1052/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1052/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 20-5-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 437/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1052 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1052/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Ε., 2) Ε. Γ. του Α. και 3) Α. συζ. Ε. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιδωρίκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, 2) A. O. M. του A., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - Ε.Φ.Κ.Α.", ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριλένα Θανοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην από 2-2-2017 ως άνω δήλωση, καθώς και στις από 1-2-2017 προτάσεις της δήλωσε την ως άνω τροποποίηση του 4ου των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2009 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την με αρ. εκθ. καταθ. .../2009 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, τις από 5-3-2009 και 24-6-2009 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 20-8-2009 κύρια παρέμβαση - αγωγή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3731/2010 εν μέρει οριστική και 4233/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 437/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 20-5-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 437/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ...4.12.2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ., προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν την συζήτηση, επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (διά θυροκολλήσεως, κατ’ άρθρο 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.) στην δεύτερη αναιρεσίβλητη A.
O. M. του A. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 20.5.2015 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13.5.2016, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (3.2.2017), αντίγραφο δε του επιδοθέντος ως άνω εγγράφου παραδόθηκε στα χέρια του Ρ.
Β., Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Περιστερίου, έγγραφη δε ειδοποίηση απεστάλη, διά του ταχυδρομείου, από την παραπάνω δικαστική επιμελήτρια προς την ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη, νομότυπα, κατ’ άρθρο 128 αριθμ. 4γ’ του Κ.Πολ.Δικ., περί της γενομένης δια θυροκολλήσεως, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως.
Η δεύτερη αναιρεσίβλητη όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε υπέβαλε την κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση.
Επομένως και εφόσον για την σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή της, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., καθ’ όσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως.
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 125/2017). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, επί των από 18-2-2009 και 30.3.2008 κυρίων αγωγών των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 09-02-2008 και περί ώρα 06:10 ο πρώτος εναγόμενος των κύριων αγωγών Α.
Γ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε κατ’ ισομοιρίαν στους γονείς του δεύτερο και τρίτη των εναγομένων Ε. Γ. και Α. Γ., που του είχαν εμπιστευθεί την οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...
ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", εκινείτο με αυτό στο κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα επί της οδού ... με κατεύθυνση από την πλατεία Κάνιγγος προς την λεωφόρο Βασ. Σοφίας. Η οδός ... είναι μονής κατεύθυνσης και στο σημείο όπου συμβάλλεται κάθετα με την οδό ... το οδόστρωμά της έχει πλάτος 13 μέτρα, χωρίζεται δε, σε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας.
Η κίνηση οχημάτων και πεζών στην ως άνω διασταύρωση ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες που λειτουργούσαν κανονικά τον ως άνω χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, ήτοι η σύγκρουση του προαναφερόμενου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου με την τότε μη φέρουσα πινακίδες, πλην όμως μεταγενέστερα διαπιστωθείσα ως διαθέτουσα αριθμό κυκλοφορίας ..., μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων της 1ης αγωγής Σ.
Β., στην οποία επέβαινε και η ενάγουσα της 2ης αγωγής A. O. M.. Ειδικότερα η προαναφερόμενη μοτοσικλέτα που κινούταν επί της έχουσας πλάτος 6 μέτρα - μονής κατεύθυνσης - οδού ..., κατευθυνόταν προς την οδό Σόλωνος, δηλαδή, αφού θα διέσχιζε κάθετα την ... θα συνέχιζε την ευθεία πορεία της επί της ίδιας οδού, που μετονομάζεται σε οδό Λυκαβηττού.
Περί το μέσον της ως άνω διασταύρωσης συγκρούσθηκαν τα ως άνω οχήματα και συγκεκριμένα η εμπρόσθια και αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας συγκρούσθηκε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Το τελευταίο, μετά τη σύγκρουση συνέχισε ανέλεγκτη πλαγιοαριστερή πορεία περίπου 22,5 μέτρων και ακινητοποιήθηκε στη δεύτερη από αριστερά, ως προς την πορεία του, λωρίδα της ..., αφού προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του, στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του με αριθμό κυκλοφορίας ...
I.X. φορτηγού που εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα επί της αριστερής λωρίδας της ίδιας οδού (...) προερχόμενο από την οδό .... Η ευθεία πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας ανακόπηκε και οι μεν αναβάτες της εκτινάχθηκαν αρκετά μέτρα μπροστά και αριστερά αναφορικά με την πορεία του αυτοκινήτου και κατέληξαν ο ενάγων οδηγός της στο οδόστρωμα της αριστερής λωρίδας της ...
πλησίον των σιδερένιων κιγκλιδωμάτων και η συνεπιβαίνουσα ενάγουσα στο οδόστρωμα της τρίτης από δεξιά λωρίδας της ίδιας οδού, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν σοβαρά, όπως πιο κάτω αναφέρεται, η δε μοτοσικλέτα ανατράπηκε και συρόμενη σε ανέλεγκτη πλαγιοδεξιά πορεία επί του οδοστρώματος της ... τελικώς ακινητοποιήθηκε αφού προσέκρουσε στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο 21 μέτρα μετά τη διασταύρωση στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας της .... Τα ως άνω, που προκύπτουν από το σύνολο των προσκομιζόμενων εγγράφων και επιρρωνύονται και από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύουν αυτή σχεδιάγραμμα της Υποδ/νσης Τροχαίας Αθηνών, δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους.
Όμως κάθε διάδικη πλευρά (δηλαδή τόσον οι διάδικοι που σχετίζονται με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο - εναγόμενοι, όσο και οι ενάγοντες τραυματισμένοι επιβάτες της μοτοσικλέτας) υποστηρίζει ότι η σύγκρουση συνέβη επειδή ο αντίδικός του οδηγός εισήλθε στη διασταύρωση παραβιάζοντας το κόκκινο κυκλικό φως που υπήρχε στην πορεία του.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες (ο μοτοσυκλετιστής και η επιβάτης του δικύκλου) υποστηρίζουν ότι η μοτοσικλέτα τους ήταν ακινητοποιημένη στο κόκκινο φανάρι της ... όπισθεν του προαναφερόμενου φορτηγού, ότι με την αφή του πράσινου, πρώτα εισήλθε στη διασταύρωση το φορτηγό που έστριψε δεξιά στην ... και ακολούθως, και ενόσω συνέχιζε να είναι αναμμένο το πράσινο, εισήλθε και η μοτοσικλέτα τους, πλην όμως ανακόπηκε η ευθεία πορεία της περί το μέσον της διασταύρωσης από το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο των εναγομένων που εισήλθε στον κόμβο παραβιάζοντας το κόκκινο φως που είχε στην πορεία του. Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ήταν εν κινήσει στην ..., πλησιάζοντας τη συγκεκριμένη διασταύρωση εισήλθε σ’ αυτήν μόλις άναψε το πράσινο φως στο σηματοδότη. Ο πρώτος εξ αυτών (οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου) εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι κινούμενος προς τη διασταύρωση ήταν αναμμένο το κόκκινο φως στην πορεία του και γι’ αυτό μείωσε την ταχύτητά του, πλην όμως, επειδή 15 μέτρα πριν τη συμβολή (με την ...) άναψε το πράσινο στην πορεία του, έβαλε ταχύτητα και επιταχύνοντας εισήλθε σ’ αυτήν χωρίς να κοιτάξει δεξιά - αριστερά (στον κάθετο δρόμο ... - Λυκαβητού), ότι δεν είδε τη μοτοσικλέτα, παρά μόνο ένοιωσε ένα τράνταγμα στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του, άνοιξε ο αερόσακος και όταν άνοιξε ο ίδιος τα μάτια του, κατάλαβε ότι ήταν κάτω από ένα φορτηγό.
Αναφορικά με το επίμαχο και κρίσιμο τούτο σημείο, δηλαδή, ποιο από τα δύο οχήματα παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη της πορείας του από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν και τα ακόλουθα: α) Κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος οι σηματοδότες της επίμαχης διασταύρωσης λειτουργούσαν κανονικά, γεγονός που συνομολογείται από τους διαδίκους.
Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με αριθμό .../3-3-2008 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, στο σηματοδότη της οδού ..., ο χρόνος του πράσινου είναι 15 δευτερόλεπτα, 3 δευτερόλεπτα διαρκεί το πορτοκαλί και 27 το κόκκινο, ενώ στο σηματοδότη επί της ... το πράσινο διαρκεί 23 δευτερόλεπτα και 19 το κόκκινο. 2) Το φορτηγό, στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του οποίου προσέκρουσε το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο των εναγομένων, είχε εκκινήσει με την αφή του πράσινου από το φανάρι της οδού ..., όπου ήταν ακινητοποιημένο λόγω του προϋπάρχοντος κόκκινου και κινούμενο σιγά-σιγά όπως κατέθεσε προανακριτικά ο οδηγός του (Σ. Μ.), έστριψε δεξιά επί της ... και αφού διένυσε πλαγιοαριστερή πορεία επί αυτής, συνολικού μήκους περίπου 39 μέτρων από το σημείο εκκίνησής του (6 μ.
επί της οδού ... όπου ήταν ακινητοποιημένο όπισθεν των επ’ αυτής διαβάσεων πεζών +~3 μέτρα από το μέσον του πλάτους της ... επί της διασταύρωσης μέχρι την πέραν αυτής αρχή της οδού ... + 18,50 μέτρα από την αρχή ... αμέσως μετά τη διασταύρωση μέχρι το σημείο της 2ης σύγκρουσης δηλ. του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο φορτηγό +~11 - 12 μέτρα πλαγιοαριστερή πορεία του φορτηγού διασχίζοντας τις τρεις δεξιές λωρίδες της ...
και μέρος της αριστερής) εισήλθε κανονικά και εκινείτο στην αριστερή λωρίδα, όταν, όπως προαναφέρεται, προσέκρουσε στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του, το αυτοκίνητο των εναγομένων. Ξεκινώντας το φορτηγό από μηδενική ταχύτητα στην έχουσα μικρή ανωφέρεια οδό ... και στρίβοντας δεξιά επί της ... όπου στη συνέχεια ακολούθησε πλαγιοαριστερή πορεία επ’ αυτής μέχρι το μέσον τους πλάτους της (που είναι αντίστοιχο του μέσου του πλάτους της διασταύρωσης, όπου συνέβη η ένδικη σύγκρουση) ήτοι διανύοντας περίπου 30 μέτρα (σύμφωνα με τον προαναφερόμενο υπολογισμό) και διατρέχοντας την ως άνω απόσταση με εκτιμούμενη μέση ταχύτητα 8-10 Χ/Ω, διέδραμε χρόνος όχι μικρότερος των 15 δευτερολέπτων από την αφή του πράσινου επί της οδού ... (υπολογίζοντας και τον χρόνο προετοιμασίας εκκίνησης του φορτηγού μετά την αφή του πράσινου) διάστημα κατά το οποίο, έχοντας κόκκινο το φανάρι επί της ...
δεν είχε εισέλθει ακόμη στη διασταύρωση το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, αφού στην αντίθετη περίπτωση το τελευταίο θα είχε προσκρούσει στο φορτηγό και όχι σε επόμενο χρόνο που προσέκρουσε σ’ αυτό, ενόσω το τελευταίο είχε διατρέξει επιπλέον 9 περίπου μέτρα πλαγιοαριστερής πορείας και βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα. 3) Από την αυθημερόν δοθείσα προανακριτική κατάθεση των επιβαινόντων στο φορτηγό, που ήταν και οι μοναδικοί μάρτυρες διαψεύδεται ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η μοτοσικλέτα τους ήταν ακινητοποιημένη όπισθεν του φορτηγού στο κόκκινο φανάρι επί της οδού ....
Η εκδοχή, του να ήταν πράγματι σταματημένη πίσω από το φορτηγό, πλην όμως να μην έγινε αντιληπτή από τους ως άνω μάρτυρες, αντικρούεται από το συνοδηγό (Κ. Σ.) ο οποίος στην αυθημερόν δοθείσα προανακριτική κατάθεσή του επί λέξει ανέφερε, μεταξύ άλλων και ότι, ενόσω το φορτηγό ήταν "ακινητοποιημένο στο κόκκινο φανάρι της ......
μπροστά - μπροστά, πρώτο όχημα στο φανάρι..., πίσω μας και προς τα δεξιά μας ερχόταν μόνο μια δίκυκλη μοτοσυκλέτα" δηλαδή, χρησιμοποιώντας ο εν λόγω μάρτυρας το ρήμα "ερχόταν" ανατρέπει τον ως άνω ισχυρισμό περί ακινητοποίησής της, αφού τότε, αυτός, είτε δεν θα μπορούσε να την είχε αντιληφθεί μέσω του δεξιού καθρέφτη, είτε, εάν την είχε αντιληφθεί σε προγενέστερο χρόνο, δεν θα κατέθετε ότι αυτή "ερχόταν".
Εξάλλου με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, εάν η μοτοσικλέτα είχε πράγματι σταματήσει στο κόκκινο φανάρι πριν την επίμαχη διασταύρωση, με δεδομένο, αφενός ότι είχε ευθεία πορεία προς την οδό Λυκαβητού, αφετέρου ότι υπήρχε αρκετός ελεύθερος χώρος (τουλάχιστον 3 - 3,5 μέτρα) δίπλα στο σταματημένο φορτηγό (αφού το πλάτος της οδού ...
είναι 6 μέτρα, του φορτηγού όχι μεγαλύτερο των 2 μέτρων, ενώ δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα), τότε, δεν θα είχε ακινητοποιηθεί όπισθεν αλλά παραπλεύρως του φορτηγού, οπότε και θα είχε γίνει αντιληπτή από τους επιβαίνοντες στο φορτηγό, με την αφή δε του πράσινου στο σηματοδότη, το δίκυκλο θα προπορευόταν του δυσκίνητου φορτηγού, το οποίο κινούνταν με ελάχιστη ταχύτητα, σύμφωνα και με την από 09-02-2008 προανακριτική κατάθεση του οδηγού του (Γ.
Μ.) κατά την οποία "...μόλις άναψε το πράσινο ξεκίνησα σιγά-σιγά, στρίβοντας δεξιά επί της οδού ......". 4) Η ταχύτητα με την οποία εισήλθε στην επίμαχη διασταύρωση το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ήταν όχι μικρότερη των 80 χ/ω, δηλαδή υπερέβαινε το ανώτερο όριο των 50 χ/ω (κατοικημένη περιοχή), με βάση τη σφοδρότητα των δύο συγκρούσεων και τις εκτεταμένες - σοβαρές φθορές που αυτό υπέστη, όπως αυτές απεικονίζονται στις προσκομισθείσες φωτογραφίες. 5) Αμφότεροι οι οδηγοί κατά το χρόνο του ατυχήματος βρίσκονταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
Ειδικότερα, κατόπιν αιματολογικής εξέτασης που διενεργήθηκε αρμοδίως και νομοτύπως με λήψη αίματος, περί ώρα 08:10’ από τον εναγόμενο και περί ώρα 09:40’ από τον ενάγοντα, διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματος του εναγομένου σε οινόπνευμα κατά την πρώτη εξέταση ήταν 1,06ο/οο και κατά την δεύτερη (την μετά από τα αιτήματά του επανεξέταση του ληφθέντος δείγματος αίματος) ήταν 1,01ο/οο, και η περιεκτικότητα του αίματος του ενάγοντα μοτοσικλετιστή ήταν 0,38ο/οο κατά το χρόνο λήψης των δειγμάτων, η οποία (λήψη) από μεν τον ενάγοντα έλαβε χώρα 3 ώρες και 30 λεπτά μετά το ατύχημα, από δε τον εναγόμενο 2 ώρες μετά το συμβάν, σε χρόνο δηλαδή που είχε ήδη κατά το πλείστον μεταβολιστεί η αλκοόλη στον οργανισμό τους.
Επομένως, κατά το χρόνο της σύγκρουσης η περιεκτικότητα του οινοπνεύματος στο αίμα τους και ιδιαίτερα αυτή του ενάγοντος, ήταν σαφώς μεγαλύτερη της ως άνω διαπιστωθείσας. 6) Η ταχύτητα με την οποία εισήλθε και εκινείτο το δίκυκλο στη διασταύρωση ήταν αυξημένη ανώτερη των 50 χ/ω και γι’ αυτό, όταν αποκόπηκε η πορεία του με την πρόσκρουσή του στο Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, οι αναβάτες της εκτινάχθηκαν και κατέληξαν στα προαναφερόμενα σημεία (ο μοτοσικλετιστής στο άκρο αριστερό της αριστερής λωρίδας πλησίον των κιγκλιδωμάτων της ...). Αν αυξημένη ταχύτητα είχε μόνο το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και όχι και το δίκυκλο, τότε ο μοτοσικλετιστής ενάγων θα είχε εκτιναχθεί εμπρός και δεξιά.
Από τα ανωτέρω συνάγεται με βεβαιότητα ότι η μοτοσικλέτα όχι μόνον δεν ήταν ακινητοποιημένη στο φανάρι επί της ..., αλλά κινούνταν με αυξημένη ταχύτητα προς τη διασταύρωση, ενόσω ήταν αναμμένο το πορτοκαλί φως στο σηματοδότη της πορείας της και αντί (ο ενάγων) να ανακόψει την ταχύτητά του για να σταματήσει, προφανώς επειδή πίστεψε ή ήλπιζε, είτε ότι θα προλάμβανε να τη διασχίσει πριν την αλλαγή σε κόκκινο, είτε ότι δεν θα κινείται άλλο όχημα επί της ..., που λόγω του προχωρημένου της ώρας (06:10’ Σαββάτου) πράγματι δεν υπάρχει κίνηση στο κέντρο της Αθήνας, συνέχισε την ευθεία πορεία του και εισήλθε σ’ αυτήν, καθ’ όν χρόνο όμως ο σηματοδότης στην πορεία του είχε εναλλαχθεί σε ερυθρό, με αποτέλεσμα να προσκρούει στο αυτοκίνητο των εναγομένων, το οποίο με αυξημένη ταχύτητα εισερχόταν στη διασταύρωση μόλις εναλλάχθηκε σε πράσινη η φωτεινή σηματοδότηση στην πορεία του.
Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, που δεν αναιρούνται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, καθίσταται σαφές ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή οδική συμπεριφορά αμφοτέρων των διαδίκων οδηγών. Πλέον συγκεκριμένα, η αμέλεια του εναγόμενου οδηγού συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς τεταμένη την προσοχή του και υπό την επίδραση οινοπνεύματος που επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα, αφενός μειώνοντας τα ανακλαστικά του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κάθετη εκ δεξιών του κίνηση της μοτοσικλέτας, ούτε καν την εμφάνιση και την έμπροσθέν του πλαγιοαριστερή πορεία του φορτηγού, αφετέρου δημιουργώντας του ευεξία, υπερεκτίμηση των ικανοτήτων του και παράβλεψη του κινδύνου, με συνέπεια να κινείται με ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπόμενης, την οποία μάλιστα δεν μείωσε, αν και πλησίαζε σε διασταύρωση, όπου ήταν αρχικά αναμμένη η κόκκινη ένδειξη, αλλά προβλέποντας (έστω και βάσιμα) και στη συνέχεια αντιλαμβανόμενος, μόλις λίγα μέτρα πριν, ότι εναλλάχθηκε σε πράσινη, αύξησε την ταχύτητά του (σε 80 χ/ω) και εισήλθε άμεσα και παντελώς ανέλεγκτα στον κόμβο, ενώ όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, λαμβάνοντας υπόψη του, το δυστυχώς συχνά συμβαίνον, κυρίως κατά τις νυκτερινές και πρώτες πρωινές ώρες, να παραβιάζονται οι ερυθροί σηματοδότες.
Όμως ο εναγόμενος, επειδή ακριβώς οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν αντελήφθη τα ως άνω οχήματα (δίκυκλο, φορτηγό) παρόλο που δεν περιοριζόταν η ορατότητά του (ήταν ευθεία, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός) και δεν τροχοπέδησε, ούτε προέβη σε αριστερό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση με το δίκυκλο, παρόλο που ήταν εφικτό να εκτελέσει επιτυχώς όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, που κινούταν με ταχύτητα όχι ανώτερη της επιτρεπόμενης (50 χ/ω), αφού δεν υπήρχαν άλλα οχήματα παραπλεύρως του, δηλαδή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1 και 42 του Κ.Ο.Κ..
Όμως, στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε κυριαρχικά ο ενάγων μοτοσικλετιστής, ο οποίος κινούμενος και αυτός με μεγάλη ταχύτητα, που ναι μεν δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια, ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης, η οποία όμως, με βάση τα προαναφερόμενα, υπερέβαινε τα 50 χ/ω και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος που επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα, υπό την έννοια, όχι ότι τον κατέστησε ανήμπορο να οδηγήσει ή να μην αντιληφθεί την ύπαρξη και την ένδειξη του σηματοδότη, αλλά μειώνοντας τα ανακλαστικά του, υπερεκτιμώντας τις οδηγητικές του ικανότητες και παραβλέποντας τον κίνδυνο, δεν ακινητοποίησε τη μοτοσικλέτα στο σηματοδότη ενόψει της σ’ αυτό εναλλαγής σε κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής, παρόλο που μπορούσε με ασφάλεια να το κάνει, αφού, ενόσω ήταν αναμμένο το κίτρινο φως, αυτός απείχε 10 τουλάχιστον μέτρα από τη διασταύρωση, αλλά παραβλέποντάς το, ή ελπίζοντας ότι θα μπορούσε με ασφάλεια να διασχίσει τον κόμβο (προφανώς λόγω της εξαιρετικά μειωμένης κίνησης οχημάτων) εισήλθε ανέλεγκτα σ’ αυτόν, καθ’ όν χρόνο όμως είχε ήδη εναλλαχθεί ο σηματοδότης σε ερυθρό, δηλαδή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1β’ και γ’ , 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 παρ. 2, 20 παρ. 1 και 42 του Κ.Ο.Κ.
Με βάση τα ανωτέρω, κατά παραδοχή ως και κατ’ ουσία βάσιμης της νόμιμης ένστασης συνυπαιτιότητας που παραδεκτά πρωτοδίκως, πρόβαλαν οι εναγόμενοι σε βάρος του ενάγοντος της 1ης αγωγής (μοτοσικλετιστή), το ποσοστό ευθύνης στην πρόκληση του ατυχήματος προσδιορίζεται σε 70% για τον ενάγοντα μοτοσικλετιστή και σε 30% για τον εναγόμενο οδηγό του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, όπως, μετά από ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου λόγων των εφέσεων...". Περαιτέρω και σχετικώς με τα κεφάλαια της εκκαλουμένης αποφάσεως που αφορούν στις δύο παρεμπίπτουσες αγωγές της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...
ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και των δεύτερου και τρίτης των παρεμπιπτόντως εναγομένων - ήδη εκκαλούντων (Ε. και Α. Γ.) καταρτίστηκε, στις 16-5-2005, το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που, ανανεωθέν, ήταν ενεργό κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, με το οποίο η πρώτη κάλυπτε την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου (αρ.
κυκλ. ...). Η ασφαλιστική αυτή σύμβαση, σύμφωνα με τους περιλαμβανόμενους στα άρθρα 1 και 2 των Γενικών Όρων, διήπετο, μεταξύ άλλων, από τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. ... (ΦΕΚ 795/1978) απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, όπως αυτή ίσχυε και κατά το χρόνο που ανανεώθηκε η ασφαλιστήρια σύμβαση (από 22-4-2007 έως 22-4-2008), δηλαδή, πριν την κατάργησή της με το άρθρο 17 του Ν. 3557/14-5-2007 και επομένως οι όροι της ως άνω Υ.Α εφαρμόζονται και στην προκειμένη περίπτωση που το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 09-02-2008, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 33 τον Ν. 2497/1997.
Εφόσον λοιπόν συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση διέπεται μεταξύ άλλων και από τους γενικούς όρους της ... απόφασης, στο άρθρο 25 της οποίας, με τίτλο "..." περιλαμβάνονταν οι περιπτώσεις που "Αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι 1)..., 2)..., 8) καθ’ όν χρόνον ο οδηγός τον αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοιαν και τας προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.", αφού:
α) όπως προαναφέρεται, ο παρεμπιπτόντως πρώτος εναγόμενος κατά το χρόνο τον ενδίκου ατυχήματος οδηγούσε το ασφαλισμένο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας των γονέων του (2ου και 3ης των εναγομένων), τελώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθόσον το ανιχνευθέν ποσοστό συγκέντρωσης οινοπνεύματος ανερχόταν σε 1,01 gr/lt αίματος, γεγονός που συνετέλεσε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, όπως ειδικότερα αναφέρεται αναλυτικά πιο πάνω στην παρούσα και β) οι ως άνω (2ος και 3η) αντισυμβαλλόμενοι στην ασφαλιστήρια σύμβαση - ιδιοκτήτες του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου δεν προέβαλαν ισχυρισμό, καταλυτικό του τεκμηρίου της δικής τους ευθύνης αναφορικά με την εκ μέρους του πρώτου οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμες και τις ασκηθείσες σε βάρος των παρεμπτιπτόντως εναγομένων παρεμπίπτουσες αναγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας, αναγνωρίζοντας ότι οι πρώτοι οφείλουν να της καταβάλουν οποιαδήποτε ποσό αυτή καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες - παθόντες, πλέων τόκων και εξόδων, έντοκα από την εκ μέρους της καταβολή.
Συνεπώς, οι περί αντιθέτου 1ος και 2ος λόγοι της Β’ έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ζήτημα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 15.2.2013 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, δεχόμενο έτσι αφενός μεν ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος είναι αμφότεροι οι οδηγοί των ως άνω συγκρουσθέντων οχημάτων, οι οποίοι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ευρίσκοντο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφετέρου δε δέχθηκε εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμες τις ασκηθείσες παρεμπίπτουσες αγωγές της τρίτης αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, δεχόμενο την εξαίρεση που επικαλέστηκε η εν λόγω εταιρία και προβλέπεται σε περίπτωση που ο οδηγός του ασφαλιζομένου σ’ αυτήν οχήματος βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 42 του Κ.Ο.Κ. και της υπ’ αριθμ. 43500/5691 Κ.Υ.Α. (Υγείας και Πρόνοιας - Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως) - ΦΕΚ Β’ 1055 12.8.2002, συνισταμένη στο ότι, αν και έγινε δεκτό ότι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, οδηγός του εμπλακέντος στο ατύχημα Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, οδηγούσε το όχημά του, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι η αιματολογική εξέταση, που αφορά σ’ αυτόν (πρώτο αναιρεσείοντα), "διενεργήθηκε αρμοδίως και νομοτύπως", δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο το Εφετείο κατέληξε στην κρίση αυτή, δηλονότι δεν αναλύονται τα περιστατικά που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό της εξετάσεως αυτής ως "νομότυπης".
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που προβάλλεται κατά των πρώτου, δεύτερης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, είναι αλυσιτελής, αφού, ως προς αυτούς, αφορά σε επάλληλη αιτιολογία και κατ’ ακολουθίαν κρίνεται απορριπτέος. Η κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τις παραδοχές της, για την θεμελίωση της βάσεως των παραπάνω αναφερομένων κυρίων αγωγών των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που στηρίζεται στην αδικοπρακτική ευθύνη του οδηγού του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου - πρώτου αναιρεσείοντος - και η οποία συνίσταται στο ότι "ο εναγόμενος (οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και ήδη πρώτος αναιρεσείων) οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν αντελήφθη τα ως άνω οχήματα (δίκυκλο, φορτηγό), παρόλο που δεν περιοριζόταν η ορατότητά του (ήταν ευθεία, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός) και δεν τροχοπέδησε, ούτε προέβη σε αριστερό ελιγμό για να αποφύγει την σύγκρουση με το δίκυκλο, παρόλο που ήταν εφικτό να εκτελέσει επιτυχώς όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, που κινούνταν με ταχύτητα όχι ανώτερη της επιτρεπομένης (50 χ/ω), αφού δεν υπήρχαν άλλα οχήματα παραπλεύρως του, δηλαδή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.", στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως και δεν πλήττεται αναιρετικά.
Περαιτέρω, ο ως άνω λόγος, κατά το μέρος που αφορά στην τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, αναφορικά με την παραδοχή των από 5.3.2009 και 24.6.2009 παρεμπιπτουσών αγωγών της εναντίον των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, για τον λόγο ότι το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του (ότι η ως άνω αιματολογική εξέταση διενεργήθηκε αρμοδίως και νομοτύπως) δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του συνοπτική, πλην όμως, σαφή και πλήρη αιτιολογία, σχετικά με το υπόψη ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (επί της αναγωγής) και δεν είναι αναγκαίο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση γιατί αποδείχθηκε το γεγονός αυτό (το νομότυπο της διενεργηθείσας αιματολογικής εξετάσεως), εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, η ως άνω δε αιτιολογία επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, δεν αναλύονται τα περιστατικά που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό της αιματολογικής αυτής εξετάσεως ως "νομότυπης". Τούτο δε διότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ως έλλειψη και ασάφεια, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστά τέτοια, συνέχεται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλεται.
Σε κάθε περίπτωση, εάν εκτιμηθεί ότι με τον λόγο αυτό προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι κακώς δέχθηκε το Εφετείο ότι η ως άνω αιματολογική εξέταση διενεργήθηκε νομότυπα καθόσον, αν και, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ελήφθησαν από τον πρώτο εξ αυτών δύο (2) δείγματα αίματος, εντούτοις στην έκθεση εξετάσεως αίματος του Εργαστηρίου Προσδιορισμού Οινοπνεύματος του Τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας αναφέρεται ότι τα αποστελλόμενα σ’ αυτήν φιαλίδια αίματος ήταν πέντε (5), ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και μόνον θα ήταν παραδεκτή, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η προβολή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ενόψει (και) του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
εξαιρετικές περιπτώσεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο τον δεύτερο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παρεπονούντο για το ότι εσφαλμένα ελήφθη υπόψη η ως άνω έκθεση του εργαστηρίου τοξικολογίας, καθόσον γι’ αυτήν δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις της προαναφερόμενης Κ.Υ.Α.
περί καθορισμού των μεθόδων διαπιστώσεως χρήσεως οινοπνεύματος. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά, κατά το κρίσιμο, εν προκειμένω, για την διερεύνηση του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ζήτημα, τα ακόλουθα: "Με το δεύτερο λόγο της Β’ έφεσής τους οι εναγόμενοι πλήττουν την εκκαλουμένη υποστηρίζοντας ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή τον νόμου έλαβε υπόψη της τις εκθέσεις του εργαστηρίου τοξικολογίας...
καθόσον γι’ αυτές δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις της αναφερόμενης Κ.Υ.Α περί καθορισμού των μεθόδων διαπίστωσης χρήσης οινοπνεύματος... Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος... ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένες διατάξεις που υποστηρίζεται (αορίστως) ότι παραβιάστηκαν από τα κρατικά όργανα της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ.
που επιλήφθηκαν και συνέταξαν τις προαναφερόμενες τοξικολογικές εκθέσεις, ούτε αναφέρονται περιστατικά που να συνιστούν παράνομη ή παράτυπη ενέργεια ή παράλειψή τους, δηλαδή αντιβαίνουσα στα οριζόμενα και την τότε ισχύουσα Υ.Α 43500/5691/12-8-2002...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφαρμόστηκαν, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεώς τους, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν διά του δευτέρου λόγου αυτής (εφέσεως) ισχυρισμούς περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, διατεινόμενοι ότι "οι εκθέσεις του εργαστηρίου τοξικολογίας δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη, καθώς δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις της υπ’ αριθμόν 43500/5691 ΚΥΑ (Υγείας και Πρόνοιας - Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως) περί καθορισμού των μεθόδων διαπίστωσης χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών και φαρμάκων από οδηγούς κατά την οδήγηση οχημάτων, καθώς και από πεζούς που εμπλέκονται σε τροχαία ατυχήματα", συνέτρεχε δε, ως εκ τούτου, για την πληρότητα του εν λόγω ισχυρισμού, ανάγκη να καθορίζονται οι συγκεκριμένες διατάξεις, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, παραβιάστηκαν, προσέτι δε να αναφέρονται και τα περιστατικά που συνιστούν παράνομη ή παράτυπη ενέργεια ή παράλειψη των κρατικών οργάνων της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ.
που επιλήφθηκαν και συνέταξαν την αφορώσα στον πρώτο αναιρεσείοντα τοξικολογική έκθεση.
Συνεπώς, το Εφετείο, απορρίπτοντας τον λόγο αυτό της εφέσεως ως αόριστο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση πάντως η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η αιματολογική εξέταση που αφορά στον πρώτο αναιρεσείοντα "διενεργήθηκε αρμοδίως και νομοτύπως", η οποία δεν πλήττεται τελεσφόρως, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, και, επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, υπό το πιο πάνω περιεχόμενό του, κρίνεται απορριπτέος, με την έννοια της αλυσιτελούς προβολής.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στην δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων πρώτου, τρίτης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους ο καθένας και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ για την δεύτερη αναιρεσίβλητη, που ερημοδίκησε, δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθ’ όσον δεν υποβλήθηκε σε αυτά, ούτε βέβαια, λόγω της ερημοδικίας της, υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.5.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 437/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων πρώτου, τρίτης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τον καθένα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ