1052/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.1 στοιχ. β’ , 309 εδ. α’ , 321, 577 παρ.1 και 2 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, των Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων, καθώς και των Εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Legislator headnote
AI generated1052/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ.1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1052 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1052/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Φ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευαγγέλου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Βογιατζή, η οποία κατέθεσε προτάσεις, 2) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ζωής Τσοροβά, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λουκά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../3-5-2011. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3115/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 2063/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.1 στοιχ. β’ , 309 εδ. α’ , 321, 577 παρ.1 και 2 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, των Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων, καθώς και των Εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας (ΚΠολΔ 502), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ’ αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 παρ.1), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 12/2011), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, αναλόγως, έφεση (ΟλΑΠ 15/2001, ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 12/2011), ήτοι καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 243/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ.1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1340/ 2017).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίχθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την από 27-4-2011 και με αριθμό κατάθεσης .../3-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, η 3115/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 26-11-2015 (με αριθμό κατάθεσης .../26-11-2015) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2063/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Στη συζήτηση επί της έφεσης, ο δεύτερος από τους εφεσιβλήτους- εναγομένους "..." δεν εμφανίστηκε και δικάστηκε ερήμην, η δε συζήτηση προχώρησε σαν να ήταν παρών και, αφού έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, κατά τη νέα εκδίκαση της αγωγής, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους και απερρίφθη ως προς το τρίτο εναγόμενο, το δε Εφετείο όρισε παράβολο, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του απόντος, δευτέρου εφεσιβλήτου.
Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα- ενάγουσα άσκησε την ένδικη από 16-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτηση αναίρεσης, την οποία κατέθεσε στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Η ως άνω απόφαση του Εφετείου, όμως, υπόκειται από την έκδοσή της σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους του δευτέρου εφεσιβλήτου, που δικάστηκε ερήμην, και η προθεσμία για την άσκηση αυτής εμποδίζει την άσκηση αναίρεσης κατά της εν λόγω απόφασης.
Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι έχει κατά νόμιμο τρόπο παρέλθει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, ούτε προκύπτει ότι έγινε έγκυρη παραίτηση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου από το δικαίωμά του να ασκήσει κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας.
Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς, ως προς τον τελευταίο, δεδομένου ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως εν προκειμένω, η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε κατ’ αυτής, πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 παρ.1 και 2) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".
Κατά τα λοιπά, η ένδικη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). 4.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ’ επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ’ αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα’ στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α’ 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 218/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ’ εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β’ του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).
Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012). 5.
Περαιτέρω, ο ΕισΝΑΚ ορίζει στο άρθρο 105 ότι "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος...", στο δε άρθρο 106 ότι "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου, του ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ προς αποζημίωση απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: 1) παράνομη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου κλπ κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, 2) επέλευση ζημίας και 3) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.
Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου κλπ, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης.
Επίσης, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον". Στην περίπτωση αυτή ο προσβαλλόμενος δικαιούται να ζητήσει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 59). Χρηματική ικανοποίηση, επίσης, λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ζητηθεί, κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, κατ’ άρθρο 914 ΑΚ (ΑΠ 885/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον ως άνω αναιρετικό λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).
6. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 27-4-2011 (με αριθμό κατάθεσης .../3-5-2011) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι από 12-2-2008 είχε προσληφθεί από τον πρώτο εναγόμενο ...
με σύμβαση μαθητείας, που είχε χρονική διάρκεια 18 μηνών, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, χρηματοδοτούμενου από τον τρίτο εναγόμενο Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ). Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκε για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβασή της ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά έφερε τα χαρακτηριστικά σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αφού, κατά τη διάρκεια αυτής, προσέφερε εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του πρώτου εναγομένου.
Ότι κατά τη λήξη της, η σύμβαση παρατάθηκε για 12 μήνες και ότι την 1-4-2010, μετά από αίτησή της, μεταφέρθηκε και εργάστηκε στον δεύτερο εναγόμενο ..., προσφέροντας την ίδια εργασία και, τελικώς, ο τελευταίος έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της από 3-9-2010. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας, άλλως ότι συνδέεται με αυτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθούν οι ίδιοι εναγόμενοι (2ος και 3ος) να αποδέχονται τις υπηρεσίες της στην ίδια θέση που απασχολήθηκε μέχρι την απόλυσή της, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, οι μεν πρώτος και τρίτος το ποσό των 32.337,97 ευρώ, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, οι δε δεύτερος και τρίτος εξ αυτών το ποσό των 5.599,90 ευρώ, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ των μεγαλυτέρων ποσών για μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία έπρεπε να της είχαν καταβάλει για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής της σε καθένα των δύο πρώτων εναγομένων, σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και των ποσών, τα οποία πράγματι της κατέβαλαν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μαθητείας που είχε καταρτίσει, τα δε ποσά αυτά ζητεί κυρίως με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως με βάση τις αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη λόγω της, από την ως άνω παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, προσβολής της προσωπικότητάς της, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και ε) επικουρικά, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 3.374,33 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο τα τελευταία ποσά από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ενάγουσα προέβη σε νόμιμο περιορισμό των κονδυλίων της αγωγής σε αναγνωριστικά, εκτός από τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών των ετών 2009 και 2010, τα οποία παρέμειναν καταψηφιστικά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 3115/2013 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη σε σχέση με τα αιτήματα αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας και καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, λόγω μη άσκησής της εντός της τρίμηνης και εξάμηνης, αντίστοιχα, αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955, ενώ κατά τα λοιπά αιτήματα την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Μετά από άσκηση έφεσης κατ’ αυτής εκ μέρους της ενάγουσας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2063/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ως προς τις λοιπές βάσεις επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση) και αφού δικάστηκε εκ νέου η αγωγή ως προς την ανωτέρω βάση της, αυτή απορρίφθηκε ως προς τον τρίτο εναγόμενο ΟΑΕΔ ως ουσία αβάσιμη και ως προς τον πρώτο εναγόμενο ...
έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάστηκε στην ενάγουσα το ποσό των 6.216 ευρώ για διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 17-5-2009 έως 31-3-2010, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (ως προς τον δεύτερο εναγόμενο ... έγινε, επίσης, εν μέρει δεκτή για το ποσό των 2.896,86 ευρώ, αλλά δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω).
7. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως από αυτή προκύπτει, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, στην έκταση που ενδιαφέρει για τον αναιρετικό έλεγχο, με το ακόλουθο σκεπτικό: Ότι η αγωγή, ως προς την κυρία βάση της, είναι μη νόμιμη και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο εκπαιδευτικού προγράμματος (stage), καταρτισθείσα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσει η ενάγουσα επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης και, ως εκ τούτου, αποτελεί γνήσια σύμβαση μαθητείας, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Ότι μη νόμιμη τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο ότι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ενάγουσα στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες λειτουργίας των υπηρεσιών των εναγομένων, η εν λόγω σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον έχει συναφθεί μετά την ισχύ του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ, το οποίο, κατά ρητή επιταγή του, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας, στο δε άρθρο 11 αυτού προβλέπονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που καταρτίσθηκαν μεταγενέστερα.
Ότι, αντίθετα, η επίμαχη σύμβαση έχει συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως σύμβαση αορίστου χρόνου ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ακόμα και στην περίπτωση που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι οι εναγόμενοι, ως εμπίπτοντες στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν είχαν πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτουν συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και, συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.
Ότι δεν συνέτρεχαν ούτε οι προϋποθέσεις, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, για το έγκυρο αυτής ως σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ακόμη, το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή α) ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της από αδικοπραξία, με την αιτιολογία ότι, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 105 ΕισΝΑΚ, αφού, πέραν από τις γενικές αναφορές των άρθρων αυτών, δεν γίνεται επίκληση άλλων, συγκεκριμένων διατάξεων που οι εναγόμενοι παραβίασαν, σε σχέση με την επικαλούμενη από την ενάγουσα εργασιακή σύμβαση, καθώς και τι θα μπορούσαν διαφορετικά να πράξουν, ώστε να αποφευχθεί η επικαλούμενη ζημία, και β) ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με την αιτιολογία ότι, κατά τα άρθρα 914, 932 και 57 ΑΚ, η αξίωση αυτή προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά σε βάρος της ενάγουσας, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω.
8. Με την ανωτέρω κρίση το Εφετείο, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την κυρία βάση της, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 8 του ν. 2112/1920, 14 παρ.2 περ. κα’ και 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.15 του ν. 2639/1998, 648 ΑΚ, του π.δ. 164/2004 και της ΚΥΑ 30484/4-7-2006, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα, οι επίμαχες συμβάσεις είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/ 1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι τούτο απαγορεύεται από το άρθρο 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν γνήσια σύμβαση μαθητείας, έγινε εκ περισσού, η δε ως άνω αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Ο τρίτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε την 2/7093/0022/2004 ΚΥΑ περί "επέκτασης των διατάξεων του ν. 3205/2003 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 3205/2003, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή στο προσωπικό, το οποίο χωρίς να υπάγεται ευθέως στις διατάξεις για το βαθμολόγιο και μισθολόγιο του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, έχει με σχετική διάταξη νόμου βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με αυτό, όχι όμως και στο προσωπικό που απασχολείται με άκυρη σχέση εργασίας στα εν λόγω νομικά πρόσωπα, όπως η ενάγουσα, η οποία δεν έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του πρώτου εναγομένου (...), με κάποια διάταξη νόμου.
Περαιτέρω το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της από αδικοπραξία και το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 57 ΑΚ, 105 και 106 ΕισΝΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
9. Περαιτέρω, ως προς το αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής: Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την αγωγή κατά το επικουρικό αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, με την αιτιολογία ότι δεν ασκήθηκε εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την επικαλούμενη καταγγελία (3-9-2010, ενώ η ένδικη αγωγή επιδόθηκε την 16-5-2011), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 6 παρ.2 του ν. 3198/1995, του οποίου η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημίωσης με βάση το ν. 2112/1920 και το β.δ. 16/18 Ιουλίου 1920, όπως εν προκειμένω. Στη συνέχεια, απέρριψε το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, ο δε πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
10. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), το οποίο εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ.1 του ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 276 του ν. 3463/2006 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και κατ’ επέκταση, με βάση τις λοιπές ως άνω διατάξεις, και των υπαλλήλων των ΟΤΑ και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α’ του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006).
Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αρ.6 και αρ.17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005).
Συνεπώς, η διάταξη αυτή, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ, εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974). 11.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, δέχθηκε τα εξής: Ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 12-2-2008 έως 16-5-2009, ενόψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο ... την 16-5-2011, έχουν υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ότι, συνεπώς, η αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται η απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο πρώτος εναγόμενος από την εργασία που παρείχε η ενάγουσα από 12-2-2008 έως 16-5-2009, συμπεριλαμβανομένων και των αξιώσεων καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας του χρονικού αυτού διαστήματος, είναι αβάσιμη στην ουσία της και ακολούθως την απέρριψε κατά το μέρος αυτό, λόγω παραγραφής.
Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, ούτε τα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτη, διότι η αρχή αυτή αφορά στη διοικητική λειτουργία του Κράτους και δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη μεταβολή της νομολογίας του ΕΔΔΑ επί των υποθέσεων Ζ. και Γ. κατά Ελλάδος (ΑΠ 780/2017).
12. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, σε σχέση με το τρίτο εναγόμενο, τα εξής ουσιώδη: Ότι δεν αποδείχθηκε σχέση εργασίας μεταξύ της ενάγουσας και του τρίτου εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), αφού ουδέποτε τέθηκε στη διάθεσή του η εργασιακή της δύναμη, με συνέπεια να μη συντρέχει και αντίστοιχη ωφέλεια από τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών της, χωρίς η κρίση αυτή να αναιρείται από μόνο το γεγονός της ανάληψης υποχρέωσης να καταβάλει το ποσό των 25,00 ευρώ ημερησίως στην ενάγουσα, στο πλαίσιο της σύμβασης μαθητείας, η οποία, ωστόσο, αποδείχθηκε ότι λειτούργησε ως σχέση εργασίας μόνο μεταξύ της ενάγουσας και των δύο πρώτων εναγομένων.
Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς την τρίτη επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως ουσία αβάσιμη σε σχέση με το τρίτο εναγόμενο. Με την κρίση αυτή, δεν έσφαλε το Εφετείο, αφού με την κατάρτιση τριμερών προγραμμάτων εκπαίδευσης ανέργων, ο ΟΑΕΔ δεν καθίσταται εργοδότης, αλλά εργοδότης είναι ο οικείος φορέας, στον οποίο ο μισθωτός παρέχει την εργασία του στο πλαίσιο της εφαρμογής του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (ΑΠ 918/2016, ΑΠ 800/2014).
Επομένως, ο ένατος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Όσον αφορά τον όγδοο λόγο της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό περί μη καταβολής της ημερήσιας αποζημίωσής της για το διάστημα από 13-8-2010 έως 3-9-2010, με συνέπεια τον εσφαλμένο υπολογισμό χρηματικής διαφοράς που της οφείλει ο δεύτερος εναγόμενος, δεν ερευνάται, διότι αφορά τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
13. Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεν υπολόγισε στις επιδικασθείσες μισθολογικές διαφορές το επίδομα μετακίνησης, που αφορά μόνο τους δημοτικούς υπαλλήλους, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ, 5 παρ.3 του ν. 2685/1999 και της ΚΥΑ 2/95080/0022/29-12-2008. Όπως, όμως, είναι γνωστό στο δικαστήριο από άλλη, παράλληλη διαδικαστική ενέργειά του επί της από 21-6-2017 αίτησης αναίρεσης του εδώ αναιρεσιβλήτου ... κατά της ίδιας απόφασης, εκδόθηκε η 1049/2018 απόφαση του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία η προσβαλλόμενη 2063/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αναιρείται κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς τον εκεί αναιρεσείοντα ... και τον υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.216 ευρώ για διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης καθίσταται χωρίς αντικείμενο.
14. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως προς τους πρώτο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). Δικαστικά έξοδα υπέρ του τρίτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζονται, ελλείψει αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτηση της Φ. Μ. του Α. για αναίρεση της 2063/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα καθενός εκ των πρώτου και δευτέρου από τους αναιρεσιβλήτους.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ