάνω ακινήτου, με αποτέλεσμα καμιά αμφιβολία να μην υπάρχει ως προς την ταυτότητα του επιδίκου, μη απαιτούμενων έτσι άλλων επιπλέον στοιχείων, ενόψει και του ότι υφίσταται πλήρης περιγραφή του στο προσαρτώμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα..
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του ορισμένη την αγωγή του εφεσιβλήτου και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ποσοτικής αοριστίας αυτής, από τη μη ακριβή περιγραφή του επιδίκου, τον οποίο είχε παραδεκτώς προβάλλει πρωτοδίκως, ως εναγόμενο, προς απόκρουση αυτής και επανέφερε στη δευτεροβάθμια δίκη, ως εκκαλούν με λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια των αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική αυτή πλημμέλεια είναι αβάσιμος. 3.0 λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚπολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί ως ουσιαστική βάσιμη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου με τις ακόλουθες παραδοχές: "Δυνάμει των υπ' αριθμ. .....43/28.11.1988, ....44/28.11.1988 και .....04/22.12.1989 συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Γ.
Φ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....., περιήλθαν τμηματικά στην κυριότητα του ενάγοντα με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με αγορά από τις Π. Φ. και Ε. Δ., τα ακόλουθα ακίνητα : Α) δυνάμει του υπ1 αριθμ. ....43/28.11.1988 ως άνω συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .....
στον τόμο ....05 και αριθμό ....10, ακίνητο εμβαδού 13.035 τ.μ. , το οποίο συνορεύει ανατολικά με το ρέμα ".....", δυτικά με την Εθνική Οδό ......, βόρεια με την Εθνική Οδό ..... και νότια με υπόλοιπη έκταση ιδιοκτησίας των ανωτέρω πωλητριών, Β) δυνάμει του υπ' αριθμ. ....44/28.11.1988 ως άνω συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .....στον τόμο ....05 και αριθμό ....11, ακίνητο εμβαδού 2.008 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με το ρέμα "......", δυτικά με την Εθνική Οδό ......
και Βόρεια και Νότια με υπόλοιπη έκταση ιδιοκτησίας των ανωτέρω πωλητριών και Γ) δυνάμει του υπ' αριθμ. .....04/22.12.1989 ως άνω συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... στον τόμο ....12 και αριθμό .....11, δύο εδαφικά τμήματα, το μεν πρώτο εμβαδού 4 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει ανατολικά το ρέμα " ......", δυτικά με την Εθνική Οδό ..., βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας των ανωτέρω πωλητριών, το δε δεύτερο εμβαδού 4.006 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με το ρέμα ".....", δυτικά με την Εθνική Οδό ..., βόρεια με την ανωτέρω μεταβιβασθείσα έκταση και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας αδερφών Κ..
Στη συνέχεια από την ανωτέρω συνολική έκταση εμβαδού 23.049 τ.μ που περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος με τον προπεριγραφόμενο τρόπο, ο τελευταίος προέβη στις ακόλουθες μεταβιβάσεις και συγκεκριμένα : Α) δυνάμει του υπ' αριθμ. .....49/19.4.1995 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δ.Κ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .....
στον τόμο ....57 και αριθμό ....09, πώλησε στους Κ. Δ. Γ. (50% εξ αδιαιρέτου), Δ. Κ. Γ. (25% εξ αδιαιρέτου) και Α. Κ. Γ. (25% εξ αδιαιρέτου, το ως άνω δεύτερο εδαφικό τμήμα εκτάσεως 4.006 τ.μ που συνορεύει ανατολικά με το ρέμα "...", δυτικά με την Εθνική Οδό ..., βόρεια με λοιπή ιδιοκτησία του ενάγοντος και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας αδερφών Κ.
Β) δυνάμει του υπ' αριθμ. ....24/3-8-1995 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου , Δ.Κ. Α., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας, στο τόμο .....59 και αριθμό ....29, πώλησε στους Κ. Δ. Γ. (κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου), Δ. Κ. Γ. (25% εξ αδιαιρέτου) και Α. Κ. Γ. (25%) εξ αδιαιρέτου), μέρος του ως άνω πρώτου εδαφικού τμήματος εκτάσεως εκτάσεως 4.000 τ.μ, ήτοι 2.000 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με το ρέμα "...", δυτικά με την Εθνική Οδό ..., βόρεια με λοιπή ιδιοκτησία ενάγοντος και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ., Δ.
και Α. Γ.. Κατόπιν τούτου και μετά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, απέμεινε στην κυριότητα του ενάγοντος συνολική έκταση εμβαδού 17.043 τ.μ , η οποία βρίσκεται στη θέση "... ...ς" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλης και εντός ζώνης της κτηματικής περιφέρειας του διευρυμένου Δήμου ..., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχ.
αό, Α, Β, Γ, Δ, Ε, Η, Θ, Μ, Ν, αό στο από 21.1.2008 τοπογραφικό διάγραμμα - απόσπασμα διαγράμματος του πρώην Υπουργείου Συγκοινωνιών, που συνέταξε η Π. Π., τοπογράφος - μηχανικός, της Κτηματικής Υπηρεσίας του ..., καθώς και με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 1 στο από μηνός Ιουλίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ.
Τ., μετά δε και τη διενέργεια της διαταχθείσας από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνωμοσύνης και κατόπιν νεότερης και ακριβέστερης εμβαδομέτρησης, τούτο αποτυπώθηκε ως εκτάσεως 17.000 τ.μ με τα περιμετρικά στοιχεία 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12,1 στα από μηνός Οκτωβρίου 2014 τοπογραφικά διαγράμματα επί αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1960 του Δ.
Ν., αγρονόμου, τοπογράφου, μηχανικού, ο οποίος προέβη στην αποτύπωση του ως άνω ακινήτου σύμφωνα με τις υπάρχουσες προδιαγραφές εκτέλεσης τοπογραφικών μελετών με τη χρήση ηλεκτρονικού οργάνου μετρήσεως (total station). Το ανωτέρω ακίνητο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού 117 στρεμμάτων περίπου, που βρισκόταν στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ....., το οποίο συνόρευε βόρεια με τη δημόσια οδό ..., δυτικά με τις αποθήκες πυρομαχικών του Δημοσίου, νότια με ιδιοκτησίες Κ.
Σ. και Α. Π. και ανατολικά με κοίτη "..." και το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, Π. συζ. Γ. Γ., το γένος Α. Φ. και Ε. συζ. Ε. Δ., το γένος Α. Φ., λόγω κληρονομικής διαδοχής από τον Η. Μ., ο οποίος κατέλιπε την υπ' αριθμ. ....49/16.6.1949 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Α.Ν. Δ., που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. ....9/15.7.1949 πρακτικό του Πρωτοδικείου Λαμίας και την οποία (κληρονομιά) οι ανωτέρω αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. ......66/22.6.1954 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ....στον τόμο ....5 και αριθμό ....16.
Στο δε απώτερο δικαιοπάροχο Η. Μ. η εν λόγω έκταση είχε περιέλθει τμηματικά με παράγωγο τρόπο ως εξής: Α) Δυνάμει του υπ' αριθμ. ....27/1920 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..... στον τόμο ....1 και αριθμό .....3, περιήλθε τμήμα εμβαδού 80 στρεμμάτων, το οποίο συνόρευε ανατολικά με "...", δυτικά με μάνδρα αποθηκών υλικού πολέμου, βόρεια με δημόσιο δρόμο και νότια με σιδηροδρομική γραμμή, Β) δυνάμει του υπ' αριθμ. ....03/31.3.1924 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ν.
Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείο ..... στον τόμο ....2 και αριθμό ....38, περιήλθε τμήμα εμβαδού 7 στρεμμάτων, το οποίο συνόρευε ανατολικά με κοίτη χειμάρρου "...", βόρεια με ιδιοκτησίες πρώην κληρονόμων Β., δυτικά με κτήμα Η. Μ. και νότια με ελαιοπερίβολο πρώην Η. και ήδη Δ. Π.. Στους δε δικαιοπαρόχους του ως άνω αγοραστή Η.
Μ. και συγκεκριμένα στους Β. χήρα Κ. Β., Σ. Β. του Κ., Ν. Β. του Κ., Ε. Β. του Κ., Ε. Β. του Κ., Δ. Β. του Κ. και Χ. Β. του Κ., είχε περιέλθει λόγω κληρονομικής διαδοχής του πατρός τους Κ. Β., με την υπ' αριθμ. δε 90/1924 απόφαση του Πρωτοδικείου Λαμίας είχε δοθεί άδεια στη Β. χήρα Κ. Β. να εκοποιήσει το εν λόγω ακίνητο για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Σ., Ν., Ε.
και Ε. για το λόγο ότι ο εν λόγω αγρός καταστρεφόταν κάθε έτος από το χείμαρρο και κινδύνευε να καταστραφεί, προκειμένου δε να σωθεί, έπρεπε να γίνουν αμυντικά έργα κατά των υδάτων, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να καλύψουν οικονομικά τα ανήλικα τέκνα, και Γ) δυνάμει του υπ' αριθμ. ....00/1.11.1922 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ....
Ν.Κ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... στον τόμο ....2 και αριθμό ....89, περιήλθε τμήμα εμβαδού 28 στρεμμάτων, αποτελούμενο από τέσσερις συνεχόμενους αγρούς. Ειδικότερα στη δικαιοπάροχο του ανωτέρω αγοραστή Η. Μ., Ε. συζ. Β. Β. το εν λόγω μεταβιβασθέν ακίνητο είχε περιέλθει επίσης τμηματικά ως εξής: 1) δύο τμήματα εκτάσεως 10 στρεμμάτων το καθένα, που συνόρευαν το μεν πρώτο ανατολικά με αγρό Κ.
Γ., δυτικά με στρατώνα του Δημοσίου, βόρεια με χέρσο τόπο και νότια με σιδηροδρομική γραμμή, το δε δεύτερο ανατολικά με αγρό Κ. Γ., βόρεια με εθνικές γαίες, δυτικά και νότια με γαίες Β. Α. Β. με αγορά από τον Κ. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ....36/6.6.1920 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ν.Κ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου .....
Εξάλλου στον δικαιοπάροχο αυτής Κ. Γ., οι ανωτέρω εκτάσεις είχαν περιέλθει με αγορά από τον Β. Α. Β., δυνάμει του υπ' αριθμ. ....35/6.6.1920 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, όπου έχουν την ίδια περιγραφή και το οποίο συμβόλαιο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία, του Υποθηκοφυλακείου ..... Στον δε ανωτέρω απώτερο δικαιοπάροχο Β.
Α. Β., είχαν περιέλθει τα ανωτέρω ακίνητα με αγορά από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει των υπ' αριθμ. ....024/24.5.1918 και ...192/27.8.1918 παραχωρητηρίων του Υπουργείου Γεωργίας αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του του υποθηκοφυλακείου ..... στον τόμο ....9 και με αριθμούς ....04 και .....60 αντίστοιχα και 2) τμήμα εμβαδού 8 στρεμμάτων, που συνόρευε γύρωθεν με σιδηροδρομική γραμμή ..., με άμπελο Δ.
Π., με αγρό Β. υ και με αγρό Θ. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ....5/8.5.1917 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....., με αγορά από τον Β. Α. Β., ο οποίος είχε αναγνωριστεί νομέας και κάτοχος της έκτασης με την υπ' αριθμ. 23/1917 απόφαση του Ειρηνοδίκη Λαμίας, με την οποία είχε απαγορευθεί στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να διαταράσσει τη νομή του.
Περαιτέρω η ως άνω ευρύτερη έκταση των 117 στρεμμάτων κατατμήθηκε το έτος 1960 σε δύο τμήματα, ανατολικό και δυτικό, εξαιτίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης από το Δημόσιο, τμήματος αυτής εκτάσεως 8.390 τ.μ για τη διάνοιξη της Ν.Ε.Ο .... Περαιτέρω το εν λόγω επίδικο τμήμα εμβαδού 10.760 τ.μ, συμπεριλήφθηκε σε τμήμα ευρύτερης έκτασης εμβαδού 48.000 τ.μ που καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα δυνάμει της υπ' αριθμ. 1 118071-1/8003/ Α0010/29.11.205 απόφασης του Γ.Γ Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία έγινε δεκτή η υπ' αριθμ. 50/2005 Γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων Ανταλλάξιμης Περιουσίας του αρθρ. 90 π.δ 284/1988, που γνωμοδότησε ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, διότι αποτελούσε στο παρελθόν την κοίτη του χειμάρρου "...".
Ωστόσο σύμφωνα και με τα όσα είχε κληθεί από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο να γνωμοδοτήσει ο ως άνω πραγματογνώμονας, αποδείχθηκε ότι ο προαναφερθείς Η. Μ. ήταν ιδιοκτήτης ενός αγροτεμαχίου 117 στρεμμάτων [115 στρεμμάτων σύμφωνα με το άθροισμα των ως άνω τίτλων ( 8 + 1Θ+ 10+ 80+ 7)], απαρτιζόμενο από επιμέρους αγροτεμάχια που αγόρασε σε έκταση 80 στρεμμάτων από το Υπουργείο Γεωργίας και σε έκταση 36 στρεμμάτων από άλλους ιδιώτες και το οποίο παραχώρησε με την διαθήκη του το έτος 1949 στις Π.
Γ. και Ε. Δ., οι οποίες την απεδέχθησαν με την αποδοχή κληρονομιάς του 1954. Η διαφορά των 2 στρεμμάτων στην περιγραφόμενη έκταση των 117 στρεμμάτων της υπ' αριθμ. ...66/22.6.1954 ανωτέρω αποδοχής κληρονομιάς είναι στα πλαίσια της περιγραφής "ως έγγιστα" και δεν δημιουργεί αμφιβολία για τα ανωτέρω όρια και τους ανωτέρω τίτλους κτήσης της ιδιοκτησίας των 117 στρεμμάτων του Η.
Μ.υ και μετέπειτα των Γ. - Δ., λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι στα ανωτέρω παραχωρητήρια του Υπουργείου Γεωργίας γίνεται λόγος για "βασιλικά στρέμματα" που καθένα από αυτά αντιστοιχεί σε έκταση μεγαλύτερη των 1.000 τ.μ. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη κατά την επέκταση του σχεδίου πόλεως της ...
από την εν λόγω ιδιοκτησία των 117 στρεμμάτων της Π. Γ. και της Ε. Δ., εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης 73.980 τ.μ και από το διάγραμμα που συνοδεύει τον πίνακα της πράξης εφαρμογής προκύπτει ότι το νότιο όριό τους είναι ο Δ. Σ. και η Θ. Κ., των οποίων οι τίτλοι δεν προέρχονται από τον Η. Μ.. Το υπ' αριθμ. ...27/1920 Παραχωρητήριο του Η.
Μ. αναφέρει ως νότιο όριο τη σιδηροδρομική γραμμή, ομοίως και το υπ' αριθμ. ...024/1918 παραχωρητήριο που στη συνέχεια αγόρασε ο Η. Μ.. Όμως από τα στοιχεία της επέκτασης καθώς και από το ότι το παραχωρητήριο των 80 στρεμμάτων αν συνόρευε νότια με σιδηροδρομική γραμμή θα είχε μεγαλύτερη επιφάνεια από 80 στρέμματα, αλλά και από την μελέτη των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1960 , σύμφωνα με τον ανωτέρω ορισθέντα από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονα, συμπεραίνεται ότι νότιο όριο της έκτασης των 117 στρεμμάτων είναι η ευθεία 21-20-19-18-22-23-24 που αποτυπώνεται στο υπ.
αρ. 1 συνημμένο στην πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό σχέδιο (ΑΦ 1945), αφού νότιο όριο της υπ' αρ. ...66/22.6.1954 αποδοχής κληρονομιάς αναφέρεται Σ. και Π., εκ των οποίων ο μεν Σ. εμφανίζεται στο διάγραμμα επέκτασης σχεδίου πόλεως βόρεια της σιδηροδρομικής γραμμής, ο δε Π. είναι απώτερος δικαιοπάροχος του Α. και συνεπώς η ανωτέρω έκταση των 117 στρεμμάτων, από την οποία αντλεί δικαιώματα ο Α.
Φ. έχει σταθερά όρια προς βορρά την Εθνική Οδό ..., προς νότο τις ιδιοκτησίες των Σ. και Π., προς δυσμάς τη μάντρα του Σ. Τ. και προς ανατολάς το δυτικό όριο της κοίτης του χειμάρρου " ...". Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το ακίνητο που εντοπίζεται πλήρως και εφαρμόζεται επί του εδάφους με τα περιμετρικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-1 στα συνημμένα στην πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικά διαγράμματα επί των Α/Φ 1945 και 1960 (αρ.
σχ. 1 και 2), εκτάσεως σύμφωνα με την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης 17 στρεμμάτων, αποτελεί ιδιωτική έκταση ιδιοκτησίας του ενάγοντος, όπως αυτή αποτυπώνεται στο από μηνός Φεβρουαρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα κλιμ. 1/500 του μηχανικού Δ. Τ. που συνοδεύει τα υπ' αριθμ. ....43/1988, 7244/1988 και 9004/1988 προαναφερθέντα συμβόλαια και είναι τμήμα της προπεριγραφείσας ευρύτερης έκτασης των 117 στρεμμάτων.
Αναφορικά δε με τον προαναφερθέντα χείμαρρο "..." ή "...", σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ανωτέρω πραγματογνώμονα, προέκυψε ότι διέρχεται στην ανατολική πλευρά της πόλεως της ..... με κατεύθυνση από βορρά προς νότο και απορρέει στη λεκάνη νοτίως της .... μεταξύ .... και ..... Ο εν λόγω χείμαρρος τροφοδοτείται με όμβρια ύδατα αλλά και με πηγαία, που παλιότερα τροφοδοτούσαν τους νερόμυλους και τα σφαγεία με υδραύλακα στο δυτικό άκρο της ....., αλλά και άρδευση κλπ της ανατολικής περιοχής κτήματος Σ. (σήμερα Ν. .....) με άλλον υδραύλακα.
Σήμερα υπάρχουν γεωτρήσεις στην κοίτη (περιοχή ...) που τροφοδοτούν το δίκτυο ύδρευσης της ....., ενώ το ρέμα ... ή ποταμός στο παρελθόν, όπως αναφέρεται στο διάγραμμα απαλλοτριώσεως για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής του 1902 δεν φαίνεται στο παλαιότερο διάγραμμα της διανομής του αγροκτήματος Σ. έτους 1931 να κατέληγε με σταθερή κοίτη στον ......
ποταμό ή ........ Παλιότερα δε όλα τα διαθέσιμα ύδατα που διοχετεύονταν στους υδραύλακες σκόρπιζαν σε μια κοίτη νοτίως των σιδηροδρομικών γραμμών και μακρά του επιδίκου, όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα διανομής Σ. του 1931, ενώ μετά την κατασκευή της ΕΟ, παράλληλα με την κοίτη του ... ή ..., ανοίχθηκε τη δεκαετία του 1960 τεχνητή κοίτη στο νότιο τμήμα του, που σήμερα καταλήγει στην ... ( για την προστασία της Ε.Ο από τις πλημμύρες).
Ωστόσο ο χείμαρρος "..." ή "...ς" στο τμήμα που αφορά την παρούσα ένδικη διαφορά, είχε και έχει κοίτη σταθερά όρια στην ίδια θέση που απεικονιζόταν λεπτομερώς στο από 5.12.1972 διάγραμμα του Υπουργείου Συγκοινωνιών (που χρησιμοποιήθηκε για τη μελέτη επεκτάσεως της πόλεως της ....), συνταχθέν βάσει φωτοερμηνειών A/Φ της 5.7.1957, στο από 1931 διάγραμμα διανομής Σ.
και τελευταίως στο από 8.10.2012 διάγραμμα του Νέου Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου της Δημοτικής Ενότητας .... Δηλαδή το δυτικό όριο της κοίτης του ταυτίζεται απολύτως με το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του ενάγοντος των 17 στρεμμάτων, ήτοι και με το ανατολικό όριο της επίδικης έκτασης. Τα ανωτέρω εξάλλου προκύπτουν και από το γεγονός ότι κατά την αυτοψία που διενήργησε ο διορισθείς από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονας, βορείως και νοτίως του τμήματος του χειμάρρου "...", που διέρχεται δίπλα από το επίδικο, υπάρχουν δύο γέφυρες, η γέφυρα της οδού ...
και η σιδηροδρομική γέφυρα, το συνολικό εύρος των οποίων δεν ξεπερνά τα 25 μέτρα και συνεπώς δεν είναι φυσικά αλλά και τεχνικά δυνατόν το εύρος της κοίτης του ... μεταξύ των δύο αυτών γεφυρών να είναι πολλαπλάσιο του εύρους των γεφυρών, όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο εμφανίζοντας το επίδικο ως τμήμα της κοίτης του εν λόγω χειμάρρου.
Συνεπώς σύμφωνα και με το πόρισμα της προαναφερθείσας πραγματογνωμοσύνης, η επίδικη έκταση εμπίπτει εντός των εκτάσεων που αναφέρονται στους τίτλους κτήσης του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων αυτού, λαμβανομένου υπόψη ότι τόσο οι τίτλοι κτήσης του ενάγοντος, όσο και η ως άνω υπ' αριθμ. ...66/1954 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς εφαρμόζονται πλήρως επί του εδάφους και διά τούτων εφαρμόζονται πλήρως και τα παραχωρητήρια και συμβολαιογραφικοί τίτλοι με τα οποία αποκτήθηκε από τον Η.
Μ. η ευρύτερη προαναφερθείσα έκταση των 117 στρεμμάτων περίπου, δεδομένων των σταθερών και αμετακίνητων ορίων της (οδός ..., στρατώνας, ιδιοκτησίες Σ. - Π. και νότια αυτών η σιδηροδρομική γραμμή και χείμαρρος "..."). Τα ανωτέρω εξάλλου συνάγονται και από την από 21.1.2008 τεχνική έκθεση της Π. Π. τοπογράφου μηχανικού, υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας ...
η οποία αναφέρει επί λέξει συμπερασματικά ότι "ο προαναφερόμενος υπ' αριθμ. ...66/1954 τίτλος εφαρμόζεται επί του εδάφους, αφού έχει τρία όρια σταθερά : βόρεια τη δημόσια οδό ..., δυτικά τη μάντρα του στρατοπέδου, νότια το βόρειο άκρο των ιδιοκτησιών Δ. Π. και Κ. Σ. και ανατολικά τον χείμαρρο "...", με την τεθλασμένη γραμμή 57- Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ε-2-Η-Θ-0 Ρ- Ρ' - Ψ μετατοπισμένη παράλληλα προς τα δυτικά, έτσι ώστε η συνολική επιφάνεια να είναι εκτάσεως 117 στρεμμάτων και όχι 119 στρεμμάτων.
Κατά συνέπεια εντοπίζονται και εφαρμόζονται και οι τίτλοι των αγορών του Α. Φ. ...43/28.11.1988, ...44/28.11.1988 και ....04/22.12.1989". Συνακόλουθα αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο εμβαδού σύμφωνα με την έκθεσή του πραγματογνώμονα 17 στρεμμάτων είναι το ίδιο ακίνητο με εκείνο που περιγράφεται και περιλαμβάνεται στα προαναφερόμενα συμβόλαια- τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος.
Εξάλλου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκόμισε κάποια απόδειξη για την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου, δεδομένου ότι υπό την εκδοχή ότι το επίδικο αποτελεί κοίτη χειμάρρου, ήτοι κοίτη που κατακλύζεται περιοδικά με νερά της βροχής και επομένως σύμφωνα με τα αναφερόμενα υπόκειται σε ιδιωτική εξουσίαση και μπορεί να μεταβιβασθεί ή ν' αποκτηθεί, πρέπει ν' αποδειχθεί ότι η κοίτη έχει εγκαταλειφθεί από μακρό-αμνημόνευτο - χρόνο (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα) στην κοινή χρήση, οπότε και μόνο γίνεται κοινής χρήσης και ανήκει στο Δημόσιο.
Υπάρχει δε αμνημόνευτη αρχαιότητα, όταν δύο γενιές επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών γνώρισαν στη συνέχεια την ίδια κατάσταση (δηλ. τη φυσική απορροή των βρόχινων μέσω της κοίτης αυτής), πριν από την κατά την κατά την 23.2.1946 εισαγωγή του ΑΚ. Το εναγόμενο όμως επικαλείται προς απόδειξη της κυριότητάς του μόνο όσα αναφέρονται στην υπ' αριθμ. ....0/2005 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων του αρθρ. 90 πδ 284/1988, με βάση την οποία έγινε μόλις το 2005 η καταγραφή του επιδίκου τμήματος ως ανήκοντος σε δημόσια έκταση.
Ωστόσο στη γνωμοδότηση αυτή γίνεται αναφορά για την κατάσταση του χειμάρρου από το έτος 1931 και στο εξής που έγινε η διανομή του κτήματος "Σ.", χωρίς κάποια ειδική αναφορά για το διάστημα τουλάχιστον 80 ετών πριν την εισαγωγή του ΑΚ, ότι δηλαδή δύο γενεές πριν το 1946 γνώριζαν την ίδια κατάσταση, ώστε να θεμελιωθεί η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή, ως κατ' ουσία βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του επιδίκου εδαφικού τμήματος εμβαδού 10.760 τ.μ ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου κυριότητας του ιδίου, εμβαδού σύμφωνα με την έκθεσή του ανωτέρω πραγματογνώμονα εκτάσεως 17 στρεμμάτων, το οποίο είναι το ίδιο μ' εκείνο που περιγράφεται και περιλαμβάνεται στα προαναφερόμενα συμβόλαια- τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος και το οποίο (επίδικο) συνορεύει ανατολικά με όριο της κοίτης χειμάρρου "...", δυτικά με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας του ενάγοντος, βόρεια με την Π.Ε.Ο ... - ....
και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Γ.. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε ομοίως και έκανε δεκτή την υπό κρίση αγωγή, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους συναφείς λόγους της υπό κρίση έφεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμα.".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη κατά τη διατύπωση του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος: α) το υπ'αριθμ.πρωτ...24/25-8-2006 έγγραφο του Δασαρχείου ... προς τον αναιρεσίβλητο και β) την υπ' αριθ.πρωτ.
ΔΎ./13-12-2012 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Α. Γ. που αυτό νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του Εφετείου μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο αποτελεί κοίτη χειμάρου και, συνεπώς, ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο.
Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, καθώς και από την ειδική μνεία ότι μεταξύ άλλων( εκτιμήθηκαν και " τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα ", δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά και κατέληξε στο συμπέρασμα, την ορθότητα του οποίου αμφισβητεί το αναιρεσείον, ότι το η επίδικη έκταση εμπίπτει στους τίτλους κτήσεως του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του και ότι δεν αποτελεί τμήμα της κοίτης του εν λόγω χειμάρρου, το δυτικό όριο της κοίτης του οποίου ταυτίζεται απολύτως με το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του ενάγοντος.
Επομένως, ο πιο πάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
4. Κατά το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ., βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος.
Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέριψε ως αναπόδεικτο τον αρνητικό της αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου (ερειδόμενη σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας) ισχυρισμό του ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του, καθόσον αποτελεί κοίτη χειμάρρου και ανήκει ως κοινόχρηστο στο Ελληνικό Δημόσιο και επέβαλε εσφαλμένα το βάρος απόδειξης στο εναγόμενο αντί στον ενάγοντα, με την αιτιολογία ότι δεν προσκόμισε το εναγόμενο κάποια απόδειξη για την κτήση κυριότητάς του επιδίκου, υπό την εκδοχή του ότι το επίδικο αποτελεί κοίτη χειμάρρου .Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως του ενάγοντος ,συνορεύει με χείμαρρο βρίσκεται εκτός της κοίτης του και αναγνώρισε τογ, ενάγοντα κύριο του με παράγωγο τρόπο και με επάλληλη, πλεοναστική, αιτιολογία, δέχθηκε ότι υπό την εκδοχή ότι το επίδικο αποτελεί κοίτη χειμάρρου, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, δεν αποδείχθηκε ότι η κοίτη του χειμάρρου είχε εγκαταλειφθεί από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στην κοινή χρήση για να ανήκει στην κυριότητά του.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον η προσβαλλόμενη στηρίζεται επαρκώς στην κύρια αιτιολογία που προαναφέρθηκε η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, ότι, δηλαδή, ο ενάγων κατέστη κύριος με παράγωγο τρόπο του επιδίκου, το οποίο βρίσκεται εκτός κοίτης χειμάρρου και δεν αποτελεί τμήμα της, η αιτιολογία δε αυτή στήριξε επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
5. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2018 αίτηση για αναίρεση της 10/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ